1571/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 668/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 30.11.2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 265/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε απορρίψει προηγουμένως ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 30.5.2007 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και του μεταποβιώσαντος αδελφού τους Κ. Π., με την οποία, όπως αυτή περιορίστηκε, ζήτησε η αναιρεσείουσα να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν ισομερώς, ως μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής της για το έργο που κατά τη μεταξύ τους σύμβαση ανέλαβε και εκτέλεσε για λογαριασμό τους, το ποσό του αναλογούντος στην αμοιβή της Φ.Π.Α., ύψους 307.310 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated1571/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι (δηλαδή η ενάγουσα εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του Δ.Σ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1571 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1571/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Χ. & Γ. Μ. Α.Ε", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μιχαλόλια, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Π. του Ι., κατοίκου ... και 2. Θ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ράνια Μπουρδάκη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας Γεώργιος Μιχαλόλιας και ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαΐου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 265/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 668/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Μαρτίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 5 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 668/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 30.11.2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 265/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε απορρίψει προηγουμένως ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 30.5.2007 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και του μεταποβιώσαντος αδελφού τους Κ. Π., με την οποία, όπως αυτή περιορίστηκε, ζήτησε η αναιρεσείουσα να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν ισομερώς, ως μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής της για το έργο που κατά τη μεταξύ τους σύμβαση ανέλαβε και εκτέλεσε για λογαριασμό τους, το ποσό του αναλογούντος στην αμοιβή της Φ.Π.Α., ύψους 307.310 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι (δηλαδή η ενάγουσα εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του Δ.Σ.
αυτής και διευθύνοντα σύμβουλό της Χ. Μ., ο πρώτος και ο τρίτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητοι και ο μεταποβιώσας δεύτερος των εναγομένων Κ. Π.) και επιπλέον, ως εκ τρίτου συμβαλλομένη, η μητέρα των εναγομένων Σ. Β. του Θ., κατάρτισαν στην Αθήνα, με το από 13.5.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι και η μητέρα τους ανέθεσαν στην ενάγουσα εταιρεία την κατασκευή και ανέγερση, με δαπάνες της τελευταίας, ενός ξενοδοχειακού συγκροτήματος επιπλωμένων διαμερισμάτων σε δυο όμορα και συνεχόμενα οικόπεδα, εκ των οποίων το μεν πρώτο ανήκε, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, σε καθέναν από τους εναγομένους και έχει έκταση 4.064,19 m2 ..., το δε δεύτερο ανήκε στη μητέρα τους και έχει έκταση 8.459,45 m2.
Τα ακίνητα αυτά ..., βρίσκονται στη θέση " ..." ή " ..." της κτηματικής περιφέρειας του ... του Δήμου Νέας Κυδωνίας Χανίων. Το υπό ανέγερση ξενοδοχειακό συγκρότημα συμφωνήθηκε να αποτελείται από δυο επί μέρους αυτόνομες ξενοδοχειακές μονάδες, κάθε μια από τις οποίες θα αναγειρόταν σε καθένα από τα παραπάνω ακίνητα, με ενιαία όμως αρχιτεκτονική μελέτη.
Ως αμοιβή για την ανέγερση, κατασκευή, πλήρη αποπεράτωση και παράδοση ... της ξενοδοχειακής μονάδας των εναγομένων δεν συμφωνήθηκε χρηματικό ποσό, αλλά συμφωνήθηκε να λάβει η ενάγουσα ως εργολαβικό αντάλλαγμα το ακίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας των εναγομένων ..., το οποίο η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει ...
στην ενάγουσα ή σε όποιον αυτή θα της υποδείκνυε ... Δηλαδή ... η αμοιβή της ενάγουσας για την ανέγερση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο ακίνητο των εναγομένων υπολογίστηκε να ανέρχεται σε ποσό ίσο με την αξία ... του οικοπέδου ιδιοκτησίας της Σ. Β. και προσδιορίστηκε, κατά προσέγγιση, σε ποσό από 2.201.027 έως 2.347.762 ευρώ ...
Κατόπιν καταρτίστηκε ... μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων το από 17.2.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο, όπως αναγράφεται στο κείμενό του, αποτελεί πρόσθετο συμφωνητικό στο από 13.5.2003 γενικό ιδιωτικό συμφωνητικό. Στην παράγραφο 3 αυτού, πλην άλλων, αναφέρεται, ότι η ενάγουσα βαρυνόταν με όλες ανεξαιρέτως τις εργασίες, την καταβολή των εισφορών, φόρων και αμοιβών και τις δαπάνες ανέγερσης της ξενοδοχειακής μονάδας των εναγομένων.
Στην παράγραφο 4 του ίδιου συμφωνητικού διευκρινίζεται ότι οι εναγόμενοι βαρύνονταν μόνο με την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής, όπως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 5, με την οποία διευκρινίζεται ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή για το έργο, ανερχόμενη στο ποσό από 2.201.027 έως 2.347.762 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., θα καταβληθεί από την εκ τρίτου συμβαλλομένη Σ.
Β., λόγω στερητικής από αυτή αναδοχής χρέους και τέλος στην παράγραφο 6 του ίδιου συμφωνητικού αναφέρεται ότι η Σ. Β. θα καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα για την κατασκευή του έργου αμοιβή από το τίμημα μεταβίβασης του προαναφερόμενου ακινήτου της ιδιοκτησίας της, που καθορίστηκε μεταξύ 2.201.027 και 2.347.762 ευρώ, δηλαδή στα ποσά, στα οποία καθορίστηκε με το από 13.5.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι θα κυμαίνεται η αμοιβή της εργολάβου εταιρείας.
Από τα ανωτέρω συμφωνητικά αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι είχαν πλήρως απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής αμοιβής για την ανέγερση ξενοδοχείου στο ακίνητό τους. Τέλος οι εναγόμενοι, δυνάμει του από 9.8.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού ..., ανέθεσαν στην ενάγουσα το ως άνω έργο, της κατασκευής και ανέγερσης της ξενοδοχειακής μονάδας στο ακίνητό τους, αντί συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος 1.600.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., μέρος του οποίου, ύψους 571.770,24 ευρώ, φέρεται να καταβλήθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα, ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικώς σ' αυτή, σε έξι δόσεις, εκάστη των οποίων καθορίστηκε σε ποσό 150.000 ευρώ και η τελευταία σε 128.229,76 ευρώ, χρήματα τα οποία, κατά το συμφωνητικό, θα καταβάλλονταν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και μέχρι την περάτωση του έργου.
Ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα, με το με αριθμό .../9.8.2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Αντώνιου Νικηφοράκη, που μεταγράφτηκε νόμιμα ..., η Σ. Β. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην εταιρεία με την επωνυμία ΑΝΕΛΙΞΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κατά ποσοστό 99% και στον Χ. Μ. κατά ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου το ακίνητό της ...
Ο τελευταίος, εκτός από πρόεδρος του Δ.Σ. της ενάγουσας, είναι ταυτόχρονα και πρόεδρος της αγοράστριας εταιρείας. Στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται ως τίμημα της πωλήσεως το ποσό του 1.028.229,76 ευρώ, το οποίο φέρεται να είναι καταβλητέο σε δόσεις, οι ημερομηνίες και τα επί μέρους ποσά των οποίων συμπίπτουν απολύτως με τις δόσεις, στις οποίες συμφωνήθηκε να καταβληθεί το φερόμενο ως υπόλοιπο του εργολαβικού ανταλλάγματος ...
Την ίδια επίσης ημέρα, 9.8.2004, η ενάγουσα ... και οι εναγόμενοι συνυπέγραψαν ένα επιπλέον έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται "Πρόσθετη Τελική Πράξη", στο οποίο, μεταξύ άλλων υποχρεώσεων, που ανέλαβαν οι εναγόμενοι και αφορούσαν την εκμίσθωση του ανεγερθέντος στο ακίνητο της ιδιοκτησίας τους ξενοδοχείου για διάστημα 14 ετών στην ενάγουσα, ρητώς αναφέρεται ότι οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν με τα από 13.5.2003, 17.2.2004 και 9.8.2004 ιδιωτικά συμφωνητικά και το με αριθμό .../9.8.2004 πωλητήριο συμβόλαιο μεταβίβασης του ακινήτου της Σ.
Β., είναι συναφείς, αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοεξαρτώμενες. Το συμφωνηθέν έργο εκτελέστηκε προσηκόντως και παραδόθηκε στους εναγομένους από την ενάγουσα ... Η τελευταία εξέδωσε για την αμοιβή της τιμολόγια - δελτία αποστολής επ' ονόματι της κοινωνίας, που συνέστησαν μεταξύ τους οι εναγόμενοι για την εκμετάλλευση της ως άνω ξενοδοχειακής μονάδας, συνολικής αξίας 1.956.310 ευρώ, στα οποία τιμολόγια προσδιοριζόταν η καθαρή αξία εκάστου και ο αναλογών Φ.Π.Α.
Ειδικότερα προσδιόρισε την αμοιβή της σε ποσό 1.649.000 ευρώ και τον συνολικό Φ.Π.Α. σε 307.310 ευρώ ..., επικαλούμενη δε τα εν λόγω τιμολόγια και το από 9.8.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης έργου, μεμονωμένα και όχι σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα συμφωνητικά, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι της κατέβαλαν μεν το ποσό του 1.649.000 ευρώ, με το οποίο κάλυψαν την καθαρή αξία των τιμολογίων, εξακολουθούν όμως να της οφείλουν το ποσό που αντιστοιχεί στον συνολικό Φ.Π.Α.
των ως άνω τιμολογίων, ύψους 307.310 ευρώ. Από τη συγκριτική μελέτη των ιδιωτικών συμφωνητικών καταδεικνύεται ότι ανάμεσα στα από 13.5.2003 και 17.2.2004 ιδιωτικά συμφωνητικά και σ' αυτό από 9.8.2004, που επικαλείται η ενάγουσα, υφίσταται αντίφαση ως προς την αμοιβή και το ύψος αυτής (εργολαβικό αντάλλαγμα) που δικαιούταν να λάβει η ενάγουσα για την ανέγερση της ως άνω ξενοδοχειακής μονάδας.
Συγκεκριμένα, στο από 13.5.2003 συμφωνητικό αναφέρεται ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται στην μεταβίβαση στην ενάγουσα της κυριότητας ακινήτου εκτάσεως 8.459,45 m2, ιδιοκτησίας της Σ. Β., στο από 17.2.2004 συμφωνητικό αναφέρεται ότι θα καταβληθεί από τη Σ. Β. αμοιβή (και όχι αυτούσιο το εμπράγματο δικαίωμα στο ακίνητό της), που θα προέρχεται από το τίμημα πωλήσεως του ως άνω ακινήτου της στην ενάγουσα εταιρεία, στο δε τελευταίο συμφωνητικό, με ημερομηνία 9.8.2004, αναφέρεται ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται στο ποσό του 1.600.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., το οποίο θα κατέβαλαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι.
Όμως από κανένα από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι καταβλήθηκε τμηματικά στην ενάγουσα μέρος της αμοιβής της από τους εναγομένους με χρήματα μάλιστα που τους έδωσε η μητέρα τους από την πώληση του εν λόγω ακινήτου της ..., αφού η ενάγουσα δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται σχετικά με τις καταβολές αυτές άλλα, πλην των εκδοθέντων τιμολογίων, παραστατικά, όπως π.χ.
αποδείξεις καταβολής, γραμμάτια κατάθεσης σε τραπεζικό ίδρυμα, επιταγές κλπ. ή έστω αποσπάσματα από τα εμπορικά της βιβλία, από τα οποία να εμφαίνεται η καταχώρηση των σχετικών παραστατικών. Εσφαλμένα δε απομονώνει το κείμενο του από 9.8.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, δεδομένου ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, από τα οποία, αλληλοσυμπληρούμενα και αλληλοεξαρτώμενα, προκύπτει, αντίθετα, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ότι ...
δεν έγιναν οι χρηματικές καταβολές που επικαλείται η ενάγουσα ότι έγιναν προς εξόφληση της καθαρής αξίας των ως άνω τιμολογίων, αφού οι εναγόμενοι ούτε υποχρέωση καταβολής χρημάτων είχαν ούτε και κατέβαλαν κάποιο ποσό ως αμοιβή της εργολάβου εταιρείας ... Η μόνη παροχή που αυτή θα λάμβανε για την εκτέλεση του έργου και η οποία αποτελούσε το μόνο εργολαβικό αντάλλαγμα, ήταν το ακίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας των εναγομένων, η οποία αναδέχθηκε στερητικώς την οφειλή των υιών της.
Μάλιστα με τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου σε εταιρεία που υπέδειξαν τα εκπροσωπούντα την ενάγουσα όργανα και συγκεκριμένα στην εταιρεία με την επωνυμία ΑΝΕΛΙΞΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που ανήκει στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο με την ενάγουσα ..., εκπλήρωσαν οι εναγόμενοι στο ακέραιο την υποχρέωσή τους αναφορικά με το εργολαβικό αντάλλαγμα ...
Η ενάγουσα θεμελίωσε την αγωγή της όχι στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, αλλά μόνο σ' αυτές για τη σύμβαση έργου, ζητώντας με βάση αυτές την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της και συγκεκριμένα την καταβολή του Φ.Π.Α., ισχυριζόμενη ότι με βάση τα μεταξύ τους ιδιωτικά συμφωνητικά και τα εκδοθέντα από αυτή τιμολόγια οι εναγόμενοι όφειλαν να της καταβάλουν το αιτούμενο με την αγωγή της κονδύλιο ...
Βέβαια οι εναγόμενοι παρέλαβαν και καταχώρησαν στα βιβλία της μεταξύ των κοινωνίας, που ιδρύθηκε για την εκμετάλλευση της ξενοδοχειακής μονάδας τους, όλα τα τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό 8/17.1.2006 παραστατικό, το οποίο αναφέρεται στην είσπραξη της τελευταίας δόσης της αμοιβής της ενάγουσας και στο οποίο γίνεται ρητή επισημείωση ότι εκκρεμεί η πληρωμή του Φ.Π.Α.
Ωστόσο η καταχώρηση αυτή ήταν επιβεβλημένη για τους εναγομένους για φορολογικούς λόγους, δεδομένου ότι στις αρμόδιες φορολογικές αρχές εμφανίστηκε ότι συμφωνήθηκε η καταβολή της αμοιβής της εργολάβου σε χρήμα και μάλιστα σε δόσεις, παράλληλα προς την πώληση σ' αυτή του ακινήτου της Σ. Β., και όχι ότι το οικόπεδο της τελευταίας αποτελούσε το εργολαβικό αντάλλαγμα ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία με όμοιες παραδοχές είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 361, 681 και 694 του ΑΚ και με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων η καταβολή Φ.Π.Α.
για το έργο που ανέλαβε και εκτέλεσε η αναιρεσείουσα για λογαριασμό των εναγομένων δεν θα βάρυνε αυτούς ως μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματός της, αλλά το όλο εργολαβικό αντάλλαγμα, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., θα καλυπτόταν και πράγματι καλύφθηκε πλήρως με τη μεταβίβαση του ακινήτου της Σ. Β.
στην εταιρεία ΑΝΕΛΙΞΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που υπέδειξε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται και με τους δυο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους δεν αποδίδεται κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, στους οποίους έμμεσα, αλλά σαφώς, προσέφυγε το Εφετείο προκειμένου να ερμηνεύσει τη βούληση των διαδίκων, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο των μεταξύ τους συμφωνητικών και να καταλήξει έτσι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, αφού προσφυγή στους κανόνες αυτούς υπάρχει έστω και αν δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 355/2004), ενώ και η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή (ΑΠ 311/1993, 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004, 215/2005).
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 017006, 017007 και 017008/2013 παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και 2537973, 2537974, 2537975, 2537976, 2537977 και 2537978/2013 παραβόλων του Δημοσίου, συνολικής αξίας 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 7/2013 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Κρήτης.
Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.3.2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Χ. & Γ. Μ. Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 668/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 017006, 017007 και 017008/2013 παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., σειράς Α και 2537973, 2537974, 2537975, 2537976, 2537977 και 2537978/2013 παραβόλων του Δημοσίου, σειράς Α, συνολικής αξίας 300 ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ