1571/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-1-2003 αίτησή του και με τους από 16-2-2011 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1571/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1571 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1571/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ματθαίο Βαραγγούλη.
Της αναιρεσίβλητης: Η. συζ. Σ. Μ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζήμα, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-3-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-1-2003 αίτησή του και με τους από 16-2-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 15-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001, Ολ.ΑΠ 19/1998, Ολ.ΑΠ 17/1995).
Οι πράξεις, επίσης, του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990).
Εξάλλου, η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας) ακινήτου αγωγής (Ολ.ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, ιδρύονται, ο πρώτος μεν, όταν το Δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δεύτερος δε, όταν στη δεύτερη ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθώς νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης κατά της ένδικης διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ο εφεσίβλητος και 1/4 εξ αδιαιρέτου η εκκαλούσα ενός οικοπέδου, εμβαδού 530,25 τ.μ.
Το οικόπεδο αυτό βρίσκεται στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης Κομοτηνής και στην οδό ... αριθμ. 29 και ... γωνία, στο οικοδομικό τετράγωνο 100Α'. Το οικόπεδο αυτό συνορεύει ανατολικά με την οδό .... Δυτικά συνορεύει με ακάλυπτο χώρο-ιδιοκτησία του ΟΣΕ. Βόρεια συνορεύει με την οδό ... και νότια με την οδό .... Στον εφεσίβλητο το οικόπεδο αυτό περιήλθε κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Γ.
Σ., που πέθανε στις 1-9-1970 χωρίς να αφήσει διαθήκη και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε με την .../11-11-1975 δήλωση αποδοχής ενώπιον του τέως συμβολαιογράφου Κομοτηνής Φωτίου Πολυζόπουλου και μετέγραφε νομότυπα στα βιβλία, μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής. Κατά τα υπόλοιπα 13/16 εξ αδιαιρέτου το οικόπεδο αυτό περιήλθε στον εφεσίβλητο από αγορά από τους λοιπούς συγκληρονόμους με το .../17-8-1979 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Κομοτηνής Κων/νου Τριανταφυλλίδη, το οποίο μετέγραφε νομότυπα.
Στη συνέχεια με το .../1-2-1982 δωρητήριο συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομότυπα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, μεταβίβασε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στη μητέρα του Α. χα Γ.Σ.. Η τελευταία με το 13.367/9-2-1982 δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε το ως άνω ποσοστό της στην εκκαλούσα.
Οι διάδικοι προκειμένου να αξιοποιήσουν το οικόπεδό τους αυτό με ανέγερση επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής με το .../18-3-1983 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Κομοτηνής Πλούταρχου Ευστρατίου, το οποίο μεταγράφηκε νομότυπα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομή των διαιρετών χώρων πριν την ανέγερση της οικοδομής.
Δυνάμει δε της .../1983 οικοδομικής άδειας του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Ροδόπης το έτος 1983 προέβησαν στην ανέγερση διώροφης οικοδομής. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στον εφεσίβλητο περιήλθαν οι ακόλουθες διαιρέτες ιδιοκτησίες: α)διαιρετοί χώροι του ισογείου χρησιμοποιουμένων του πρώτου ως γκαράζ και του δευτέρου ως αποθήκης, εμβαδού καθαρής επιφάνειας 136,98 τ.μ., μικτής μετά κοινοχρήστων χώρων 144,15 τ.μ.
και με αναλογία εξ αδιαιρέτου συμμετοχής στο οικόπεδο και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων 149ο/οο και β) το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με το μεσοπάτωμα (πατάρι), εμβαδού καθαρής επιφάνειας 239,41 τ.μ., μικτής μετά κοινοχρήστων χώρων 251,90 τ.μ και με ποσοστό εξ αδιαιρέτου συμμετοχής στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινοχρήστους και κοινοκτήτους χώρους 261ο/οο.
Στην εκκαλούσα περιήλθαν οι ακόλουθες διαιρετές ιδιοκτησίες: α)διαιρετοί χώροι του ισογείου χρησιμοποιουμένων του πρώτου ως γκαράζ και του δευτέρου ως αποθήκης, εμβαδού συνολικής επιφάνειας 50,11 τ.μ. καθαρής και μικτής μετά κοινοχρήστων χώρων 52,73 τ.μ. και με ποσοστό εξ αδιαιρέτου συμμετοχής στο οικόπεδο 55ο/οο και β) το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού καθαρής επιφάνειας 179,51 τ.μ., μικτής μετά κοινοχρήστων χώρων 188,87 τ.μ.
και με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινοκτήτους χώρους 195ο/οο. Η εκκαλούσα με τις ανωτέρω διαιρετές ιδιοκτησίες που έλαβε στην κυριότητα της είχε καλύψει το αναλογούν στο ποσοστό συνιδιοκτησίας της επί του οικοπέδου ποσοστό συντελεστή δόμησης. Στον εφεσίβλητο όμως απέμεινε υπόλοιπο για συμπλήρωση του συντελεστή δόμησης εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του οικοπέδου 340ο/οο, το οποίο αντιστοιχεί σε επιφάνεια ορόφου 328,82 τ.μ.
και 180,451 τ.μ. στο οικόπεδο. Συμφωνήθηκε δε ειδικά με την ανωτέρω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ότι το ανωτέρω ποσοστό περιέρχεται στον εφεσίβλητο. Σύμφωνα με όσα οι διάδικοι συμφώνησαν με την ανωτέρα πράξη, το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει κενό ως προς το δικαίωμα επέκτασης προς τα άνω της οικοδομής.
Προσφεύγοντας δε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών για την ανεύρεση της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων δέχεται, εκτιμώντας τις αποδείξεις, ότι κατά τη βούληση των διαδίκων κατά την κατάρτιση της σύμβασης οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτέλεσαν διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες κάθε όροφος, ως και το δικαίωμα της επέκτασης προς τα άνω της οικοδομής.
Το δικαίωμα δε αυτό της επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω κατά τη βούληση των διαδίκων κατά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης ανήκε αποκλειστικά στον εφεσίβλητο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την ανέγερση της οικοδομής τα έτη 1983 και 1984 η εκκαλούσα κατά υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, με δικές της δαπάνες και με συναίνεση του εφεσίβλητου επέκτεινε το δεύτερο όροφο κατά ένα μικρό μέρος στο ποσοστό που είχε δοθεί στον τελευταίο, ως δικαίωμα επέκτασης προς τα άνω της οικοδομής.
Ειδικότερα κατασκευάστηκε στον τρίτο όροφο ένα δωμάτιο, εμβαδού 21,56 τ.μ. Το δωμάτιο αυτό συνορεύει βόρεια και δυτικά με δώμα της οικοδομής και ανατολικά και νότια με στέγη αυτής. Το δωμάτιο αυτό επικοινωνεί εσωτερικά με το διαμέρισμα της εκκαλούσης του δευτέρου ορόφου και χρησιμοποιείται από αυτήν ως τμήμα της ιδιοκτησίας της και πιο συγκεκριμένα ως γραφείο του συζύγου της, καθηγητή της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Όπως προεκτέθηκε το δωμάτιο αυτό κατασκευάστηκε με τη ρητή συναίνεση του εφεσίβλητου, ύστερα από συνεννόηση των διαδίκων και όσες εργασίες έγιναν επ' αυτού από την εκκαλούσα έγιναν μπροστά στα μάτια του χωρίς να φέρει καμιά αντίρρηση. Η εκκαλούσα για να ανταποκρίνεται ο χώρος του δωματίου στις ανάγκες μελέτης και έρευνας του συζύγου της κατασκεύασε ανάμεσα στα άλλα και εσωτερική ξύλινη επένδυση και άλλες πολυτελείς κατασκευές, για τις οποίες δαπάνησε το έτος 1984 το ποσό των 700.000 δρχ.
Το δωμάτιο αυτό έκτοτε και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (1998) το χρησιμοποιεί, όπως προεκτέθηκε, η εκκαλούσα συνέχεια ως γραφείο του συζύγου της. Ο εφεσίβλητος από την ολοκλήρωση της οικοδομής διαμένει συνέχεια στον πρώτο όροφο αυτής, γνωρίζει την από μέρους της εκκαλούσης αποκλειστική χρήση του δωματίου και ουδέποτε εναντιώθηκε.
Η επί ολόκληρη δεκαπενταετία αδράνεια του εφεσίβλητου, η δοθείσα από αυτόν συναίνεση στην κατασκευή του επίδικου δωματίου και η επιδεχθείσα από αυτόν μακρόχρονη ανοχή στην αποκλειστική από μέρους της εκκαλούσης χρήση του δωματίου, ως τμήματος του δικού της διαμερίσματος, εύλογα δημιούργησαν στην τελευταία την πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματος διεκδίκησης του δωματίου.
Η δε μεταγενέστερη από τον εφεσίβλητο άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης αυτού, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις συνθήκες που προεκτέθηκαν και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα, αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό δικαιώματος.
Και τούτο διότι τείνει σε ανατροπή της επί ολόκληρης δεκαπενταετίας διενέργειας επ' αυτού διακατοχικών πράξεων υπό της εκκαλούσης και ιδιαίτερα πράξεων που απορροφούσαν προσωπική εργασία αυτής και η οποία υποβλήθηκε σε δαπάνες επωφελείς γι' αυτό, τις οποίες διενήργησε μπροστά στα μάτια του εφεσίβλητου, ο οποίος καίτοι γνώριζε τη διενέργεια αυτών, αδράνησε και δεν άσκησε το δικαίωμα διεκδίκησης επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ενέχει κατάχρηση δικαιώματος η από μέρους του αναιρεσείοντος, με την ένδικη αγωγή του, άσκηση του δικαιώματος του προς διεκδίκηση του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αντιδίκου της πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη και, συνεπώς, η ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή δε ως κατ' ουσίαν βάσιμης της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι υπό την εκδοχή, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσίβλητη με δικές της δαπάνες και με τη συναίνεση του αναιρεσείοντος κατασκεύασε το επίδικο δωμάτιο, επεκτείνοντας την οροφοκτησία της (διαμέρισμα) του δεύτερου ορόφου, κατά ένα μικρό μέρος, στο ποσοστό που είχε δοθεί στον αναιρεσείοντα, ως δικαίωμα επέκτασης προς τα άνω της όλης οικοδομής και η δημιουργηθείσα πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη ότι κατέστη κυρία αυτού, αφού επί δέκα τέσσερα (14) περίπου έτη ο αναιρεσείων ουδέποτε εναντιώθηκε, η διεκδίκηση αυτού (επιδίκου) καθίσταται καταχρηστική.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, λόγω, δήθεν, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφαση του, χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις συναχθέν πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά περιστατικά, που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή της προδιαληφθείσας ουσιαστικής διάταξης, την οποία και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, α. τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, προηγηθείσα της ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, β.
η οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τις ενέργειες της αναιρεσιβλήτου, αιτιωδώς συνδεόμενες με την προηγηθείσα άνω συμπεριφορά, της οποίας η ανατροπή επιδιώκεται διά της ασκήσεως του δικαιώματος, γ. η αδράνεια του δικαιούχου επί ικανό χρονικό διάστημα, προς άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, εκ της οποίας διεμορφώθη στην εναγομένη η εύλογη πεποίθηση περί μη ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, δ.
οι ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσίβλητη, συναρτώμενες με την ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως. Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας και ο λεπτομερής προσδιορισμός της ζημίας της αναιρεσίβλητης, η οποία θα επέλθει από την ανατροπή της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης, ούτε σύγκριση αυτής (ζημίας) με αυτή, που ενδεχομένως, θα υποστεί ο αναιρεσίβλητος.
Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, έκτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 19 (και όχι από τον αριθ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όγδοος και ενδέκατος από τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου (559 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι "εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και ιδιαίτερα τις αόριστες νομικές έννοιες, που περιέχει ο κανόνας του άρθρου 281 ΑΚ, εσφαλμένα σταθμίσθηκαν τα ιδιαίτερα έννομα αγαθά και προστατευόμενα συμφέροντα των δυο πλευρών με την σε βάρος του -αναιρεσείοντος- επαχθέστατη και προφανή άδικη συνέπεια η καλόπιστη ανοχή χρήσης του επιδίκου από την αδελφή του, αν και επιβαρύνθηκε ως κύριος αποκλειστικά αυτός στη δαπάνη νομιμοποιήσεως του, να άγει στην αποστέρηση του εμπραγμάτου δικαιώματος, για το οποίο από την αρχή εγνώριζε η αντίδικος ότι είναι δικαιούχος (έχοντας η ίδια εξαντλήσει το δομήσιμο ποσοστό της στο κοινό οικόπεδο).
Στη συνέπεια αυτή προστίθεται και το γεγονός που αποδείχθηκε και από την ένορκη εξέταση της μάρτυρος Κ. Μ. ότι τοιουτοτρόπως όχι μόνο αποστερείται του δικαιώματός του επί του επιδίκου αλλά αποκλείεται και η μελλοντική καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής και δόμηση των υπολοίπων τετραγωνικών μέτρων που δικαιούται, καθόσον αποκλείεται και η πρόσβασή του ακόμη στην ταράτσα της οικοδομής με δεδομένο ότι αυτή είναι τεχνικά δυνατή μόνο διαμέσω του επιδίκου".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.10α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι για να αιτιολογήσει την καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι το ποσό που δαπάνησε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη για να κατασκευάσει το επίδικο δωμάτιο ανήλθε στο ποσό των 700.000 δρχ.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αμέσως πιο πάνω ένστασης, από όλα τα μνημονευόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα, ανωμοτί κατάθεση εναγομένης, έγγραφα), τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως, βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, τον ένατο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης , από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ και τον δωδέκατο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ. 11γ' (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τα αναγκαία για την απόρριψη της έντασης καταχρήσεως δικαιώματος περιστατικά, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) το από Φεβρουαρίου 1998 σχεδιάγραμμα κάτοψης του επιδίκου, συνταγέν από την Πολ.
Μηχανικό Μ. Κ., 2) την από Φεβρουαρίου 1998 τομή 1-1 της οικοδομής, συνταγείσα από την άνω Πολ. Μηχανικό, 3) το από Φεβρουαρίου 1998 σχεδιάγραμμα όψης Γ της οικοδομής, συνταγέν από την άνω Μηχανικό, 4) το από Φεβρουαρίου 1998 σχεδιάγραμμα όψης Α της άνω οικοδομής συνταγέν από την άνω Μηχανικό, 5) το από Φεβρουαρίου 1998 σχεδιάγραμμα κάλυψης του οικοπέδου, συνταγέν από την άνω Μηχανικό, 6) την από 20-7-98 έκθεση στατικής επάρκειας οικοδομής της άνω μηχανικού, 7) την από Φεβρουαρίου 1998 κάτοψη 3ου ορόφου, συνταγείσα από την άνω Μηχανικό, 8) έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτου κτίσματος (του επιδίκου), 9) την υπ.αρ.
Δ.Π.Π. και Τ2782/6-7-1998 απόφαση της Δ/νσεως Πολεοδομίας περί επιβολής στον αναιρεσείοντα προστίμου ανεγέρσεως και διατηρήσεως αυθαιρέτου κατασκευής (επιδίκου), 10) την από 6-7-98 βεβαίωση προστίμου αυθαιρέτου της Δ/νσης Πολεοδομίας Ροδόπης, 11) το υπ.αρ. 2605962 τύπου Α διπλότυπο είσπραξης, όπου εμφαίνεται ότι η αναιρεσίβλητος κατέβαλε τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, 12) την υπ' αρ. 32196/1998 απόδειξη είσπραξης του ΙΚΑ των αναλογούντων στην αυθαίρετη κατασκευή ενσήμων, 13) τις υπ' αρ. 29 και 37/98 ΑΠΥ της Κ.
Μ., Πολιτικού Μηχανικού, περί καταβολής αμοιβής για τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου, ποσών 261,960 δρχ. και 36.103 δρχ. αντίστοιχα, 14) την υπ.αρ. .../1998 άδεια οικοδομής περί νομιμοποίησης του άνω κτίσματος και 15) την από 5.11.1997 αίτηση του αναιρεσείοντος περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά της αντιδίκου του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με τη σχετική έκθεση επιδόσεως αυτής.
Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, οι λόγοι αυτό είναι αβάσιμοι. Με τις ενώπιον του Πρωτοδικείου κατατεθείσες προτάσεις της η αναιρεσίβλητη προέβαλε τον ισχυρισμό, τον οποίο και επανέφερε με το εφετήριο, ως λόγο έφεσης, ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος είναι καταχρηστική επικαλούμενη ειδικότερα, ότι "κατά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ο αντίδικος αδελφός μου ασκεί εναντίον μου την αγωγή διότι γνωρίζει ότι το επίδικο είναι αναπόσπαστο τμήμα του διαμερίσματός μου, ανηγέρθηκε από εμένα με δικές μου δαπάνες τα έτη 1983-1985, συγκοινωνεί μόνο με το διαμέρισμα μου και το χρησιμοποιώ μόνο εγώ χωρίς κανείς άλλος και πολύ περισσότερο ο αντίδικος να έχει ποτέ σχέση με αυτό και από την ανέγερση του πριν 15-16 χρόνια το κατέχω και το νέμομαι με καλή πίστη σαν αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος αυτού χωρίς καμία αμφισβήτηση από κανένα συνέχεια, ο ίδιος δε ο αντίδικος αδερφός μου διαμένει στη ίδια οικοδομή και συνέχεια και γνωρίζει τα παραπάνω, εν γνώσει του και μπροστά στα μάπα του ανεγείραμε το επίδικο με την συναίνεσή του και το χρησιμοποιούμε τόσα χρόνια αποκλειστικά, ποτέ δεν εναντιώθηκε ούτε στην ανέγερση, ούτε στην αποκλειστική κατοχή χρήση και κατοχή του επιδίκου από εμένα ο ίδιος στην αγωγή του ομολογεί τα παραπάνω λέγοντας ότι το επίδικο το χρησιμοποιώ ως γραφείο ήτοι τμήμα της οικίας μου και μάλιστα του απαγορεύεται η είσοδος σε αυτό.
Δηλαδή δέχεται ότι καμία σχέση δεν είχε με το επίδικο, Τώρα γιατί και πως σαν ο μεγάλος αδερφός ενεργεί μετά τόσα χρόνια λογική εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί. Έτσι όμως όπως ενεργεί εγείροντας την συζητούμενη αγωγή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (281 ΑΚ) και επομένως απαγορεύεται η άσκηση του δήθεν δικαιώματός του και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή του ...
Δηλαδή η υπέρβαση πρέπει να είναι προφανής, δηλαδή ολοφάνερη και αναμφισβήτητη. Με άλλα λόγια τέτοια που να προκαλεί μεγάλη εντύπωση σε σύγκριση με το όφελος του παραβάτη. Και εδώ ποιο όφελος μπορεί να επικαλεστεί ο αντίδικος όταν είναι κύριος των 3/4 της οικοδομής με πάρα πολλούς χώρους, που δεν τους χρησιμοποιεί και με την αγωγή του επιχειρεί να καταστρέψει το μοναδικό διαμέρισμα της αδερφής του, αχρηστεύοντας ένα δωμάτιο με το οποίο οι δικοί του χώροι δεν έχουν καμία επικοινωνία και δεν θα μπορεί να το χρησιμοποιεί και αν το χρειαζόταν, που δεν το χρειάζεται, αυτό δεν εκπορεύεται από μέγιστη κακότητα".
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, η περί καταχρηστικότητας ένσταση, η οποία επαναφέρθηκε στο Εφετείο με συγκεκριμένο λόγο έφεσης, είναι επαρκώς ορισμένη, επί πλέον δε τα εν λόγω περιστατικά συνδέονται και με σαφές αίτημα περί απορρίψεως της αγωγής λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για αναγνώριση της κυριότητας του επιδίκου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος, αντίστοιχα, συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, υπαγόμενοι, κατ' ορθή εκτίμηση, στη ρύθμιση του αριθ. 14 (και όχι του αριθ.1) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την με το δικόγραφο της έφεσης επιχειρηθείσα θεραπεία της αοριστίας, της πιο πάνω ένστασης (281 ΑΚ), η οποία (αιτίαση) έχει ως εξής: "Επί πλέον θα έπρεπε να κρίνει ότι η υψηλή για την εποχή εκείνη δαπάνη (των 700.000 δρχ.), τουλάχιστον, για εργασίες και υλικά στην οποία υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη σε συνδυασμό με τη σημερινή αξία του επιδίκου, που υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές συνιστούν για αυτήν απώλεια ασυγκρίτως δυσανάλογη προς την απώλεια την οποία θα υποστεί ο εφεσίβλητος αδελφός της αν απορριφθεί η αγωγή του, δεδομένου ότι το μέρος που καταλαμβάνει το δωμάτιο δεν υπερβαίνει, όπως εξέθεσε και στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα 12 τμ, η δε αξία του δεν υπερβαίνει σήμερα τις 400.000 δρχ.
και ως εκ τούτου η άσκηση του επίδικου δικαιώματός του υπερβαίνει προφανώς τα όρια του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος". Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι, όπως εκτίθεται στην αμέσως πιο πάνω σκέψη, κατά τη διερεύνηση των πρώτου, δευτέρου, τρίτου και πέμπτου προσθέτων λόγων αναίρεσης, η προκειμένη ένσταση είναι επαρκώς ορισμένη και νόμω βάσιμη, με μόνα τα αναφερόμενα στις πρωτοδίκες προτάσεις της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά που έχουν ήδη εκτεθεί.
Με το δέκατο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι: "... δέχθηκε όμως αναιτιολόγητα, άλλως ανεπαρκώς, ελλιπώς και πλημμελώς την παραίτηση εκ μέρους του αναιρεσείοντα από μέρος του ανήκοντος, όπως δέχεται, αποκλειστικά σε αυτόν ποσοστού των 340ο/οο επί του οικοπέδου και του αντίστοιχου δικαιώματος υψούν".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο πρόσθετο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ. β' του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του, ότι η αντίδικος του μέχρι το έτος 1992 δεν είχε εκδηλώσει ουδεμία αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητος του επί του επιδίκου δωματίου, του οποίου είχε, κατά παραχώρηση την χρήση και μόλις το έτος 1992 εξεδήλωσε την αντίθεσή της. Έτσι, διατυπούμενος ο ισχυρισμός επί του οποίου επιχειρείται η θεμελίωση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, δεν είναι "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή, αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης κατάχρησης του επίδικου δικαιώματος του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιανουαρίου 2003 αίτηση αναίρεσης και τους από 15 Φεβρουαρίου 2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Χ. Σ. του Γ. κατά της 24/2001 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ