Legislator Case Law & Legislation
1571/2017 AI generated

1571/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1571/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Legislator headnote

AI generated

1571/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
lapse due to peremption time limits for seeking redress duration of insurance entitlement protection of accrued rights previous legal status warranty of title
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1571 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1571/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ν. του Α. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπατσώρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ξ. του Γ., 2) Δ. Ξ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευρυπίδη Κουζούκο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/5/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Εξ άλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α’ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α’ ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Έτσι, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Κι’ αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση , θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως , κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολομ. ΑΠ 23/1994, 38/1996). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ καθιερώνεται σωρευτική αναδοχή από το νόμο περιορισμένη μέχρι την αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται, δημιουργείται δηλαδή παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ μεταβιβάζοντα και αποκτώντα για τα χρέη του πρώτου που υπήρχαν μέχρι το χρόνο της μεταβιβάσεως.

Επομένως, εφόσον με τη σωρευτική αναδοχή ο αποκτών υπέχει έναντι του δανειστή την ίδια υποχρέωση όπως ο μεταβιβάζων οφειλέτης, έχει τα ίδια με αυτόν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα όσον αφορά τα χρέη, όμως οι ενοχές των δυο αυτών συνοφειλετών είναι αυτοτελείς, ως προς την ύπαρξη και εξέλιξή τους και καθεμία υπόκειται σε γεγονότα υποκειμενικά και αντικειμενικά.

Από αυτό έπεται ότι ενστάσεις που είχαν γεννηθεί κατά το χρόνο μεταβιβάσεως υπέρ του μεταβιβάζοντα ή υπέρ του δανειστή, αντιτάσσονται από και κατά του αποκτώντα. ‘ Ομως, μετά τη μεταβίβαση, λόγω της αυτοτέλειας της ενοχής των δύο εις ολόκληρον συνοφειλεών, αντιτάσσονται μόνο όσα γεγονότα ενεργούν αντικειμενικά (άρθρα 483-485 ΑΚ) και όχι εκείνα που ενεργούν υποκειμενικά (άρθρο 486 ΑΚ).

‘ Ετσι, αν κατά το χρόνο μεταβιβάσεως ο ως άνω χρόνος παραγραφής της απαιτήσεως του δανειστή κατά του αποδέκτη μεταβιβάζοντα είχε επιμηκυνθεί σε είκοσι χρόνια κατ’ άρθρο 268 ΑΚ, επειδή η αξίωση αυτή βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ή λόγο τελεσιδικίας της διαταγής πληρωμής, το γεγονός αυτό αντιτάσσεται από το δανειστή κατά του αποκτώντα.

Αν όμως η επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής έγινε μετά τη σύναψη της συμβάσεως μεταβιβάσεως περιουσίας κατά το άρθρο 479 ΑΚ, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αντιτάξει ο δανειστής κατά του αποκτήσαντα, αφού η διακοπή και επιμήκυνση της παραγραφής ενεργεί υποκειμενικά κατ’ άρθρο 486 ΑΚ για τον ένα συνοφειλέτη στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν τα γεγονότα αυτά (ΑΠ 1695/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1089/28.11.1997 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών ο Γ. Ξ. του Β., πατέρας των εναγομένων, κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος που έγινε στη συμβολή της Εθνικής οδού Πατρών -Πύργου και της επαρχιακής οδού που οδηγεί στο χωριό ...

του Δήμου ... την 28.4.1991, στο οποίο υπέστη βαρύ ακρωτηριαστικό τραύμα στο αριστερό άνω άκρο με πλήρη διατομή όλων των αγγείων και των νεύρων, καθώς και κάταγμα του βραχιονίου και κάτω τρίτη μορίου αριστερής κνήμης, θλάση της κοιλίας με ρήξη των σπλάχνων, συνεπεία των βλαβών αυτών, κατέστη ανίκανος για εργασία με ποσοστό αναπηρίας 67% και υποχρεώθηκε, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων για το διάστημα από Ιούλιο του 1993 έως και Δεκέμβριο 1993 το συνολικό ποσό των 300.000 δραχμών, το οποίο ο ενάγων απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του, μετά από αίτημα του τελευταίου με την από 10.12.1995 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών για το προαναφερόμενο διάστημα.

Περαιτέρω δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1011/18.10.1999 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, μετά την άσκηση της από 20.10.1998 αγωγής του ενάγοντας, αναγνωρίσθηκε ότι ο ως άνω υπαίτιος οδηγός, Γ. Ξ., πατέρας των εναγόμενων, είναι υπόχρεος να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων εκ της ανικανότητάς του προς εργασία σε χρηματικές δόσεις κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως την 31.12.2040 το συνολικό ποσό των 158.632,43 ευρώ( ή 54.054.000 δραχμών), νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης έως την εξόφληση, όπως τα μηνιαία ποσά αναφέρονται αναλυτικά στην εν λόγω απόφαση και ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει κατά την χρονική περίοδο από 1.1.2005 έως 31.12.2007 το ποσό 65.500 δραχ μηνιαίως, κατά την χρονική περίοδο από 1.1.2008 έως 31.12.2010 το ποσό των 75.500 δρχ μηνιαίως και κατά την χρονική περίοδο από 1.1.2011 έως 31.12.2013 το ποσό των 85.500 δρχ μηνιαίως.

Από το πιο πάνω συνολικό ποσό έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το συνολικό ποσό των 18.641,10 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 8.4.2005 έως 31,1.2011. Επίσης με την ίδια απόφαση (1011/18.10.1999) απορρίφθηκε η ένσταση του τότε πρώτου εναγόμενου (Γ. Ξ.), περί παραγραφής της τότε επίδικης απαίτησης του ενάγοντος, με την αιτιολογία ότι η απαίτηση αποζημίωσης του ενάγοντας δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937παρ1 του ΑΚ, αλλά στην παραγραφή που ορίζει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, αφού η αδικοπραξία συνιστά ποινικά κολάσιμη πράξη (σωματική βλάβη από αμέλεια) και ως πλημμέλημα υπόκειται σε οκταετή παραγραφή, συνυπολογιζομενης και της τριετούς αναστολής λόγω κύριας διαδικασίας (άρθρα 111παρ3,112,113παρ2ΠΚ), η οποία και δεν παρήλθε από την ημέρα του ατυχήματος (28.4.1991) έως την άσκηση της αγωγής(Νοέμβριος 1998).

Η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ 1011/18.10.1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών έγινε τελεσίδικη μετά την παρέλευση τριετίας από την δημοσίευσή της, κατ’ άρθρο 518 παρ2 ΚΠολΔ, ήτοι την 20.10.2002. Ο πατέρας των εναγομένων Γ. Ξ., μετά την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας του, προς τους εναγομένους- τέκνα του, δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../2000 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Α.

Φ.-Π., τα οποία νόμιμα μεταγράφηκαν την 21.1.2000 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαλιάδας στον τόμο ... με αριθμούς ... αντίστοιχα, την κυριότητα του ιδανικού μεριδίου των 3/4 εξ αδιαιρέτου επί των κατωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών. Ειδικότερα, στον πρώτο των εναγομένων μεταβίβασε δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...2000 συμβολαίου γονικής παροχής 1) μια αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία "ΙΣΟΓΕΙΟ" του ισογείου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στην Αμαλιάδα, επιφάνειας 87 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 262/1000 εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενη από ένα ενιαίο χώρο, που χρησιμοποιείται ως κατάστημα, η οποία συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Κ., νότια με την είσοδο της πολυκατοικίας, ανατολικά με την οδό ...

και δυτικά με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και 2. μια αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία "Α όροφος" του πρώτου ορόφου υπέρ το ισόγειο της οικοδομής αυτής που βρίσκεται στην Αμαλιάδα, πλήρως αποπερατωμένη, έχουσα επιφάνεια 123,72 τ.μ. , με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 369/1000 εξ αδιαιρέτου, η οποία αποτελείται από χωλ, κουζίνα, τρία υπνοδωμάτια, καθημερινό, λουτρό, και διαδρόμους και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ Κ., νότια με ιδιοκτησία Μ.

Δ., ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και με το κλιμακοστάσιο. Στη δεύτερη των εναγομένων ο Β. Ξ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...2000 συμβολαίου γονικής παροχής μεταβίβασε τη μέλλουσα να ανεγερθεί οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχ "Β όροφος" η οποία θα έχει επιφάνεια 123,72 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 369/1000 αδιαίρετα και η οποία θα αποτελείται από χωλ, κουζίνα, τρία υπνοδωμάτια, καθημερινό, λουτρό, και διαδρόμους και θα συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ Κ., νότια με ιδιοκτησία Μ.

Δ., ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και με το κλιμακοστάσιο, που βρίσκονται σε οικόπεδο εμβαδού 275 τ.μ. κείμενο εντός του δήμου Αμαλιάδας, οριοθετούμενο, κατά τον τίτλο κτήσης, ανατολικά με δημοτική οδό ..., δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Π., βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Μ.

Δ.. Περαιτέρω, με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η ένσταση παραγραφής που προέβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το αιτιολογικό ότι λόγω της τελεσίδικης επιδίκασης αποζημίωσης με την υπ’ αριθμ. 1089/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που επιδίκασε στον ενάγοντα μέρος της αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων προηγούμενου χρονικού διαστήματος, το έτος 1997 επήλθε επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία της, και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημιά αναγόμενη σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, ώστε η ένδικη αξίωση του ενάγοντας, που αφορά την μεταγενέστερη αυτής, επίσης τελεσιδίκους επιδικασθείσα αποζημίωσή του για την ίδια αιτία με την υπ’ αριθμ.1011/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που ασκήθηκε με την κρινόμενη αγωγή του (9.3.2011) δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή ούτε έναντι του πατέρα των εναγόμενων, λόγω της επιμήκυνσης αυτής σε εικοσαετή, ούτε έναντι των εναγομένων.

Οι εκκαλούντες με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσής τους, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, παραπονούνται κατά της εκκαλούμενης απόφασης για την απόρριψη της ένστασής τους περί παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος που είχαν προβάλλει με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και την εσφαλμένη παραδοχή της εκκαλουμένης περί επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή.

Ειδικότερα, με την ένστασή τους αυτή, (στηριζόμενη στα άρθρα 937παρ1, 479ΑΚ), την οποία επαναφέρουν με τους ως άνω λόγους της έφεσής τους, ισχυρίζονται ότι η επίδικη αξίωση του ενάγοντος κατά των εναγόμενων παραγράφηκε, επικαλούμενοι ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από την τέλεση του ατυχήματος(1991), αλλά και από τις επίδικες μεταβιβάσεις που έγιναν το έτος 2000 μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, την 9.3.2011, και ότι δεν είχε επιμηκυνθεί ο πενταετής χρόνος της παραγραφής της ένδικης αξίωσης σε εικοσαετή με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, ήτοι της υπ’ αριθμ. 1089/1997 απόφασης του Εφετείου Πατρών, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης.

Εξάλλου, ο εφεσίβλητος, προς απόκρουση του λόγου αυτού της έφεσης προβάλει με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού τον ισχυρισμό περί επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή πριν την μεταβίβαση της περιουσίας από τον οφειλέτη στους εναγομένους ( αντένσταση στηριζόμενη στο άρθρο 268 εδ.α ΑΚ), επικαλούμενος ότι το έτος 1997 με την υπ’ αριθμ. 1089/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που επιδίκασε στον ενάγοντα μέρος της αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων προηγούμενου χρονικού διαστήματος, επήλθε επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία της και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημιά αναγόμενη σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (με την αριθμ. 1089/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών) και ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, που αφορά την μεταγενέστερη αυτής, επίσης, τελεσιδίκως επιδικασθείσα αποζημίωσή του για την ίδια αιτία με την υπ’ αριθμ. 1011/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που ασκήθηκε με την κρινόμενη αγωγή του (9.3.2011) δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή ως προς τους εναγόμενους.

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το χρέος του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και πατέρα των εναγόμενων, Γ. Ξ., απορρέει από την υπ’ αριθμ. 1011/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών για αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων που αφορούν μελλοντική ζημία από τον τραυματισμό του ενάγοντος στο αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα την 28.4.1991 και για το οποίο κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος ο πατέρας των εναγόμενων με την υπ’ αριθμ. 1089/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία και επιδικάσθηκε για απώλεια εισοδημάτων του το ποσό των 300.000 δραχμών.

Συνεπώς το χρέος του ενάγοντος προέρχεται από αδικοπραξία. Στην περίπτωση αυτή, της αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημιά, εν προκειμένω αποθετική (απώλεια εισοδημάτων), που είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου σε αποζημίωση, εν προκειμένω από την ημερομηνία του ατυχήματος(1991).

Η ίδια απαίτηση παραγράφεται μετά παρέλευση πενταετίας και όταν προβάλλεται κατά του αποκτώντας, δεδομένου ότι η μεταβίβαση κατά το άρθρο 479ΑΚ δεν συνιστά λόγο διακοπής της παραγραφής, η οποία εξακολουθεί να τρέχει απέναντι του αποκτώντας με αφετηρία τον χρόνο έναρξής της ως προς τον αρχικό οφειλέτη.

Όμως με την τελεσιδικία της υπ’ αριθμ. 1089/1997 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με την οποία και επιδικάστηκε μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων, δεν επιμηκύνθηκε η πενταετής παραγραφή σε εικοσαετή, καθόσον η από 10.12.1995 (αρχική) αγωγή ασκήθηκε για μέρος μόνο της όλης αξίωσης του ενάγοντος για διαφυγόντα εισοδήματα και δεν επέφερε διακοπή της παραγραφής του άρθρου 937 παρ 1 του ΑΚ, που είχε αρχίσει πριν την άσκησή της, και ως προς το μέρος της αξιώσεως για αποθετική ζημιά περαιτέρω χρόνου(2002-2040), που ήταν προβλεπτή, ως προς το οποίο η παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν την δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης, δεδομένου ότι...στην περίπτωση αυτή η εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια(πενταετή) παραγραφή (...ως προς το ότι στην μακρότερη ποινική παραγραφή του άρθρου 937παρ2 του ΑΚ δεν συνυπολογίζεται το διάστημα της τριετούς αναστολής άρθρου 113 παρ3 ΠΚ).

Κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της 21.1.2000, οπότε ο οφειλέτης, πατέρας των εναγομένων μεταβίβασε την κυριότητα του ιδανικού του μεριδίου των 3/4 εξ αδιαιρέτου επί των προαναφερόμενων ακινήτων στους εναγομένους, η ως άνω (πενταετής) παραγραφή δεν είχε επιμηκυνθεί σε εικοσαετία, αφού η υπ’ αριθμ. 1011/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών δεν είχε γίνει τότε τελεσίδικη, αλλά έγινε την 20.10.2002, με την παρέλευση της τριετίας από την δημοσίευσή της, δίχως να ασκηθεί έφεση επί αυτής από κανένα διάδικο.

Επομένως, η επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετή έγινε μετά την πιο πάνω μεταβίβαση κατ’ άρθρο 479 του ΑΚ και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί ο ενάγων δανειστής να την αντιτάξει κατά των αποκτησάντων εναγομένων, αφού η διακοπή και η επιμήκυνση της παραγραφής ενεργεί υποκειμενικά κατ’ άρθρο 486 του ΑΚ για τον ένα συνοφειλέτη στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν τα γεγονότα αυτά,.....

Συνεπώς, η παραγραφή της ένδικης αξίωσης μετά την μεταβίβαση της περιουσίας κατ’ άρθρο 479 ΑΚ εξακολούθησε να τρέχει ως προς τους αποκτήσαντες εναγομένους και συμπληρώθηκε η πενταετής παραγραφή στο πρόσωπο των τελευταίων, καθόσον και από τον χρόνο της μεταβίβασης (21.1.2000), οπότε και έγινε η μεταβίβαση της πιο πάνω περιουσίας του οφειλέτη στους εναγομένους (αν και όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί διακοπτικό γεγονός) μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (9.3.2011) πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν επικαλείται διακοπτικό γεγονότα της παραγραφής όσον αφορά τους εναγόμενους.

Συνεπώς με βάση τα προαναφερόμενα η επίδικη αξίωση του ενάγοντος κατά των εναγόμενων, μετά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, παραγράφηκε ως προς τους εναγόμενους (όχι ως προς τον πατέρα των εναγόμενων, λόγω της επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή ως προς αυτόν δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1011/18.10.1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πάτρας, και μετά την τελεσιδικία της, την 20.10.2002, καθώς μέχρι τότε δεν ασκήθηκε κατά αυτής έφεση).

Πρέπει λοιπόν η αντένσταση περί επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή (άρθρο 268 ΑΚ) το έτος 1997 με την υπ’ αριθμ. 1089/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών, πριν την ως άνω μεταβίβαση, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης του ενάγοντος κατά των εναγόμενων, που πρόβαλαν οι τελευταίοι (εναγόμενοι).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένσταση της παραγραφής, την οποία πρότειναν οι εναγόμενοι, κάνοντας δεκτό ότι επήλθε το έτος 1997 επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, όπως προαναφέρθηκε, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 268 εδ.

α ΑΚ και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, όπως αναλύονται στο δικόγραφο αυτής, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ’ ουσίαν βάσιμοι και πρέπει, δεκτής γενομένης της έφεσης (παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης),να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση κατ’ ουσίαν (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη...".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και αφού εξαφάνισε την οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, λόγω παραγραφής, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την παραγραφή των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, ως προς τους αναιρεσιβλήτους, εξαιτίας της αυτοτέλειας της ενοχής τους έναντι εκείνης του εις ολόκληρο συνοφειλέτη τους, μεταβιβάσαντος πατέρα τους και της υποκειμενικής ενέργειας της παραγραφής.

Τούτο δε ειδικότερα, διότι κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το χρόνο (1997) τελεσιδικίας της 1089/1997 απόφασης του Εφετείου Πατρών, ως προς αυτούς, δεν επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής των επίδικων αξιώσεων, εφόσον αυτές, μη ασκηθείσες με την προγενέστερη από 10/12/1995 αγωγή, είχαν (το 1996) παραγραφεί πριν τη δημοσίευση της τελεσίδικης αυτής απόφασης και συνεπώς, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο (21/1/2000) μεταβίβασης σ’ αυτούς της περιουσίας του οφειλέτη πατέρα τους, ο πενταετής χρόνος παραγραφής δεν είχε επιμυκηνθεί, ως προς εκείνους, ενώ η 1011/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών έγινε τελεσίδικη, στις 20/10/2002, ήτοι μετά την επίμαχη μεταβίβαση.

Οι ανωτέρω παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 247, 251, 261, 268, 298, 479, 914, 922 και 937 παρ. 1 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσειόντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31/5/2016 αίτηση του Ι. Ν., για αναίρεση της 370/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου