Supreme Court allows bank to recover voluntary payment and court costs after debt judgment was overturned.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the bank's appeal against a first-instance judgment that had been overturned. The bank voluntarily paid the debtor's debt and court costs to avoid enforcement, but the lower court's decision was reversed. Consequently, the court ordered the debtor to return the paid amounts and the bank's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(a) and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may overturn a lower court's decision if it violates substantive law, and upon reversal, the court must order restitution of amounts paid voluntarily to prevent unjust enrichment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1570 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1570/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την ... και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Λ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοξία Καραμπατζού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 10618/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.
Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:
α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".
Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1).
Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ` της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1).
Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ` εντολή του (παρ. 1).
Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ. 3).
Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ` εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".
Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1).
Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3).
Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.
Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).
Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.
Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.
Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.
Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.
Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.
ια` του ν. 2472/1997, και γι` αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.
Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ` αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.
Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ` του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.
Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α` του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ` του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β` του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.
Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.
Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.
Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.
Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 958/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Με την με αριθμό 3389/3-9-2001 σύμβαση δανείου για αγορά επαγγελματικής στέγης, όπως μεταγενέστερα οι όροι αυτής τροποποιήθηκαν με την από 7-8-2007 πρόσθετη συμφωνία, η ενάγουσα δανειοδοτήθηκε από την "..." (υποκατάστημα ...), της οποίας η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία έχει καταστεί πλέον καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως, με ποσό 93.910,49 ευρώ, που ανέλαβε να αποπληρώσει με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις εντός 15 ετών.
Κατά την κατάρτιση του δανείου αυτού η ενάγουσα γνωστοποίησε προς την παραπάνω Τράπεζα τα αναγκαία προσωπικά της δεδομένα, όπως όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, αριθμό δελτίου ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό φορολογικού μητρώου, επαγγελματική ιδιότητα, εισοδήματα, ηλικία και τηλέφωνο. Στην σύμβαση αυτή και ειδικότερα στο άρθρο 18 αυτής ορίζεται, ότι κάθε έγγραφο, που έχει σχέση με δάνειο θα κοινοποιείται στον οφειλέτη στην ανωτέρω διεύθυνση, εφόσον δεν δηλώθηκε στην Τράπεζα αλλαγή της διεύθυνσης ή στον αντίκλητό της, ενώ στο άρθ. 7 της παραπάνω πρόσθετης συμφωνίας ορίζεται, ότι η διαχείριση του λογαριασμού του δανείου μπορεί να μεταβιβασθεί σε νόμιμο αντιπρόσωπο, εντολοδόχο, διάδοχο ή δικαιούχο εκχωρημένου δικαιώματος της Τράπεζας με ειδοποίηση του οφειλέτη και του εγγυητή, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη συναίνεσή τους.
Η πληρωμή του δανείου εξελίχθηκε ομαλά και η ενάγουσα αποπλήρωσε πλήρως αυτό καταβάλλοντας την τελευταία οφειλόμενη δόση στην εναγόμενη τράπεζα κατά τον Σεπτέμβριο του 2016. Ωστόσο παρά την καταβολή και της τελευταίας δόσης και τη λήξη της έννομης σχέσης, η άνω εναγομένη χρέωσε τον σχετικό τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, μέσω του οποίου εξυπηρετούνταν το δάνειο, με ασφάλιστρο, για την ασφάλιση του ακινήτου της ενάγουσας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης δανείου, η ασφάλιση του ακινήτου ήταν υποχρεωτική για την ενάγουσα καθ' όλη την διάρκεια της αποπληρωμής του δανείου, κατά των κινδύνων πυρός και σεισμού σε ασφαλιστική εταιρεία της τράπεζας. Δικαιούχος του ασφαλίσματος αυτής της ασφάλισης (καθώς επρόκειτο για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου) ήταν η Τράπεζα ως ενυπόθηκος δανειστής και όχι η ενάγουσα (άρθ 12 της σύμβασης δανείου).
Παράλληλα, με το υπ' αριθ. 2053111 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ασφαλιστικής εταιρείας "...", η άνω ασφαλιστική ασφάλισε το ενυπόθηκο ακίνητο της ενάγουσας για τους άνω κινδύνους, για χρονικό διάστημα από 11-10-2001 μέχρι 11-10-2002. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανανεώνονταν αυτόματα σε ετήσια βάση, με τελευταίο το υπ' αρ. 2187890 ανανεωτήριο συμβόλαιο της εταιρείας "...", στο οποίο ορίστηκε διάρκεια από 11-10-2016 μέχρι 11-10-2017, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη εξοφληθεί το δάνειο.
Η σύναψη των άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων με την αντίστοιχη εταιρεία γινόταν κατ' επιλογή της εναγομένης τράπεζας, η οποία, ως αναφέρθηκε, ήταν και δικαιούχος του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, ενώ παράλληλα, με τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια συμβόλαια, ορίστηκε και εντολοδόχος είσπραξης των ασφαλίστρων, τα οποία χρέωνε στο λογαριασμό της ενάγουσας που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση του δανείου.
Παράλληλα, προς το σκοπό σύναψης των άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων η εναγόμενη τράπεζα είχε διαβιβάσει, απευθείας και χωρίς τη μεσολάβηση της ενάγουσας, προς την ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της, τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας, που ήταν αναγκαία για το σκοπό αυτό. Μετά δε, την εξόφληση του δανείου και συγκεκριμένα την 10-10-2016 η εναγομένη τράπεζα χρέωσε στο σχετικό λογαριασμό εξυπηρετήσεως του δανείου της ενάγουσας ποσό 315,70 ευρώ με την αιτιολογία 'ασφάλιστρα' και απέστειλε σχετική ειδοποίηση προς πληρωμή στην ενάγουσα και στην παραπάνω διεύθυνση αυτής, που είχε καταχωρήσει στα αρχεία της κατά την κατάρτιση του δανείου και για τις ανάγκες της σύμβασης αυτής.
Ακολούθως δε, καθώς η ενάγουσα δεν κατέβαλλε το παραπάνω ποσό, αρνούμενη την οφειλή της, η εναγομένη τράπεζα ανέθεσε την διαχείριση και την είσπραξη της εκκρεμότητας στην εταιρεία "...", με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση, προς την οποία και μεταβίβασε τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, ήτοι το ονοματεπώνυμο της, την ημερομηνία γέννησης, τη διεύθυνση κατοικίας της, το ΑΦΜ, τον αριθμό του δελτίου αστυνομικής της ταυτότητας, την επαγγελματική της ιδιότητα, τα οικονομικά της στοιχεία και το ύψος της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να την ενημερώσει για την διαβίβαση και την επεξεργασία των προσωπικών της στοιχείων από την άνω εταιρεία.
Υπάλληλοι δε, της τελευταίας επιχείρησαν τηλεφωνικές κλήσεις προς την ενάγουσα και ζητώντας επιβεβαίωση των συλλεγμένων κατά την κατάρτιση της δανειακής συμβάσεως προσωπικών της δεδομένων, κάλεσαν αυτή να διευθετήσει το χρέος της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο έγγραφο της εταιρείας που αφορά το με αριθμό ...
κινητό τηλέφωνο της ενάγουσας, η άνω εταιρεία ενημέρωσης για ληξιπρόθεσμες οφειλές κάλεσε στην ενάγουσα στις 28-11-2016 και ώρα 09:39:51, στις 30-11-2016 και ώρα 09:30:17, στις 30-11-2016 και ώρα 10:00:43, στις 2-12-2016 και ώρα 10:18:11, στις 2-12-2016 και ώρα 12:13:11, στις 2-12-2016 και ώρα 12:29:35. Ωστόσο, η ενάγουσα ουδέποτε είχε ενημερωθεί για τη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων από την εναγομένη τράπεζα στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, ούτε είχε συναινέσει σε αυτό.
Κατά αυτόν τον τρόπο, η ενάγουσα έλαβε γνώση ότι η εναγόμενη είχε αναθέσει παράνομα και αντισυμβατικά την είσπραξη της οφειλής στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία είχε διαβιβάσει τα ως άνω προσωπικά της δεδομένα, χωρίς προηγουμένως να την έχει ενημερώσει για αυτή τη διαβίβαση στη συγκεκριμένη ως άνω εταιρεία, η οποία την όχλησε επανειλημμένως τηλεφωνικά για την ύπαρξη οφειλής της από το δάνειο.
Η εναγομένη τράπεζα ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναλαμβάνει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τον όρο 7 του από 7-8-2007 προσθέτου συμφώνου του δανείου είναι δυνατό η διαχείριση του λογαριασμού του δανείου να μεταβιβαστεί σε νόμιμο αντιπρόσωπο, εντολοδόχο, διάδοχο ή δικαιούχο εκχωρημένου δικαιώματος της τράπεζας, με ειδοποίηση του οφειλέτη και του εγγυητή χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη συναίνεση τους και ότι ακολούθως στο από 3-9-2015 αντίγραφο κινήσεως λογαριασμού, που εστάλη στην ενάγουσα, υφίστατο ειδική μνεία αναφορικά με την δυνατότητα της διαβίβασης των απλών προσωπικών δεδομένων της οφειλέτριας σε περίπτωση ληξιπρόθεσμης οφειλής.
Συγκεκριμένα δε, αναγραφόταν ότι : "...Σε περίπτωση που οι οφειλές σας προς την Τράπεζα καταστούν ληξιπρόθεσμες, η τελευταία δύναται να ανακοινώνει τα δεδομένα σας που αφορούν σε αυτές στις εταιρείες ενημερώσεως οφειλετών με σκοπό τη σχετική ενημέρωση σας, σύμφωνα με το νόμο 3758/009, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.." .
Η ίδια ενημέρωση υπήρχε και στο από 2 Ιουλίου 2015 αντίγραφο κίνησης δανειακού λογαριασμού, καθώς και σε άλλα μεταγενέστερα που εστάλησαν στην ενάγουσα. Ωστόσο, η εν λόγω διαβίβαση των απλών προσωπικών δεδομένων και του δυσμενούς οικονομικού στοιχείου της ενάγουσας ήταν παράνομη, καθόσον στον άνω όρο του πρόσθετου συμφώνου του δανείου και στις άνω ενημερώσεις της τράπεζας επί των αποσταλθέντων κινήσεων του λογαριασμού της, δεν αναφέρεται με σαφή τρόπο τόσο o σκοπός της επεξεργασίας, όσο και τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας ή άλλα προσωπικά στοιχεία που επρόκειτο να διαβιβαστούν ή οι συγκεκριμένοι αποδέκτες των δεδομένων, με αποτέλεσμα τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας να κινδυνεύουν να καταστούν αντικείμενο συνεχούς οικονομικής εκμετάλλευσης όχι μόνο για τους σκοπούς μιας και μόνο σύμβασης (της επίδικης) από την εναγομένη, αλλά για ευρύτερους σκοπούς από άλλα (άγνωστα) νομικά ή φυσικά πρόσωπα, προβλέποντας αόριστο και ευρύ κύκλο αποδεκτών, χωρίς να εξασφαλίζεται το απόρρητο και η ασφάλεια επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων.
Περαιτέρω δε, από το κείμενο του προσθέτου συμφώνου του δανείου και της κίνησης των λογαριασμών που εστάλησαν στην ενάγουσα, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη - που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης - ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει την ενάγουσα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 β, γ.
Η εναγόμενη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους στην ως άνω εταιρία. Για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση της ενάγουσας από την εναγομένη τράπεζα και την συγκατάθεση της πρώτης για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών της στοιχείων, η εναγόμενη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να την ενημερώσει ειδικώς για την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κλπ.), στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας και η οποία θα την καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, γεγονός που δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση, ούτε βεβαίως η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι συνέβη κάτι τέτοιο.
Άλλωστε, ως "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά προσχώρησης του καταναλωτή ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.
Εξ' άλλου, είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι η εναγομένη τράπεζα είχε την ιδιότητα του υπευθύνου επεξεργασίας αρχείου καθώς η ίδια συνέλεξε, καθόριζε το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων, τα εξουσίαζε, τα έλεγχε και τα διαβίβασε στην εταιρεία ενημέρωσης ληξιπρόθεσμων οφειλών. Το γεγονός δε, αυτό δεν αναιρείται από το ότι η ίδια ενεργούσε ως εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας αναφορικά με την ύπαρξη του ασφαλίστρου, ως η ίδια αβασίμως ισχυρίζεται.
Περαιτέρω, από την παράνομη και αντισυμβατική διαβίβαση προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας και του δυσμενούς οικονομικού στοιχείου από την εναγομένη τράπεζα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, που έγινε από υπαιτιότητα της ίδιας της τράπεζας, καθώς η τελευταία όφειλε να γνωρίζει ως τράπεζα με οργανωμένο νομικό τμήμα την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στην ενάγουσα, και δη ότι η αιφνίδια όχλησή της από την εταιρεία αυτή χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της θα της προκαλούσε αιφνιδιασμό, ψυχική αναστάτωση, θυμό και αγανάκτηση, όπως και πράγματι έγινε, εν προκειμένω (άρθρο 23 παρ. 1 v. 2479/1997) προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα της ενάγουσας και προκλήθηκε σε εκείνη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη τράπεζα της καταβάλει το ποσό των 4.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο με βάση τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, τον βαθμό υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων (άρθρα 932 Α.Κ., 23 παρ.
και 2 ν. 2472/1997)... Επομένως, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως. Δεν έσφαλε επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 285/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ` αυτήν το ποσό των 4.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεχόμενο δηλαδή ότι η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα προς την παραπάνω εταιρία ενημέρωσης οφειλετών ήταν παράνομη, καθόσον στον όρο 7 του πρόσθετου συμφώνου του δανείου και στις άνω ενημερώσεις της τράπεζας επί των αποσταλθέντων κινήσεων του λογαριασμού της, δεν αναφέρεται με σαφή τρόπο τόσο o σκοπός της επεξεργασίας, όσο και τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας ή άλλα προσωπικά στοιχεία που επρόκειτο να διαβιβαστούν ή οι συγκεκριμένοι αποδέκτες των δεδομένων, ούτε αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει την ενάγουσα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, και ότι η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει ειδικώς την αναιρεσίβλητη για την συνεργαζόμενη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία είχε διαβιβάσει τα προσωπικά της στοιχεία, προκειμένου να την καλέσει προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, παραβίασε με εσφαλμένη μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1, 3 του ν. 2472/1997, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Και τούτο διότι, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα τράπεζα, υπεύθυνη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων της αναιρεσίβλητης, ενημέρωσε αυτήν (αναιρεσίβλητη) ως υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, διαλαμβάνοντας σχετικό όρο στο από 7-8-2007 πρόσθετο σύμφωνο της επίμαχης σύμβασης δανείου, ότι είναι δυνατό η διαχείριση του λογαριασμού του δανείου να μεταβιβαστεί σε νόμιμο αντιπρόσωπο, εντολοδόχο, διάδοχο ή δικαιούχο εκχωρημένου δικαιώματος της τράπεζας, με ειδοποίηση του οφειλέτη και του εγγυητή χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη συναίνεση τους, και ότι ακολούθως στο από 3-9-2015 αντίγραφο κινήσεως λογαριασμού, που εστάλη στην ενάγουσα, υφίστατο ειδική μνεία αναφορικά με την δυνατότητα της διαβίβασης των απλών προσωπικών δεδομένων της οφειλέτριας σε περίπτωση ληξιπρόθεσμης οφειλής στις εταιρείες ενημερώσεως οφειλετών με σκοπό τη σχετική ενημέρωσή της, σύμφωνα με το νόμο 3758/009, ενώ η ίδια ενημέρωση υπήρχε και στο από 2 Ιουλίου 2015 αντίγραφο κίνησης δανειακού λογαριασμού, καθώς και σε άλλα μεταγενέστερα που εστάλησαν στην ενάγουσα, η γενομένη ως άνω ενημέρωση πληρούσε την οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, υποχρέωση ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης, κατά τρόπο πρόσφορο και σαφή, για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και το σκοπό επεξεργασίας αυτών.
Συνεπώς, διαβιβάζοντας στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, όταν η αναιρεσίβλητη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποπληρωμή της άνω οφειλής της, στην προαναφερόμενη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2472/1997, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, θεσπισθείσα το πρώτον με το ν. 3578/2009, δηλαδή μετά την κατάρτιση της συμβάσεως δανείου και του πρόσθετου αυτής συμφώνου, με συνέπεια να μη μπορεί να αναγραφεί στην επίμαχη δανειακή σύμβαση ότι τα ως άνω δεδομένα θα διαβιβασθούν και σ` αυτή ονομαστικά, εμπίπτει στην έννοια του "εντολοδόχου", της αναιρεσείουσας, αφού η τελευταία είχε αναθέσει σ` αυτήν τη διαχείριση και την είσπραξη της άνω οφειλής και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη ειδικά για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία τελικώς διαβίβασε τα προσωπικά της δεδομένα και η οποία κάλεσε την αναιρεσίβλητη προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, και άρα η ενέργειά της αυτή δεν συνιστά παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1, 3 του ν. 2472/1997.
Επομένως, δεν απαιτείτο και η κατ' άρθρο 5 παρ.1 ν. 24721997 συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης για τη διαβίβαση από την αναιρεσείουσα των προσωπικών της δεδομένων στην, ενεργούσα για λογαριασμό της, ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών (εκτελούσα την επεξεργασία), με συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη της αναιρεσείουσας, λόγω παράλειψής της να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για τη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών και να μη θεμελιώνεται, έτσι, αξίωση της τελευταίας για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή, κατ' εκτίμηση, των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1, 3 και 5 παρ.1 του ν. 2472/1997, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βασίμου, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι, κατ' εκτίμηση των άνω περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του Ν. 4871/1921, με ισχύ από 1.1.2022, το οποίο, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών δικών), ενόψει και του δυσερμηνεύτου των άνω νομικών διατάξεων (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που βρίσκεται σε αρμονία με εκείνη του άρθρου 565 παρ. 2 ΚΠολΔ για αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη.
Σε περίπτωση που η εκτέλεση έγινε δυνάμει προσωρινά εκτελεστής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν η αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου είχε επικυρώσει την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, έχει εφαρμογή στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου η ως άνω περί επαναφοράς των πραγμάτων διάταξη, αφού η πρωτόδικη απόφαση, μετά την επικύρωσή της, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση (Ολ.ΑΠ 22/2006, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 130/2021, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 134/2020, ΑΠ 1453/2019).
Τέλος, με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων, οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 146/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 285/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή για το σύνολο του επιδικασθέντος στην αναιρεσίβλητη ποσού, ήτοι αυτού των 4.000 ευρώ, και η οποία επικυρώθηκε εν συνεχεία από την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη την 14.6.2018, σε εκούσια συμμόρφωση προς την άνω πρωτόδικη απόφαση προς αποτροπή αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της, το άνω επιδικασθέν ποσό των 4.000 ευρώ, με τους επ' αυτού νόμιμους τόκους, ανερχόμενους στο ποσό των 236,96 ευρώ, ήτοι συνολικά κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.236,96 ευρώ για κεφάλαιο και νόμιμους τόκους.
Ζητεί δε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης αναίρεσης, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει σ` αυτήν το πιο πάνω ποσό των 4.236,96 ευρώ. Περαιτέρω, με τις προτάσεις της που κατέθεσε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 25-11-2022, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αναφορικά και με την εκούσια καταβολή εκ μέρους της του ποσού των 560 ευρώ, που αφορά την καταβολή των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων τόσο της προσβαλλόμενης απόφασης όσο και της άνω πρωτόδικης απόφασης.
Τόσο η με το αναιρετήριο αίτηση της αναιρεσείουσας, όσο και η με τις προτάσεις της αίτησή της, είναι παραδεκτές και νόμιμες, στηριζόμενες στις προαναφερθείσες διατάξεις, αποδεικνύονται δε και ουσιαστικά βάσιμες από τα προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι την από 14.6.2018 απόδειξη εξοφλήσεως, από την οποία αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη την 14.6.2018, σε εκούσια συμμόρφωση προς την άνω πρωτόδικη απόφαση προς αποτροπή αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της, το συνολικό ποσό των 4.236,96 ευρώ για κεφάλαιο και νόμιμους τόκους, και την από 14.6.2018 απόδειξη εξοφλήσεως, από την οποία αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη την 10.11.2020 το συνολικό ποσό των 560 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των δικαστικών δαπανών που επιδικάστηκαν υπέρ της αναιρεσίβλητης δυνάμει των άνω αποφάσεων και δη α) το ποσό των 300 ευρώ που της επιδικάσθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 285/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και β) το ποσό των 260 ευρώ που της επιδικάσθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 10618/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Πρέπει, επομένως, οι αιτήσεις αυτές να γίνουν δεκτές και ως ουσία βάσιμες και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει τα πιο πάνω ποσά των 4.236,96 ευρώ και 560 ευρώ, αντίστοιχα, στην αναιρεσείουσα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 10618/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
ΔΕΧΕΤΑΙ τις αιτήσεις της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας χρηματικά ποσά. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ