Legislator Case Law & Legislation
1571/2018 AI generated

1571/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1571/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Legislator headnote

AI generated

1571/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1571 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1571/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Πειραιά" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοδώρας Γούλα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Η. Μ. του Ε., …………. και 49) Μ. Μ. του Α., όλων υπαλλήλων του ... και κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 181/ 2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3763/2010 μη οριστική και 5081/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 16-3-2016 έκθεση του κωλυόμενου αρεοπαγίτη, Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσίβλητων στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα 8087β/15-9-2016 έκθεση επιδόσεως της Μ. Φ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 5081/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (5-4-2016), είχε επιδοθεί νομότυπα στη δικηγόρο Δήμητρα Κοντού, που τους είχε εκπροσωπήσει ως πληρεξούσια ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 6Α παρ.1 του ν.δ.

της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 46 παρ.3 του ν. 4305/2014). Η συζήτηση εκείνη, ύστερα από μία αναβολή, ματαιώθηκε. Ήδη, με την από 28-3-2017 κλήση του αναιρεσείοντος, της οποίας ακριβές αντίγραφο με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε και πάλι νομότυπα και εμπρόθεσμα προς την ίδια δικηγόρο, όπως προκύπτει από την 8701β/26-5-2017 έκθεση επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, η υπόθεση επαναφέρεται νομίμως προς συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος.

Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που ορίσθηκε και αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική τους απουσία, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

2. Με την ένδικη, από 22-12-2005 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι, συνδεόμενοι από ετών με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα "Δήμο Πειραιά" με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν και κατά το κατά περίπτωση ένδικο χρονικό διάστημα εντός των ετών 2002 έως 2005, υπαγόμενοι μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003.

Κατόπιν αυτού ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αντιστοίχως αναφερόμενα χρηματικά ποσά λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτών της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ήτοι 176 ευρώ μηνιαίως). Την αξίωσή τους στηρίζουν κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτούς των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που καθιερώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, λόγω του ότι (κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων) η χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης αυτών που ανακύπτει, κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ λόγω της παρανόμου παραλείψεως των οργάνων του εναγομένου να συντελέσουν στην έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και σ' αυτούς και στο συνυπολογισμό της κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους.

3. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 181/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Με αυτήν η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά παραδοχή της κυρίας βάσεως αυτής. Ο εναγόμενος ΟΤΑ άσκησε έφεση, επιδιώκοντας να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Επ' αυτής εκδόθηκε η τελεσίδικη και ήδη προσβαλλόμενη 5081/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή και η τότε εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίσθηκε.

Κατόπιν, κατά τη νέα εκδίκαση της αγωγής, η επικουρική βάση αυτής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αλλά η κυρία βάση έγινε εν μέρει δεκτή και, αφού κρίθηκαν παραγραμμένες οι αξιώσεις των εναγόντων για το προ της 29-12-2003 χρονικό διάστημα, επιδικάσθηκε στον καθένα από αυτούς η ειδική παροχή για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα συνδέονταν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου. Ότι υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ήτοι αρχικά στις διατάξεις του ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 στις διατάξεις του ν. 3205/2003.

Ότι κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος δεν έλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών τών αμειβόμενων σύμφωνα με τις ως άνω μισθολογικές διατάξεις. Ότι η χορήγηση της ειδικής παροχής δεν συναρτάται με καμιά άλλη προϋπόθεση, όπως τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζόμενων.

Ότι η μη χορήγησή της στους ενάγοντες συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος). Ότι η υποχρέωση χορήγησης της ειδικής παροχής εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την, δια του άρθρου 28 παρ.4 του ν. 3205/2003, κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, διότι το ποσό της παροχής διατηρήθηκε ως προσωπική, μισθολογική διαφορά ενός εκάστου δικαιούχου, μειούμενη μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη (άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003).

Ότι το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση (άρθρα 8 παρ.10 του ν. 2470/1997, 30 παρ.2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ.1 του ν. 3146/ 2003) δεν παρεμποδίζει τη χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής, διότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες παροχής εργασίας και, ως καταφανώς διαφορετικού είδους, δεν επιδέχεται συμψηφισμό με αυτήν κατά το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.

Ότι ομοίως δεν επιδέχεται συμψηφισμό η καταβολή εξόδων κίνησης στους ίδιους εργαζόμενους, διότι και αυτή, αν και γίνεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και αντιμετωπίζεται ως αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι πληρούν την προϋπόθεση της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και δικαιούνται την ένδικη ειδική παροχή, στην έκταση που οι σχετικές αξιώσεις δεν είχαν παραγραφεί, διότι για τη χορήγησή της, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα νομολογιακά δεδομένα, τα οποία ακολούθησε, δεν απαιτούνταν η συνδρομή ουδεμιάς ετέρας προϋποθέσεως.

4. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.

Μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες με το ποσό των 176 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους, αφού αυτοί, ως εργαζόμενοι ιδιωτικού δικαίου στον αναιρεσείοντα οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, λάμβαναν πρόσθετες μισθολογικές παροχές (επίδομα ειδικής απασχόλησης και έξοδα κίνησης, βλ.

παραπάνω αρ.3), οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 176 ευρώ (άρθρα 8 παρ.8 και 13 του ν. 2470/1997, 8 παρ.6 και 12 του ν. 3205/2003, 5 παρ.3 του ν. 2685/1999 και 131 του π.δ. 351/2003). Πέραν αυτού, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση ούτε της δημόσιας διοίκησης γενικά αλλά ούτε και του αναιρεσείοντος οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ειδικότερα για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί προηγουμένως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.

Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ' υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως, ισότητα δε στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 38/2017, ΑΠ 932/2015, πρβλ. ΟλΣτΕ 95/2013). Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α'), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα και, κατά παραδοχή αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως προς όλους τους ενάγοντες ως μη νόμιμη και κατά τις δύο νομικές βάσεις αυτής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (βλ. παραπάνω αρ.4) και κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ισονομίας διαπιστώνεται ούτε παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης, ειδικής παροχής στους ενάγοντες. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν επί σειράν ετών διακυμάνσεων της νομολογίας, οι οποίες μόνον εσχάτως ήρθησαν με την ως άνω απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5081/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατώντας την υπόθεση, δέχεται την από 12-6-2007 έφεση κατά της 181/ 2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 22-12-2005 αγωγή στο σύνολό της. -Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ