Legislator Case Law & Legislation
1572/2017 AI generated

1572/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1572/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/ΤΠ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1258/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1572/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1572 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1572/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. συζύγου Γ. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/ΤΠ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1258/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2016 αίτησή του και τους από 14/4/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από τις .../9.3.2017 και .../19.4.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Βέροιας Α. Κ. προκύπτει, ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας προκείμενη δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, αυτή είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί στην ως άνω δικάσιμο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν και εκείνη παρούσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, σχετικά με τη μορφή της αμέλειας που δέχτηκε το Εφετείο, προς στοιχειοθέτηση της αποδοθείσας στον αναιρεσείοντα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.

Για τη διαπίστωση δε της αποδιδόμενης στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειας, παρατίθεται στο αναιρετήριο, επιλεκτικά, το ακόλουθο και μόνον ελλειπές απόσπασμα αυτής: "...Με βάση όσα εκτέθηκαν πιο πάνω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επιδείξει, ως μέσος συνετός ιατρός γυναικολόγος...".

Επίσης, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 ΑΚ, αναφορικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παραλείψεως του αναιρεσείοντος και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Για την εξακρίβωση δε των αποδιδόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμελειών, εκτίθενται, σχετικά με τις παραδοχές της, κατά λέξη, τα εξής: "Συγκεκριμένα μου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι δεν ερεύνησα επισταμένως την αιτία της εμφάνισης των συμπτωμάτων που κατά την ανέλεγκτη κρίση του το δικαστήριο δέχτηκε ότι μου ετέθησαν υπ’ όψιν από την αναιρεσίβλητη, δηλ.

των ενοχλήσεων και της έντονης δυσφορίας, εφόσον δεν μπορούσε να αναπνεύσει και ότι εάν ελάμβανα σοβαρά υπόψη τα παράπονα της ενάγουσας, όπως θα έπραττε υπό παρόμοιες συνθήκες ο μέσος συνετός ιατρός-γυναικολόγος, θα αντιλαμβανόμουν ότι τα συμπτώματα αυτά ήταν ενδείξεις πρόωρου τοκετού και θα μπορούσε να αποφευχθεί η γέννηση του ενός εκ των δύο τέκνων υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες".

Όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, ένεκα της αοριστίας τους, τυγχάνουν απαράδεκτοι. Τούτο, διότι δεν εκτίθενται στα αναιρετήρια δικόγραφα (αναίρεσης και πρόσθετων λόγων) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση και οδήγησαν στο σχηματισμό των αντίστοιχων αποδεικτικών πορισμάτων της, τα οποία, κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικά και μόνον παρατίθενται.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 876/12).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δέχθηκε εντελώς αυθαίρετα πράγματα, χωρίς καμμία απολύτως απόδειξη, ως αληθινά και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι τα συμπτώματα που του εξέθεσε η αναιρεσίβλητη ήσαν συμπτώματα πρόωρου τοκετού και δη του επισυμβάντος έξι ολόκληρες ημέρες μετά την περί τούτων ενημέρωσή του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ανεξαρτήτως τούτου, στην αναιρεσιβαλλομένη ρητώς διαλαμβάνεται, ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, από την εκτίμηση των νομίμως και με επίκληση εκατέρωθεν προσκομιζομένων εγγράφων, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εντεύθεν το Εφετείο δεν δέχτηκε πράγματα, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Κατ’ ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/6/2016 αίτηση του Ν. Α., για αναίρεση της 1258/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου