1572/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1572/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1572 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1572/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης ν. 2330/95", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της δικηγόρο Αθηνών Κ.-Γ. Τ., ο οποίος και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Ιωάννη Μπόμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 1988 αγωγή και την από 28 Φεβρουαρίου 1989 επιβοηθητική αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7762/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5102/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.
Ο Λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές (Ολ ΑΠ 24/1992).
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", 914, 919, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται στην εταιρεία συνεπεία πταίσματός τους από δόλο ή από αμέλεια κατά την παραβίαση των υποχρεώσεών τους που επιβάλλονται από τη σύμβαση μεταξύ αυτών και της εταιρείας, τη νομοθεσία και το καταστατικό της εταιρείας, αλλά και την αυτοτελή υποχρέωση πίστης, και ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1483/10).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, αυτός που ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι 1) η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) η υπαιτιότητα, 4) η ζημία και 5) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει, λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης του, στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 57.557.870 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστη η τελευταία από τη διαπραχθείσα σε βάρος της υπεξαίρεση του ποσού των 56.475.837 ευρώ (19.562.844.318 δρχ.), με τη συνδρομή και του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: " Στις 15.1.1985, ο Γ.
Κ. ανέλαβε καθήκοντα προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της Τράπεζας Κρήτης, έχοντας έτσι τον πλήρη έλεγχο και την αποκλειστική διαχείριση και εκπροσώπηση της Τράπεζας, στη στελέχωση των υπηρεσιών της οποίας προέβη ο ίδιος προσωπικά. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1986 έως 19.10.1988 ο Γ.
Κ. υπεξαίρεσε χρηματικά ποσά, ύψους 56.475.837 ευρώ (19.562.844.318 δρχ.) που προέρχονταν από τα διαθέσιμα της Τράπεζας, τα οποία διοχέτευε παράνομα προς διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα, με χρηματικές εκρροές από τα ταμεία της Τράπεζας και χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία για τις αντίστοιχες εκταμιεύσεις...Οι εν λόγω χρηματικές εκρροές λάμβαναν χώρα, ως εξής: (α) εικονική χρέωση λογαριασμού "εγγραφές δικτύου", β) ισόποση εικονική πίστωση του λογαριασμού καταθέσεων Γ.
Κ., γ) εκ νέου εικονική χρέωση του λογαριασμού καταθέσεων Γ. Κ., δ) εικονική πίστωση του λογαριασμού εγγραφές δικτύου, ε) πραγματική χρέωση του λογαριασμού εγγραφές δικτύου και στ) είτε πραγματική πίστωση των λογαριασμών τρίτων, επί των οποίων οι τρίτοι έσυραν επιταγές, αναλάμβαναν μετρητά ή πραγματοποιούσαν άλλες συναλλαγές είτε πραγματική εκταμίευση μετρητών.
Τα ποσά που διοχετεύθηκαν παρανόμως με χρέωση του λογαριασμού διαθεσίμων της τράπεζας "εγγραφές δικτύου" προς τρίτα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 19.562.844.318 δρχ. Τα παραπάνω αποκαλύφθηκαν περί το μήνα Ιανουάριο του έτους 1987, οπότε διατάχθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος πιστωτικός έλεγχος στα καταστήματα Βουκουρεστίου και Κοραή της Τράπεζας Κρήτης.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου αυτού δημιουργήθηκαν υπόνοιες για την εισρροή κεφαλαίων στις εταιρίες συμφερόντων του Γ. Κ. με την επωνυμία Γραμμή ΑΕ, και Χαλυβουργία ΑΕ από το λογαριασμό εγγραφές δικαίου, που τηρούνταν στο κατάστημα της Διοίκησης, που ήταν στην οδό Βουκουρεστίου, γιατί δεν διαφαινόταν η νόμιμη αίτια της εισρροής.
Ο Γ. Κ. τότε φοβούμενος ως πιθανή τη γενίκευση του ελέγχου και στο λογιστήριο της Διοίκησης, αποφάσισε να υποδείξει την αντικατάσταση κρίσιμων βιβλίων της Τράπεζας και τη λειτουργία, αναδρομικώς για το χρονικό διάστημα από 1.1.1986 έως 30.11.1986 του πιο πάνω εικονικού ατομικού του λογαριασμού, ο οποίος θα καλυπτόταν από το απόρρητο των ιδιωτικών τραπεζικών καταθέσεων και θα παρεμβαλλόταν στον έλεγχο, υπό την έννοια ότι οι παράνομες εισρροές θα κατευθύνονταν στον παραπάνω προσωπικό του λογαριασμό, η κίνηση του οποίου δεν θα μπορούσε, λόγω του απορρήτου, να ελεγχθεί.
Για το σκοπό αυτό συγκάλεσε μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1987, στο επί της οδού Βουκουρεστίου κτίριο της Τράπεζας σύσκεψη προσώπων, μεταξύ των οποίων παρών ήταν και ο Π. Β.. Κατά τη σύσκεψη αυτή ο Γ. Κ. με επίμονες προτροπές, παραινέσεις και εντολές για την αντικατάσταση των βιβλίων και τη δημιουργία του εικονικού ατομικού λογαριασμού του, προκάλεσε σ'αυτούς την απόφαση να προβούν στις ενέργειες αυτές.
Έτσι με τις ενέργειες αυτές εμφανίστηκε αναδρομικώς ως υπάρχων ο ανύπαρκτος μέχρι τότε με αριθμό ... προσωπικός λογαριασμός του Γ. Κ., στον οποίο και φέρονταν χρεωμένα τα χρηματικά ποσά που είχαν υπεξαιρεθεί από αυτόν με σκοπό και μόνο τη συγκάλυψη της υπεξαίρεσης. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει λογιστικώς στην απατηλή εικόνα ότι τα χρήματα που είχαν διοχετευθεί στις εταιρίες με την επωνυμία Γραμμή ΑΕ και Χαλυβουργία-Αχαϊας ΑΕ, με χρέωση του λογαριασμού της Τράπεζας Κρήτης εγγραφές δικτύου, προέρχονταν από τον πιο πάνω ατομικό λογαριασμό του Γ.
Κ. και όχι από υπεξαιρεθέντα διαθέσιμα χρήματα της Τράπεζας. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε και στις 17.6.1988, όταν απειλήθηκε εκ νέου έλεγχος της Τράπεζας της Ελλάδος στην παραπάνω Τράπεζα. Στη συνέχεια, στις 19.10.1988, δυνάμει της 1375/19.10.1988 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος, διορίστηκε στην Τράπεζα προσωρινός επίτροπος.
Με την πιο πάνω απόφαση έπαυσε αυτοδικαίως κάθε εξουσία και αρμοδιότητα όλων των οργάνων, καταστατικών και μη, της Τράπεζας και καταργήθηκε η ιδιότητα των εναγομένων, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας. Οι αρμοδιότητες αυτές περιήλθαν στον προσωρινό επίτροπο, στον οποίο ανατέθηκε επιπλέον η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου, προκειμένου αυτός να συντάξει και υποβάλει στην Τράπεζα της Ελλάδος λεπτομερή έκθεση για την εν γένει οικονομική, λογιστική και διοικητική κατάσταση της Τράπεζας.
Ο έλεγχος αυτός κατέδειξε συνολικό έλλειμμα 32.000.000.000 δρχ., μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ποσά. Με την 971-1212-1251/96, 28-300-512-664/97 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο Γ. Κ. κηρύχθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, και του αδικήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση για το χρονικό διάστημα από 18.7.1980 έως 19.10.1988 με αντικείμενο ποσό των 50.000.000 δρχ., ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τόσο κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ, όσο και κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, το οποίο είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν, ως διαχειριστή της περιουσίας της Τράπεζας Κρήτης, χωρίς όμως τη δεύτερη επιβαρυντική περίσταση του ν. 1608/1950.
Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος Π. Β., ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Γ. Κ. και κατείχε από 15.1.1985 τη δεύτερη μετά το Γ. Κ. θέση στην τραπεζική ιεραρχία και συγκεκριμένα αυτήν του Α' Αντιπροέδρου, Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου και Α' Γενικού Διευθυντή.
Με τις ιδιότητές του αυτές είχε ενεργό ανάμειξη στη διοίκηση, καθώς και δυνατότητα πρόσβασης σε όλες τις τραπεζικές υποθέσεις. Με την ιδιότητα του διευθυντή Α' ήλεγχε προεχόντως τη Διεύθυνση Λογιστικού, δίνοντας σχετικές εντολές προς τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης και δεχόμενος αναφορές από αυτούς.
Συνυπέγραφε τις τηρούμενες προς παρακολούθηση των εργασιών μηνιαίες καταστάσεις και αναπλήρωνε το Γ. Κ. σε όλες τις αρμοδιότητες κατά την απουσία του. Ενόψει αυτών ασκούσε πράγματι ουσιαστικά διαχείριση των υποθέσεων της Τράπεζας. Έτσι ο ίδιος υπό την πιο πάνω ιδιότητά του, η οποία του παρείχε τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλες τις εταιρικές υποθέσεις, αλλά και εκ της αποφασιστικής ανάμιξής του στη Διοίκηση, επιπλέον δε, υπέχων ο ίδιος, λόγω της θέσης του, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει προς προστασία των συμφερόντων της Τράπεζας εκ του νόμου (άρθρα 18 έως 22α του ν. 2190/1920), αλλά και εκ του καταστατικού (άρθρα 13 έως 22), παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε αποτρεπτική ενέργεια, όπως καταγγελία, κατά την τέλεση των παράνομων πράξεων του Γ.
Κ.. Ο πιο πάνω εναγόμενος, παρότι γνώριζε τις παράνομες ενέργειες του Γ. Κ., ανεχόταν επί μακρό και ενίσχυε ψυχικά τον τελευταίο με τη δεδηλωμένη πρόθεσή του για συγκάλυψη των παραπάνω ενεργειών του, ενδίδοντας στις εντολές του και παρεμποδίζοντας επίσης τον έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να επέλθει παράνομο οικονομικό όφελος στις εταιρίες συμφερόντων του πρώτου εναγομένου με ζημία της ενάγουσας.
Ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου (Π. Β.) ότι ουδεμία ανάμιξη είχε στις παραπάνω ενέργειες, επικαλούμενος πλήρη άγνοιά του για τις παράνομες δραστηριότητες του Γ. Κ. ελέγχεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, διότι ο δεύτερος εναγόμενος τελούσε σε γνώση των ενεργειών του Γ. Κ., καθόσον, όπως αποδείχθηκε, 1) είχε εμπειρία που προερχόταν, όχι μόνο από τη διοίκηση μιας τόσο σημαντικής επιχείρησης, αλλά και από την επαγγελματική ιδιότητα του οικονομολόγου. 2) Η εντολή για τη μεθόδευση της διενέργειας των εκρροών, μέσω του εικονικού λογαριασμού του Γ.
Κ. δόθηκε από τη διοίκηση της Τράπεζας, μέλος της οποίας ήταν και ο Π. Β., ο λογαριασμός δε αυτός κινούνταν από το λογιστήριο της διοίκησης της Τράπεζας, η οποία είχε άμεση εποπτεία των κινήσεών του. 3) Τα ποσά που διέρρευσαν από τα διαθέσιμα της Τράπεζας με τη μορφή χρηματαποστολών, κατευθύνονταν προς τον τέταρτο όροφο, της διοίκησης, όπου βρίσκονταν τα γραφεία των Γ.
Κ. και Π. Β.. 4) Μέρος αυτών (χρηματαποστολών) φέρουν την υπογραφή για την παραλαβή, μεταξύ άλλων και από την ιδιαιτέρα γραμματέα του τελευταίου Α. Σ.. 5) Ο δεύτερος εναγόμενος συμμετείχε στη σύσκεψη του Φεβρουαρίου του 1987 προς αλλαγή των βιβλίων και αντικατάσταση των παραστατικών για τη δημιουργία του εικονικού ατομικού λογαριασμού του Γ.
Κ., στον οποίο εμφανίζονταν χρεωμένα τα πιο πάνω υπεξαιρεθέντα από το Γ. Κ. ποσά με αποκλειστικό σκοπό τη συγκάλυψη της υπεξαίρεσης. Τέλος σε περίπτωση απουσίας του Γ. Κ., ο ίδιος παρελάμβανε κατ' εντολή του διάφορες χρηματαποστολές. Με δεδομένο, κατά τα προαναφερόμενα, ότι κατά το κρίσιμο για την επίδικη υπόθεση χρονικό διάστημα, ο δεύτερος εναγόμενος ασκούσε ουσιαστική και πραγματική διοίκηση στην Τράπεζα και τα παραπάνω είχαν υποπέσει στην αντίληψή του, άλλωστε ο ίδιος ήταν σε θέση να επιδιώξει και να πληροφορηθεί σχετικά με οποιαδήποτε λειτουργία της Τράπεζας, ενήργησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο που αντίκειται στα χρηστά ήθη, συμμετέχοντας εν γνώσει του στην πιο πάνω υπεξαίρεση από τον πρώτο εναγόμενο με σκοπό να προκληθεί ζημία στην Τράπεζα κατά το πιο πάνω ποσό και να ωφεληθεί ο Γ Κ..
Εξάλλου, με την 971-1212-1251/96, 28-300-512-664/97 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο Π. Β. κηρύχθηκε ένοχος της απλής κατ'εξακολούθηση συνέργειας στην εξακολουθητική υπεξαίρεση του Γ. Κ. και πλαστογραφία, που τελέστηκε από τους υπαλλήλους εξακολουθητικώς κατά το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1987 και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε ετών και έξι μηνών.
Ενόψει των προαναφερομένων τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά αποτελούν αδικοπραξία, από την οποία η ενάγουσα υπέστη θετική ζημία ισόποση προς τα πιο πάνω ποσά, συνολικού ύψους 19.562.844.318 δρχ., άλλως 57.411.135 ευρώ..". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, με βάση τα οποία και θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, αφού καλύπτονται με επάρκεια όλοι οι προαναφερόμενοι όροι της αδικοπραξίας του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή η ζημιογόνος συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ο παράνομος χαρακτήρας της, η υπαιτιότητα (δόλος), η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν δημιουργείται καμιά ασάφεια ή αντίφαση, αναφορικά με το χρόνο συντέλεσης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται στην εν γνώσει εξακολουθητική συνέργειά του στη διαπραχθείσα από το Γ. Κ. υπεξαίρεση και ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1.1.1986 έως 19.10.1988, κατά τη διάρκεια του οποίου και έλαβε χώρα η υπεξαίρεση.
Η αποκάλυψη κατά τον Ιανουάριο του 1987 των τεχνασμάτων του Γ. Κ. για την επίτευξη της υπεξαίρεσης, οπότε διατάχθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος πιστωτικός έλεγχος, δεν συνεπάγεται και διακοπή της εγκληματικής και συνακόλουθα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Γ. Κ. και της συνέργειας σ' αυτή του αναιρεσείοντος, αλλά κατά τις σαφείς παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο προαναφερόμενων προσώπων συνεχίζεται μέχρι τις 19.10.1988, οπότε διορίστηκε στην Τράπεζα προσωρινός επίτροπος.
Περαιτέρω είναι σαφείς και επαρκείς οι παραδοχές του Εφετείου για την επιδειχθείσα από τον αναιρεσείοντα κρίσιμη αδικοπρακτική συμπεριφορά, την οποία το δικαστήριο αυτό εξηγεί με πρόσθετη επιχειρηματολογία, η συμπερίληψη της οποίας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης αυτής.
Για το λόγο αυτό οι αναφορές του Εφετείου ότι οι μεθοδεύσεις του Γ. Κ. είχαν υποπέσει στην αντίληψη του αναιρεσείοντος, ο οποίος ασκούσε πραγματική διοίκηση στην Τράπεζα, και ότι, άλλωστε, ο ίδιος ήταν σε θέση να επιδιώξει και να έχει πληροφόρηση σχετικά με οποιαδήποτε λειτουργία της Τράπεζας, με τις οποίες επιχειρηματολογεί υπέρ της παραδοχής του ότι ο τελευταίος συμμετείχε εν γνώσει του στη διαπραχθείσα από το Γ.
Κ. υπεξαίρεση, και αν εκτιμηθούν ως αντιφατικές, δεν ασκούν επιρροή στην κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτιολογία της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση η επικουρική εκφορά τους δεν επιτρέπει την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1325/1996). Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ,είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον τελέστηκε σε βάρος τους αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δικαιούνται να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αν αυτά τα ίδια, εξαιτίας συγκεκριμένης βλάβης που έχει υλική υπόσταση, υπέστησαν προσβολή, αναφερόμενη στην πίστη, υπόληψη, δραστηριότητά τους ή σε άλλα αγαθά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το ζήτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στην αναιρεσίβλητη εταιρία, λόγω ηθικής βλάβης της, τα εξής: "Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε η πιο πάνω αδικοπραξία, κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη στη δυσμενή επίδραση στην τραπεζική της πίστη, την εμπορική της φήμη και την επαγγελματική της υπόληψη.
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να κινδυνεύσει το εμπορικό της μέλλον, αφού το κοινό προέβη σε αθρόες αναλήψεις με συνέπεια να διαρρεύσουν καταθέσεις. Για το λόγο αυτό, αφού ληφθεί υπόψη το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, ο βαθμός συμμετοχής του εναγομένου και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος υποχρεούται στην καταβολή του ποσού των 50.000.000 δρχ. (146.735 ευρώ), ως χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την ηθική, βλάβη που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την προαναφερόμενη σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του και τα αναγραφόμενα στο αναιρετήριο περιστατικά, τα οποία δεν περιέχονται στην επίμαχη αγωγή, ούτε στα θέματα απόδειξης που τάχθηκαν με την πράξη αποδείξεων 896/1990 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8α και αριθ. 10β, όπως η τελευταία αυτή διάταξη ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, διότι δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την αγωγή της, ούτε εντάχθηκαν στα θέματα απόδειξης της πιο πάνω πράξης αποδείξεων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της επίμαχης αγωγής, της πιο πάνω πράξης αποδείξεων και της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι και κατά τα δύο σκέλη του αβάσιμος, διότι τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελώς ούτε μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής από την αδικοπρακτική ευθύνη αυτού απέναντι στην αναιρεσίβλητη, αλλά ενισχύουν απλώς με επιχειρήματα και διευκρινίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, εντασσόμενα στο πλαίσιο των θεμάτων απόδειξης που διατάχθηκαν με την παραπάνω πράξη και συνδεόμενα αρρήκτως με τις προκύψασες αποδείξεις.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ότι δημιουργούνται αμφιβολίες αν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, τα πρακτικά και την απόφαση 971-1212-1251/96, 28-300-512-664/97 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τους πίνακες τελικών αποδεκτών των χρημάτων, αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτει ότι ο ίδιος δεν είχε συμμετοχή στη διαπραχθείσα από το Γ.
Κ. πράξη υπεξαίρεσης. Από τη βεβαίωση όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στην εισηγητική έκθεση 682/1991 και όλα τα έγγραφα που προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τα οποία μάλιστα μνημονεύεται ειδικά η πιο πάνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αυτής απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.12.2012 αίτηση του Π. Β. για αναίρεση της απόφασης 5102/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ