Supreme Court dismisses appeal request as inadmissible due to failure of absent defendants to appear or declare non-appearance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal request inadmissible because the absent defendants failed to appear or declare their non-appearance during the hearing. Although the appellants accelerated the proceedings, they could not prove legal service of the appeal notice to the absent parties. Consequently, the court ruled that the hearing lacked the necessary procedural validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; If absent defendants do not appear or declare non-appearance and the appellant cannot prove legal service of the appeal, the hearing is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1572 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1572/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ν. Α. του Ζ., και 2) Μ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Νιζάμη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., 2) Γ. Μ., κατοίκου ..., 3) της ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο …, και 4) Γ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ομόρρυθμου μέλους και νομίμου εκπροσώπου της ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν η 824/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 653/816/ΤΜε/342018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-1-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ1695/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, 1601/2017).
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 24/2016, 1695/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσίβλητου, για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος δικάσιμο, απαιτείται να λάβει χώρα η επίδοση προς αυτόν και αντιγράφου του κατατεθέντος δικογράφου της αναίρεσης (ΑΠ 837/2014, 815/2008, 873/2006).
Αν τη συζήτηση την επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος και όχι ο αναιρεσείων, δεν απαιτείται μεν η επίδοση στον τελευταίο αντιγράφου του αναιρετηρίου (την οποία ο ίδιος ο αναιρεσείων κατέθεσε και γνωρίζει), είναι όμως και σε αυτή την περίπτωση υποχρεωτική η επίδοση αυτού με κλήση προς συζήτηση, προς τους τυχόν υπολοίπους αναιρεσιβλήτους, διαφορετικά η κλήτευσή τους δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 185/2009).
Αν προκύπτει ότι έχει ήδη επιδοθεί το αναιρετήριο, όπως όταν επιδόθηκε, αλλά ματαιώθηκε η προηγουμένως προσδιορισθείσα συζήτηση, τότε αρκεί η επίδοση μόνο της κλήσης, τις δε κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 105/2021, 837/2014, 181/2013, 190/2013, 842/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 18.1.2019 αίτηση (αρ.
εκθ. κατ. 21/21.1.2019), με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 653/816/ΤΝε/34/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, και η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, ερήμην της 3ης και 4ου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15.2.2022), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου οι αναιρεσίβλητοι, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αλλά παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αρχικώς ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 17.3.2020 αλλά ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά τη δικάσιμο της 20.10.2020, με πράξη της Προέδρου του Β1 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, πλην όμως η συζήτηση και πάλι ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων.
Ήδη με την από 20.7.2021 κλήση των αναιρεσειόντων 1) Ν. Α. κλπ ( σύν.2), φέρεται προς συζήτηση η ως άνω αίτηση αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη του Προέδρου του Β1 τμήματος και γράφτηκε στο πινάκιο. Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση.
Οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν προσκομίζουν αποδεικτικά επίδοσης τόσο της κλήσης όσο και του δικογράφου της αίτησης ( αναιρετηρίου) στους αναιρεσιβλήτους. Εξάλλου από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση του αναιρετηρίου ούτε κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, οπότε και μόνο θα αρκούσε για να είναι παραδεκτή η συζήτηση της υπόθεσης, η επίδοση της κλήσης προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατ' ακολουθία τούτων, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18.1.2019 αίτησης (αρ. εκθ. κατ. 21/21.1.2019) των 1) Ν. Α. κλπ ( σύν.2), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 653/816/ΤΜε/34/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ