Supreme Court partially allows appeal against labor tribunal decision on wrongful dismissal compensation calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Labor Tribunal's decision regarding wrongful dismissal compensation. The lower court had calculated the severance pay incorrectly by omitting specific periods of employment from the total tenure. The court ruled that the appellate tribunal violated substantive law by failing to include these employment periods and by providing insufficient reasoning for its calculation method.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5, 6, and 7(1) & (2) of PD 164/2004; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The labor tribunal must calculate severance pay based on the total duration of employment, including periods under both valid and invalid fixed-term contracts, and must provide adequate reasoning for such calculations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1571 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1571/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτύχιου-Δημήτριου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Καραζάνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1269/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1006/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 6-5-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1006/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις από 1-10-2020 και 5-10-2020 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 1269/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κρατώντας για εκδίκαση την από 10-10-2018 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Δυνάμει του β.δ. 139/1961 εγκρίθηκε ο εσωτερικός κανονισμός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) ως ν.π.δ.δ., με βάση δε το αρ. 28 του Κανονισμού αυτού το προσωπικό της ΕΛΣ διακρίνεται σε τακτικό, διεπόμενο από το νομικό καθεστώς των υπαλλήλων όλων των ν.π.δ.δ., και σε προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου (καλλιτεχνικό, τεχνικό και βοηθητικό).
Το με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικό προσλαμβάνεται πάντοτε για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη, μπορεί όμως να ανανεώνεται η σύμβασή του (άρθ. 28 παρ. 1, 2 του Κανονισμού ΕΛΣ). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2273/1994 (ΦΕΚ 233/ 27.12.1994) "Εθνικό Θέατρο, ΚΘΒΕ, Λυρική, Ορχήστρες - Νομαρχιακά Θέματα", καταργήθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία Εθνική Λυρική Σκηνή (Ε.Λ.Σ.), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 10 του ίδιου Νόμου προβλέφθηκε η ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την ίδια επωνυμία, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού, δεν υπάγεται στις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, τις διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, λειτουργεί "σε δωδεκάωρη βάση" χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο και ειδικότερα από τις διατάξεις του ανωτέρω Νόμου (παρ. 1) και έχει ως σκοπό την ανάπτυξη, προαγωγή, προβολή και διάδοση της μελοδραματικής τέχνης και της τέχνης του χορού (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι όργανα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο καλλιτεχνικός διευθυντής, ότι ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ομοίως δε με απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, διορίζεται και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της, ο οποίος έχει αρμοδιότητα μεταξύ άλλων και να προσλαμβάνει με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή να καταρτίζει συμβάσεις έργου με το καλλιτεχνικό προσωπικό, να υπογράφει τις συμβάσεις προσλήψεως του προσωπικού αυτού και να ορίζει τους καλλιτεχνικούς και μη όρους της απασχολήσεώς του και τις αμοιβές του.
Με την παράγραφο 18 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι, μεταξύ άλλων, στους πόρους της Εθνικής Λυρικής Σκηνής περιλαμβάνεται η ετήσια επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού, για την οποία γίνεται σχετική πρόβλεψη στον ετήσιο προϋπολογισμό του, και δια της οποίας εξασφαλίζεται, διαρκώς, ο ανά τριετία, τουλάχιστον, προγραμματισμός των δραστηριοτήτων της, καθώς και ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο έχει όλα τα δικονομικά και ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου και απαλλάσσεται, από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου, δασμό, δικαίωμα ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, εκτός από τον φόρο προστιθέμενης αξίας.
Εξάλλου, η Εθνική Λυρική Σκηνή, νόμιμα εκπροσωπούμενη, υποβάλλει στον Υπουργό Πολιτισμού, οποτεδήποτε ζητηθεί, κάθε στοιχείο προς ενημέρωση για την πορεία των εργασιών και την πραγματοποίηση των σκοπών της, ενώ ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης και του ισολογισμού της, καθώς και τα λοιπά καθήκοντα ελεγκτών ασκούνται από δύο ορκωτούς ελεγκτές ή άλλα κατάλληλα προς τούτο όργανα που ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές από τον Υπουργό Πολιτισμού, ο τελευταίος δε μπορεί να διατάξει οποτεδήποτε έκτακτο έλεγχο που διενεργεί ανώτερος δημόσιος υπάλληλος ή δικαστικός λειτουργός.
Στο τέλος κάθε χρήσης, το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου κλείνει τους λογαριασμούς, κάνει απογραφή της περιουσίας και καταρτίζει τον ετήσιο ισολογισμό, ο οποίος δημοσιεύεται και υποβάλλεται για έγκριση, θεωρημένος στον Υπουργό Πολιτισμού, συνοδευόμενος από έκθεση του διοικητικού συμβουλίου και από πιστοποιητικό των ελεγκτών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του κ.ν. 2190/1920.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η Εθνική Λυρική Σκηνή και μετά την κατάργησή της υπό τη μορφή του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου και τη λειτουργία της ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας δεν έπαυσε να εντάσσεται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθόσον εποπτεύεται και επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, οφείλοντας τη νομική της υπόσταση σε χρήματα του Δημοσίου και λειτουργεί προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος (ΑΠ 1011/2001).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις καθίσταται σαφές ότι το με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, τόσο πριν όσο και μετά την ισχύ του ν. 2273/1994 προσλαμβάνεται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, πάντοτε, ακόμη δηλαδή και όταν πρόκειται να εξυπηρετήσει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 598/2019, 217/2017, 104/2016). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.
Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (Ολομ.
ΑΠ 19/2007, ΑΠ 940/2014, 1664/2007). Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου η αόριστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει, αυτεπάγγελτα τη σύμβαση χωρίς ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αόριστου χρόνου).
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (πριν την έναρξη της ισχύος την 18η Απριλίου 2001 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, με την προσθήκη σε αυτό των παραγράφων 7 και 8, και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ (ΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 107/2017).
Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του οποίου ορίσθηκε, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ, στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης, κατά το αυτό ημερολογιακό έτος, ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου.
Ορίζεται, μάλιστα, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν, κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς- ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 1221/2019, 549/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της EE, συνάγεται ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται, καθ" όσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται, κατ" ανάγκη, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και, ειδικότερα, καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης, τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον Εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
O εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π. δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων αντίστοιχα άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι: Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων υπό την ισχύ του ως άνω π.δ. προβλέφθηκε από το άρθρο 7 αυτού όχι η μετατροπή τους σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, αλλά η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν, εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Ενόψει όμως του γεγονότος ότι το π.δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19η Ιουλίου 2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αόριστου χρόνου.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω π.δ. ορίζεται ότι [1] διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή, μετά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, ούτε και η ως άνω Οδηγία η οποία δεν ήταν, κατά τα προαναφερθέντα, άμεσης εφαρμογής και η ισχύς της οποίας, ολοκληρώθηκε στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (ΟλΑΠ 19/2007, 20/2007, ΑΠ 1259/2019, 1221/2019, 413/2016), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 940/2014).
Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".
Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.
και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω C -760/18 απόφαση). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 123, C-282/2019, σκέψη 123).
Όπως προεκτέθηκε, έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης. Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του πδ 164/2004, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις) α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του πδ 164/2004.
Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C -760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις (για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι με διάταξη νόμου συνεχόμενες παρατάσεις της ίδιας σύμβασης ορισμένου χρόνου εξομοιώνονται, ως προς το επίπεδο προστασίας του εργαζόμενου, με περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου) οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το πδ 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω πδ, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 παρ. 4 ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το πδ 164/2004.
Το ζήτημα τίθεται επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημιώσεως στους απασχοληθέντες, αφετέρου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του ν. 4528/2018, ουσιαστικά αίρεται αναδρομικά η πειθαρχική και ποινική ευθύνη των εκπροσώπων των φορέων που τους απασχόλησαν, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 πδ 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό.
Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε κατ' αρχήν να υποστηριχθεί ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας - πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ότι, ελλείψει των ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί, έκτοτε, τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν.
Όμως η ως άνω θέση εκκινεί από την άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου 7 πδ 164/2004 στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών ρυθμίσεων του νόμου, οι οποίες της στερούν το χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας.
Τούτο επειδή η ακυρότητα της σύμβασης συνιστά, κατά τη γραμματική διατύπωση του νόμου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημιώσεως, λόγω της μη περαιτέρω ανανέωσης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Η άποψη αυτή είναι τελολογικώς εσφαλμένη, καθώς η πρόβλεψη στην ως άνω διάταξη για καταβολή αποζημίωσης - σε αντίθεση με την πρόβλεψη του καταλογισμού των σχετικών δαπανών στους υπευθύνους των φορέων που συνήψαν τις άκυρες συμβάσεις εργασίας, η οποία έχει αμιγώς αποτρεπτικό χαρακτήρα - συνιστά ταυτόχρονα και μέτρο προστασίας του εργαζομένου, που αν και απασχολούμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, λαμβάνει την αποζημίωση που θα λάμβανε στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (καταγγελία), εξάλλου, επιτρέπεται κατά το εσωτερικό δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου, συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου.
Με τον όρο "άκυρη σύμβαση" ο νομοθέτης επιθυμεί να στερήσει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που επαναλαμβάνεται παρανόμως, από τη δυνατότητα να μετατραπεί σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ταυτόχρονα να διασφαλίσει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης του μισθωτού, η σχέση εργασίας του οποίου διακόπτεται αιφνιδίως, ως εάν είχε καταγγελθεί, όχι όμως να θέσει την ακυρότητα της σύμβασης που διακόπτεται ως προϋπόθεση για την λήψη της αποζημίωσης, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η κατ' όνομα σύμβαση ορισμένου χρόνου υποκρύπτει σύμβαση αόριστης διάρκειας.
Η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. και την C-619/17, σκέψεις 94 και 95). Σημειώνεται δε ότι κατά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C -760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ -το οποίο επαναλαμβάνει ρητά τη θέση πως δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να κρίνουν κατά πόσον οι απαιτήσεις τις οποίες θέτει η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου πληρούνται από τις διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας (C-619/17, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 89) και ότι στα αιτούντα δικαστήρια απόκειται, εν προκειμένω, να εκτιμήσουν εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν κατάλληλο μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, αν απαιτείται, για την επιβολή κυρώσεων για την κατάχρηση αυτή (C-103/18, C-429/18, σκέψη 90) η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 πδ 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο, ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.
Αλλά, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ, καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στο δημόσιο τομέα, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι συντρέχει η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της, που είναι η πρόθεσή του εργοδότη να καταστρατηγήσει την προστασία του μισθωτού, η οποία του παρέχεται από τις διατάξεις για την σύμβαση αορίστου χρόνου.
Η καταστρατήγηση θεωρείται ότι τεκμαίρεται από το γεγονός και μόνο ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Το τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν αποκλειστεί αιτιολογημένα η εκδοχή ότι η νομοθετική επιταγή για την με νόμο παράταση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (όπως συνέβη με τις προμνησθείσες διατάξεις για το ειδικό καθεστώς των οποίων απεφάνθη το ΔΕΕ με την C-760/1918 απόφασή του) δεν εξυπηρετεί υφιστάμενες δημοσιονομικές ανάγκες.
Οι τελευταίες, εξάλλου, μπορεί να προκληθούν αιφνιδίως και από νομοθετήματα άσχετα με την δια νόμου παράταση υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως η διάταξη του άρθρου 63 ν. 4430/2016, η οποία θεσπίστηκε, κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του εν λόγω νόμου, λόγω "της ανορθολογικής λειτουργίας των κανόνων ανταγωνισμού", των "εκτεταμένων παθογενειών" και της "ενίσχυσης της εργατικής ανασφάλειας", κατά το σύστημα ανάθεσης των υπηρεσιών καθαριότητας στο δημόσιο τομέα μέσω δημόσιων ανοιχτών διαγωνιστικών διαδικασιών, καθώς και της ανάγκης διασφάλισης του δημοσιονομικού οφέλους και η οποία οδήγησε σε παράταση των συμβάσεων των εργαζομένων στην καθαριότητα σε συγκεκριμένους φορείς του Δημοσίου, δημιουργώντας έκτακτες και απρόβλεπτες καταστάσεις (ΟλΣτΕ 943/2020).
Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι, υπό το πρίσμα της οδηγίας, κάμπτεται η αντίθεση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στις συνταγματικές επιταγές, η τελευταία δεν θα μπορούσε, άνευ ετέρου, να αναχθεί σε ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 του παραρτήματος της Οδηγίας, χωρίς την ταυτόχρονη διαπίστωση της πρόθεσης του εργοδότη να καταστρατηγήσει την αυξημένη εργασιακή ασφάλεια που παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο από τη σύμβαση εργασίας αορίστου σε σχέση με της αντίστοιχης διάρκειας διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Επομένως, ούτε υπό την εκδοχή αυτή καταλείπεται πεδίο γενικής και άνευ όρων εφαρμογής της ως άνω διάταξης, ως υποκατάστατης ελλείποντος ισοδύναμου μέτρου. Αντιθέτως, ορατός είναι ο κίνδυνος η υιοθέτηση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 ως ισοδύναμου προς την Οδηγία 70/1999 μέτρου να οδηγήσει στην παράκαμψη της ειδικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8, καταλείποντας ευρύτατο περιθώριο μη ορθής εφαρμογής της και στο μέλλον, με προφανή βλάβη του σημαντικού δημόσιου σκοπού που υπηρετείται από τη διάταξη αυτή, πριν από τη θεσμοθέτηση της οποίας υπήρχαν πράγματι, στον τομέα αυτό, διαπιστωμένες κατ' επανάληψη παθογένειες.
Σποραδικές δε, πρόσκαιρες και μεμονωμένες, νομοθετικές ή μη επιλογές, που καταστρατηγούν τον ως άνω συνταγματικό κανόνα, δεν είναι ικανές για να χαρακτηρίσουν, στην κρίση του Έλληνα Δικαστή, τις ρυθμίσεις του πδ 164/2004 ως αναποτελεσματικά ισοδύναμα μέτρα της ρήτρας 5 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία . Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 10-10-2018 (υπ' αριθ. κατάθ. 2667/2018) αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Αρειος Πάγος κατά την έρευνα σχετικού αναιρετικού λόγου (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ιστορούσε ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παρείχε την εργασία του ως ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ανήκον στο ευρύτερο δημόσιο τομέα εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., από την 1-7-2003 έως 31-7-2018, ενώ από την 1-12-2006 ταυτόχρονα και ως τεχνικός ασφαλείας.
Ότι στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι η σχέση που τον συνέδεε με το εναγόμενο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία λύθηκε στις 31-7-2018, κατόπιν καταγγελίας από το εναγόμενο, χωρίς να του καταβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του N.2112/1920 της υπ' αριθμ. 1999/70 Οδηγίας, του άρθρου 103 παp. 8 του Συντάγματος και του υπ'αριθμ. 164/2004 Π/Δ/τος για τη φύση της σχέσης αυτής με το εναγόμενο ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με το εναγόμενο αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ότι η προαναφερόμενη καταγγελία της συμβάσεώς του είναι άκυρη, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του στη θέση την οποία κατείχε, με τις αποδοχές που λάμβανε, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του με την απόφαση που θα εκδοθεί, δ) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 25.124,40 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας...
και επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 23.030,70 ευρώ ως αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.2 Π.Δ. 164/2004....Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1269/2020 απόφασή του έκρινε ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις, κατ' επιταγή των διατάξεων των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, απαγορεύεται να μετατραπούν σε μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν εξυπηρετούσαν πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, επίσης ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2121/1920, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για τη μετατροπή τους σε μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και απέρριψε ως μη νόμιμα τα υπό στοιχ' α', β, γ' και δ' αιτήματα της αγωγής, ενώ δέχθηκε εν μέρει το επικουρικό αίτημα της αγωγής για την καταβολή στον ενάγοντα αποζημίωσης του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004 και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 23.030,70 ευρώ.
Μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1006/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, μη νόμιμη η αγωγή ως προς τα ως άνω υπό στοιχ. α', β', γ' και δ' αιτήματα της και απορρίφθηκε στη συνέχεια η πρώτη ως άνω έφεση του ενάγοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ έγινε δεκτή η δεύτερη έφεση και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η αγωγή ως προς το αίτημα για την καταβολή αποζημίωσης του άρθρου 7 π.δ. 164/2004, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.356,80 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-8-2018.
Με την κρίση του αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τα παραπάνω αιτήματα, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επομ. ΑΚ, 21 του 8 του ν. 2190/1994, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στις ως άνω διατάξεις, ακόμη και εάν ο αναιρεσείων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου.
Ούτε επίσης με την μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 από το Εφετείο, παραβιάστηκαν οι ρυθμίσεις της υπ'αριθμ. 1999/70 Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται.
Επομένως είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέκλεισε την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, υπό το πρίσμα των όσων δέχθηκε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συναφείς υποθέσεις.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η προαναφερομένη Οδηγία δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1458/2018). Περαιτέρω, αναφορικά με την καταβολή της αιτούμενης από τον αναιρεσείοντα αποζημίωσης του άρθρου 7 του Π.Δ/τος 164/2004, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο ενάγων απασχολήθηκε στο εναγόμενο ως ηλεκτρολόγος - μηχανικός δυνάμει των εξής συμβάσεων ορισμένου χρόνου: Της από 1-7-2003 με διάρκεια έως 31-12-2003, της από 1-1-2004 με διάρκεια έως 31-7-2004, της από 1-9-2004 με διάρκεια έως 28-2-2005, της από 1-3-2005 με διάρκεια έως 28-2-2006, της από 1-3-2006 με διάρκεια έως 28-2-2007, της από 1-3-2007 με διάρκεια έως 28-2-2008, της από 29-2-2008 με διάρκεια έως 28-2-2009, της από 1-3-2009 με διάρκεια έως 28-2-2010, της από 1-5-2010 με διάρκεια έως 30-6-2010.
Επίσης στον ενάγοντα ανατέθηκαν παραλλήλως τα καθήκοντα του τεχνικού ασφαλείας, δυνάμει των εξής συμβάσεων ορισμένου χρόνου: Της από 1-12-2006 με διάρκεια έως 30-11-2007, της από 1-12-2007 με διάρκεια έως 30-11-2008, της από 1-12-2008 με διάρκεια έως 30-11-2009, της από 1-12-2009 με διάρκεια έως 30-11-2010. Την 1-7-2010 ενοποιήθηκαν σε μία ενιαία σύμβαση τα καθήκοντα του ενάγοντος ως ηλεκτρολόγου - μηχανικού και τεχνικού ασφαλείας και απασχολήθηκε δυνάμει των εξής συμβάσεων ορισμένου χρόνου με τα καθήκοντα του ηλεκτρολόγου- μηχανικού και του τεχνικού ασφαλείας:
Της από 1-7-2010 με διάρκεια έως 31-12-2010, της από 1-1-2011 με διάρκεια έως 31-7-2011, της από 1-8-2011 με διάρκεια έως 31-12-2011, της από 1-1-2012 με διάρκεια έως 31-8-2012, της από 1-8-2012 με διάρκεια έως 31-7-2013, της από 1-8-2013 με διάρκεια έως 31-7-2014, της από 1-8-2014 με διάρκεια έως 31-7-2015, της από 1-8-2015 με διάρκεια έως 31-7-2016, της από 17-7-2016 με διάρκεια από 1-8-2016 έως 31-7-2018......Περαιτέρω στις 31-7-2018 έληξε η τελευταία σύμβαση του ενάγοντος και το εναγόμενο έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Οι ανωτέρω συμβάσεις του ενάγοντος από τις 19-7-2006, ήτοι 24 μήνες μετά την ισχύ του Π.Δ. 164/2004, είναι άκυρες σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ.1 του προεδρικού αυτού διατάγματος και πρέπει να καταβληθεί στον ενάγοντα αποζημίωση του άρθρου 7 παρ. 2 του άνω Π.Δ., για τον υπολογισμό της οποίας θα ληφθεί υπόψη ο συνολικός χρόνος που απασχολήθηκε ο ενάγων με τις άκυρες συμβάσεις, ήτοι το χρονικό διάστημα από 19-7-2006 έως 31-7-2018, δηλαδή χρονικό διάστημα 12 ετών συμπληρωμένων.
Πρέπει συνεπώς να του καταβληθεί αποζημίωση 8 μηνών, και λαμβανομένου υπόψη του μηνιαίου μισθού του, ο οποίος ανερχόταν στο ποσό των 1.794,60 ευρώ (τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός απασχόλησης του) πρέπει να του καταβληθεί ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 14.356,80 ευρώ (8X1794,60 =14.356,80), το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, (χωρίς την προσαύξηση του 1/6 διότι τα επιδόματα εορτών και αδείας καταργήθηκαν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σύμφωνα με τον νόμο 4093/2012 και δεν καταβάλλονταν τέτοια επιδόματα στον ενάγοντα για να υπολογιστεί προσαύξηση 1/6, μη περιλαμβανόμενα τέτοια επιδόματα λοιπόν στις τακτικές αποδοχές αυτού).
Όμως, με την υπό τις ως άνω παραδοχές κρίση του το Εφετείο και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 164/2004, με τις οποίες προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης στον απολυθέντα (είτε αυτός απασχολείτο με βάση έγκυρες, είτε με βάση άκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου), ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με τον προσδιορισμό της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα αποζημίωση απόλυσης και ειδικότερα, ενώ δέχθηκε (κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του), ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στο αναιρεσίβλητο και κατά το χρονικό διάστημα των είκοσι τεσσάρων μηνών από την ισχύ του Π.Δ. 164/2004, ήτοι από 19-7-2004 μέχρι 19-7-2006, δεν υπολόγισε το χρόνο αυτό στο συνολικό χρόνο εργασίας του για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης απόλυσης.
Επιπλέον, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργάσθηκε στο αναιρεσίβλητο με τις ως άνω συμβάσεις εργασίας και κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 19-7-2004, δεν υπολόγισε το χρονικό αυτό διάστημα στο συνολικό χρόνο εργασίας του για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης απόλυσης, ούτε περιέλαβε αιτιολογία για το μη υπολογισμό αυτού.
Επομένως οι σχετικοί, ορθά εκτιμώμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη κατά το μέρος που αφορά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1006/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ