1571/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1571/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1571 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1571/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Δ. του Ν., συζ. εν διαστάσει Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3.1.2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 242/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1835/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 14 Μαρτίου 2012 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. 1014/20 Απριλίου 2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών... αντίγραφο της από 14 Μαρτίου 2012 κλήσης με την οποία φέρεται σε συζήτηση η από 23 Ιουλίου 2010 αίτηση αναίρεσης της καθής η κλήση με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρ. 576 παρ.1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο κατά το μέρος που εξεκλήθη, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολομ.ΑΠ 16/1990).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες". Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου του οποίου η απόφαση ενσωματώθηκε στη προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η κατ' αυτής έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 4.5.1994 στο Βόλο, ο οποίος ιερολογήθηκε κατά το ορθόδοξο Θρησκευτικό δόγμα στις 24.4.1996 στο Αρμένιο Λαρίσης, από τον οποίον απέκτησαν δύο ανήλικα σήμερα τέκνα.
Η τελευταία κοινή διαμονή των συζύγων ήταν στο ..., στη ... και επί της οδού ... . Η έγγαμη συμβίωση, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε ομαλά και από τον Ιανουάριο του 2003, το ζευγάρι ζει χωριστά. Η εναγομένη εγκαταστάθηκε έκτοτε στην Αλόννησο και κατόπιν στη Λαμία, όπου ζει και σήμερα, ενώ ο ενάγων ζει στο Βόλο. Από δε τον Ιούνιο του 2003 μέχρι και τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής,(4-3-2008) επήλθε οριστική ψυχική και σωματική απομάκρυνση του ενός συζύγου από τον άλλο, με κοινή βούληση τους να μην έχουν πια κοινωνία βίου.
Δεδομένου δε, ότι η διάσταση αυτή διήρκεσε πάνω από τέσσερα χρόνια, ο κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης τους τεκμαίρεται αμάχητα." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και έλυσε το γάμο των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού που επήλθε συνεπεία της τετραετούς διάστασης αυτών.
Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον με το να δεχθεί ότι η διάσταση των διαδίκων επήλθε από τον Ιούνιο του έτους 2003 και διήρκεσε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (4-3-2008)και ότι έτσι επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμη αυτών σχέση διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ.
που εφάρμοσε χωρίς να απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2010 αίτηση της Σ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 242/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ