1570/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1570/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' αυτήν, όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 πα.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1570 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1570/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. χας Κ. Π., 2. Ε. Κ. Π. και 3. Γ. Κ. Π., κατοίκων ..., μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων (σύζυγος και τέκνα) του Κ. Γ. Π., αρχικού διαδίκου που πέθανε στις 7-2-2009, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νταφούλη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 12.9.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: Α. της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Π. Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπουμένης από τον εκκαθαριστή της Δ. Ν. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αντωνία Μαυρογεώργη-Πριονά.
και Β. Των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ της ως άνω εταιρείας α) Ά. χήρας Α. Π., β) Γ. Α. Π. και γ) Σ. Α. Π., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6302/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4724/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουλίου 2010 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1769/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 20 Δεκεμβρίου 2011 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έβδομου λόγου κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσης περιεχόμενο και την απόρριψη των λοιπών της 684/1.7.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 4724/31-7-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 8623-8628/23-2-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Δημητρίου Νταφούλη, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 684/1-7-2010 αίτηση για αναίρεση της 4724/1-7-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση επ' αυτής της 1769/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως λόγω μη κλητεύσεως των απολειπομένων και κατά την δικάσιμο εκείνη (7-11-2011) δεύτερης, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων και προσθέτως κατά την δευτεροβάθμια δίκη παρεμβάντων υπέρ της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και της από 20-12-2011 κλήσεως, με τη συνημμένη πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (17-9-2012), νομότυπα και εμπρόσθετα επιδόθηκε στους εν λόγω, δεύτερη, τρίτο και τέταρτο, αναιρεσίβλητους με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (17-9-2012).
Κατ' αυτήν, όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 πα.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη 684/1-7-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4724/31-7-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, Α. με το 143267/4-8-2006 δικόγραφο αγωγών, με ενάγουσα την υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. Ο.Ε." και εναγόμενο τον Κ. Π. εδιώκετο, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (α) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (ι) 5215,44 και (ιι) 43.727,07 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ως διαχειριστής αυτής και παράνομα ιδιοποιήθηκε, με παράλληλη αναγνώριση της υποχρεώσεώς του καταβολής των εν λόγω ποσών με το νόμιμο τόκο από (ι) 1-10-1997 και (ιι) 1-2-1991 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, έκτοτε δε από την επίδοσή της και (β) σε λογοδοσία για τον τηρούμενο εταιρικό λογαριασμό κατά το από 9-7-1990 μέχρι 1-10-1997 χρονικό διάστημα και Β.
με το 10079/2006 δικόγραφο προσθέτως παρενέβησαν υπέρ της ενάγουσας οι (1) Α. χα Α. Π. (2) Γ. Α.Π. και (3) Σ. Α.Π., σύζυγος και τέκνα αντίστοιχα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 9-7-1990 Α. Π., ομόρρυθμου εταίρου και συνδιαχειριστή μετά του εναγομένου, ιδιότητα με την οποία υπεισήλθαν στην εταιρική αυτού μερίδα και κατέστησαν έκτοτε ομόρρυθμα μέλη της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας.
Επί των αντικειμενικώς σωρευομένων και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων αγωγών και της πρόσθετης υπέρ της ενάγουσας παρεμβάσεως εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 6302/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή κατά πλειοψηφία των συνεκδικαζομένων Α (1) 7780/2008, και Β (1) 9569/16-10-2008 αντίστοιχων εφέσεων της ενάγουσας και των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή των αγωγών και της πρόσθετης παρεμβάσεως, η 4724/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές, παραδοχές της.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της η κρατήσασα γνώμη, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Δυνάμει του από 1.10.1978 ιδιωτικού συμφωνητικού, νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Α. Π. και ο αδελφός του εναγόμενος, Κ. Π. συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία ΑΦΟΙ Π.
ΟΕ, με έδρα τη ..., και σκοπό την εμπορία ξυλείας και δομικών υλικών, ορίσθη δε διαχειριστής αυτής ο Α. Π.. Η συμμετοχή εκάστου εταίρου στα κέρδη και τις ζημιές συμφωνήθηκε στο ποσοστό του 50% για τον καθένα. Η εταιρεία αυτή δια του από 28.9.1983 ιδιωτικού συμφωνητικού, νομίμως δημοσιευθέντος, παρετάθη για δεκαπέντε (15) εισέτι έτη.
Την 9.7.1990 απεβίωσε ο διαχειριστής της Α. Π. και οι κληρονόμοι του Ά. Π., σύζυγος του και τα τέκνα του Γ. και Σ. δια του από 27.7.1990 τροποποιητικού συμφωνητικού, νομίμως και αυτού δημοσιευθέντος, κατέστησαν εταίροι της ενάγουσας στο ποσοστό συμμετοχής του θανόντος, και δη η Ά. Π. στο ποσοστό του 12,5%, ο Γ. στο ποσοστό του 18,5% και ο Σ.
στο ποσοστό του υπολοίπου 18,5%, ενώ ο εναγόμενος Κ. Π. εξακολούθησε ως εταίρος με το ίδιο ποσοστό του 50%. Με το τελευταίο τούτο τροποποιητικό συμφωνητικό, διαχειριστές της ενάγουσας ορίστηκαν ο εναγόμενος Κ. Π. και η Ά. Π., οι οποίοι μπορούσαν να ενεργούν , είτε από κοινού είτε ξεχωριστά ο καθένας. Ταμίας της ενάγουσας ορίστηκε ο εναγόμενος Κ.
Π.. Η εταιρεία αυτή από της συστάσεως αυτής και εφεξής μέχρι του χρόνου θανάτου του Α. Π. παρουσίασε μεγάλη δραστηριότητα και απέφερε σημαντικά κέρδη στους εταίρους. Παράλληλα δια του από 2.8.1989 ιδιωτικού συμφωνητικού, συνεστήθη μεταξύ του Κ. Π., του πατρός του Γ. Π., του θανόντος και της Α. Π. ετερόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία Α.
και Κ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ, με έδρα τη ... και τον ίδιο σκοπό, η οποία όμως μέχρι του χρόνου του θανάτου του Α. δεν παρουσίασε σημαντική δραστηριότητα εν αντιθέσει με την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείτο υπό τη διαχείριση του Α. Π. με μεγάλη εμπορική επιτυχία. Οι αδελφοί εταίροι της άνω ΟΕ Α. και Κ.
είχαν ανοίξει τον κοινό λογαριασμό ... στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος εφέρετο ως προσωπικός λογαριασμός των δύο τούτων αδελφών. Ο λογαριασμός όμως αυτός στην πραγματικότητα ήταν εταιρικός, ανήκε στην ενάγουσα διότι δι' αυτού εγένοντο οι συναλλαγές της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, στο άνω υποκατάστημα, κατετίθεντο συναλλαγματικές πελατών της ΟΕ, οι οποίες αντιπροσώπευαν τιμήματα ξυλείας, την οποία η ΟΕ είχε πωλήσει στους πελάτες της.
Τις συναλλαγματικές αυτές, τις κατέθετε στο υποκατάστημα αυτό ο διαχειριστής Α. Π. με την εντολή, σε περίπτωση εισπράξεως τους από την Τράπεζα αυτή, να πιστώνει τον άνω κοινό λογαριασμό. Έτσι, ο Α. Π., λίγους μήνες πριν πεθάνει, είχε σταδιακά καταθέσει στην Τράπεζα αυτή συναλλαγματικές τρίτων (πελατών), των οποίων δικαιούχος ήταν η άνω ΟΕ, αξίας 44.000.000 δρχ.
περίπου, με την εντολή όσες εξ αυτών εισπραχθούν από την Τράπεζα να πιστωθεί ο άνω λογαριασμός. Πράγματι, η Τράπεζα εισέπραξε μέρος των συναλλαγματικών αυτών, ύψους περίπου 29.000.000 δρχ. και παρέμειναν ανείσπρακτες συναλλαγματικές ύψους 14.900.000 δρχ. Οι συναλλαγματικές αυτές επεστράφησαν από το άνω υποκατάστημα μετά το θάνατο του Α.
Π. στον εναγόμενο Κ. Π., ο οποίος και τις εισέπραξε μαζί με το συνεργάτη του Ι. Κ.. Την είσπραξη των συναλλαγματικών αυτών, ο εναγόμενος δεν κατέγραψε στα βιβλία της ΟΕ, όπως όφειλε, αλλά απεναντίας και κατά παράβαση της διαχειριστικής του ιδιότητας, ήτοι ως εντολοδόχου της ενάγουσας, αλλά παρεκράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ποσό τούτο των 14.900.000 δρχ.
Το ποσό τούτο δολίως το απέκρυψε από τους λοιπούς συνεταίρους Ά., Γ. και Σ. Π., το απέκρυψε δε και από τον εκκαθαριστή Δ. Α., όταν μετά τη λύση της εταιρείας αυτής δια καταγγελίας την 2.5.1997, παρεδόθησαν σε αυτόν τα βιβλία της εταιρείας κλπ. Παράλληλα, ο εναγόμενος Κ. Π., μετά τον θάνατο του αδελφού του Α., κίνησε τον άνω κοινό λογαριασμό, που ανήκε, ως ελέχθη, στην ΟΕ, ομοίως δια χρεώσεων και πιστώσεων.
Οι πιστώσεις του λογαριασμού αυτού προέρχονται από χρήματα πελατών της άνω ΟΕ, από την πώληση προς αυτούς ξυλείας. Έτσι, ο λογαριασμός αυτός, κινήθηκε από τον εναγόμενο δια χρεοπιστώσεων και κατά την 1.11.1997 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο 1.777.160 δρχ. Και το υπόλοιπο αυτό, ο εναγόμενος ενώ όφειλε να το παραδώσει στον άνω εκκαθαριστή, δεν το απέδωσε αλλά αντιθέτως το απέκρυψε από αυτόν όπως και από τους Ά., Γ.
και Σ. Π.. Κατά τη διάρκεια της διαχείρισης από του χρόνου του θανάτου του Α. Π. μέχρι του χρόνου που λύθηκε η ενάγουσα ΟΕ, ο εναγόμενος Κ. Π., κατά την κατάθεση του μάρτυρος Ι. Κ., ο οποίος εγνώριζε εκ του σύνεγγυς τη διαχείριση της ΟΕ, απέκρυβε διάφορα σημαντικά χρηματικά ποσά, τα οποία οικειοποιείτο παρανόμως και δολίως, χωρίς να εγγράφει αυτά στα βιβλία της ΟΕ.
Με τον ίδιο τρόπο, ως ελέχθη, απέκρυψε και δολίως ιδιοποιήθηκε το άνω ποσό του 1.777.160 δρχ., ως και εκείνο των 14.900.000 δρχ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη την κίνηση του άνω εταιρικού λογαριασμού, στον οποίο, ως ελέχθη, εισήρχοντο χρήματα συναλλαγματικών, των οποίων δικαιούχος ήταν η ενάγουσα.
Επίσης, αποδεικνύονται και από τα σχετικά έγγραφα του άνω υποκαταστήματος, από τα οποία προκύπτει ότι επεστράφησαν στον εναγόμενο, ως απλήρωτες, συναλλαγματικές ποσού 14.900.000 δρχ., τις οποίες ο εναγόμενος, μαζί με τον συνεργάτη του Ι. Κ. εισέπραξαν από τους οφειλέτες, κυρίως από την ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΑΕ, οφειλέτριά τους και άλλους.
Περί των ανωτέρω, ως ελέχθη, σαφώς κατέθεσε ο Ι. Κ., με τον οποίο ο εναγόμενος είχε στενή φιλική και οικογενειακή σχέση και αυτός εγνώριζε και τις παράνομες αυτές πράξεις του εναγομένου. Ειδικότερα, ο άνω μάρτυρας, ο οποίος εξετάστηκε στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής των άνω προσθέτως παρεμβαινόντων, που είχε ασκηθεί το 1997 και περιλαμβάνεται στην 1105/1998 Εισηγητική Έκθεση, σαφώς κατέθεσε περί των ανωτέρω, τα οποία εγνώριζε, ως ελέχθη, και προσωπικά.
Ειδικότερα, κατέθεσε ότι μετά το θάνατο του Α. Π., ο άνω λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό 5.900.000 δρχ., πλην τούτο δε συνδέεται με το ποσό των 14.900.000 δρχ., μάλιστα δε ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε περί αποκρύψεως και παρανόμου κατακρατήσεως από τον εναγόμενο μεγάλων χρηματικών ποσών, τα οποία απέκρυψε από την εταιρεία και τους άνω προσθέτως παρεμβαίνοντες και δη 800.000.000 δρχ.
Τα ανωτέρω ενισχύονται και εκ του ότι, οι λοιπές εταιρείες και δη με την επωνυμία Κ. Π. & ΣΙΑ ΕΕ συνεστήθη μετά το θάνατο του Α. Π., δια του από 2.3.1991 ιδιωτικού συμφωνητικού, η δε εταιρεία Κ. Π. & ΣΙΑ ΕΕ συνεστήθη και αυτή μετά το θάνατο του Α.Π..
Συνεπώς, οι συναλλαγματικές, τις οποίες είχε προσκομίσει ο Α. Π. προ του θανάτου του προήρχοντο και αποτελούσαν έσοδα της ενάγουσας ΟΕ. Άλλωστε δε, για την ΟΕ αυτή και τις συναλλαγές της δεν προέκυψε ότι ετηρείτο άλλος λογαριασμός. Οι τηρούμενοι δε άλλοι λογαριασμοί εν όψει των ανωτέρω δεν αφορούν τον κοινό τούτο λογαριασμό, ο οποίος είχε ανοιχθεί από λόγους οικονομικούς και άλλους τους οποίους μόνο τα δύο αδέλφια εγνώριζαν, πιθανολογείται δε ότι ανοίχτηκε για να εισπράττουν τόκο μεγαλύτερο εκείνου αν ως δικαιούχος ήταν το νομικό πρόσωπο της ενάγουσας.
Αντιθέτως, τα άνω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από την κατάθεσην της κόρης του εναγομένου, η οποία ήταν μικρής ηλικίας και δεν εγνώριζε τα διαχειριστικά θέματα της ΟΕ, εξάλλου δε τίποτα το σαφές υπέρ του εναγομένου πατρός της, κατέθεσε. Ομοίως δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση Φ., που περιλαμβάνεται στην άνω 1105/1998 Εισηγητική Έκθεση, ο οποίος κατέθεσε ως λογιστής της εταιρείας για εκείνα μόνο τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψη του και όχι δια τα ανωτέρω, τα οποία απεκρύπτοντο από τον εναγόμενο.
Περαιτέρω, η ένσταση παραγραφής, που προβλήθηκε από τον εναγόμενο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον ο εκκαθαριστής Α., έλαβε το πρώτον γνώση δια τα ανωτέρω περιστατικά από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες μόλις το 2005 που εξεδόθη τελεσιδίκως επί της προηγούμενης αγωγής των προσθέτως παρεμβαινόντων η 8804/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθόσον τότε έλαβε γνώση των παρανόμων πράξεων του εναγομένου, αφού βάσει της αποφάσεως αυτής νομιμοποιείτο ενεργητικώς η ενάγουσα και όχι οι προσθέτως παρεμβαίνοντες.
Υπό τα άνω περιστατικά, η άσκηση της αγωγής δεν παρίσταται ούτε ως καταχρηστική εκ της παρελεύσεως του άνω χρονικού διαστήματος από της παραδόσεως της διαχείρισης της ενάγουσας στον εκκαθαριστή μέχρι της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, αλλά η άσκηση αυτής αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος και υποχρέωση του εκκαθαριστού, ο οποίος έλαβε γνώση των περιστατικών αυτών ως ανωτέρω.
Υπό τα άνω δεδομένα, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.215,44 ευρώ (1.777.160 δρχ.) νομιμοτόκως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 754 και 220 ΑΚ από της 1.10.1997, ως και το ποσό των 43.727,07 ευρώ (14.900.000 δρχ.) νομιμοτόκως από της 1.2.1991 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής (τα ποσά αυτά των τόκων υπερημερίας, ήτοι των 6.718,35 και 151.196,37 θέλουν επακριβώς προσδιοριστεί κατά την εκτέλεση).
Τους ανωτέρω τόκους υπερημερίας τους οφείλει αναγνωριστικώς. Τέλος, εφόσον ο εναγόμενος διαχειρίστηκε τον άνω λογαριασμό, ήτοι υπόθεση που ανήκε στην ενάγουσα, ανακύπτει περίπτωση υποχρεώσεως του προς λογοδοσία για τη διαχείριση του αυτή, από του χρόνου του θανάτου του Α. μέχρι και της λύσεως της ενάγουσας, εφόσον αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος διαχειριζόμενος το λογαριασμό αυτό, ήτοι υπόθεση της ενάγουσας, η υπόθεση αυτή συνεπήγετο εισπράξεις και δαπάνες".
Κατά της τελευταίας αυτής, 4724/31-7-2009, αποφάσεως εναντιώνονται οι (1) Σ. χα Κ. Π., (2) Ε. Κ. Π. και (3) Γ. Κ. Π., μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 7-2-2009, μετά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως (20-11-2008), και αρχικώς εναγομένου-ηττηθέντος εφεσιβλήτου Κ. Π., ιδιότητα με την οποία και υπεισήλθαν στην δικονομική του θέση, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, δηλώνοντες παράλληλα με το δικόγραφο αυτής ότι παραιτούνται της ορισθείσης προθεσμίας για την παροχή λογοδοσίας, χωρίς να προτίθενται να ανταποκριθούν στην σχετική δικαστική υποχρέωση τους, με άμεση δικονομική συνέπεια την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως σε αντιδιαστολή προς τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος μπορεί έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Περαιτέρω, από την άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 20 και 22 ΕμπΝ και τις, κατ' άρθρο 18 του νόμου τούτου, εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 745, 758, 759, 763, 767, 777, 778, 779, 780, 782 και 784 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις αναλογικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 2 και 50 του ν. 3190/1955, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η ομόρρυθμη εταιρία λυθεί για οποιοδήποτε λόγο - άρα και με καταγγελία - και ακολούθως τεθεί σε εκκαθάριση, κάθε εταίρος μπορεί, μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών, την απόδοση των εισφορών και τη ρευστοποίηση της εταιρικής περιουσίας από τον εκκαθαριστή, να αξιώσει να του καταβληθεί, κατά τον λόγο της συμμετοχής του στα κέρδη, το προϊόν της εκκαθαρίσεως.
Αντικείμενο του προς διανομή προϊόντος της εκκαθαρίσεως αποτελεί η, μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών και την απόδοση των εισφορών, απομένουσα ρευστοποιημένη εταιρική περιουσία, δηλαδή το υπάρχον στο ταμείο της εταιρίας ποσό χρημάτων, όπως αυτό προκύπτει από τον εκ μέρους του εκκαθαριστή συνταχθέντα τελικό ισολογισμό της εκκαθαρίσεως.
Η ανωτέρω αξίωση, απορρέουσα από την εταιρική σχέση, συνιστά ατομική αξίωση του εταίρου και ασκείται μόνο κατά του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία είναι και η οφειλέτρια του αξιούμενου ποσοστού επί του προϊόντος της εκκαθαρίσεως. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ομορρύθμου μέλους της πρώτης τούτων ομόρρυθμης εταιρείας Α.
Π. και στη συνέχεια, μετά τον επισυμβάντα στις 9-7-1990 θάνατο αυτού, ως ομόρρυθμα αυτής μέλη και με τις ιδιότητές τους αυτές ως δανειστές της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας στο προϊόν της εκκαθαρίσεως κατά τον λόγο της εταιρικής τους μερίδας, διαθέτουν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς άσκηση πρόσθετης υπέρ αυτής παρεμβάσεως κατά την δικαστική επιδίωξη από εκείνη αξιώσεών της κατά του αναιρεσείοντος, ομορρύθμου αυτής μέλους και διαχειριστή της, που περιλαμβάνονται κατά τους ισχυρισμούς τους στο προϊόν της εκκαθαρίσεως.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια της παρά το νόμο παραλείψεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως να απορρίψει ως απαράδεκτη την πρόσθετη υπέρ της πρώτης των αναιρεσίβλητων και υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας παρέμβαση των λοιπών, ελλείψει του απαιτούμενου προς τούτο εννόμου συμφέροντος των τελευταίων, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.
ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ.1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 720 ΑΚ, το οποίο κατ' επιταγή των άρθρων 18 ΕμπΝ και 754 παρ.1 ΑΚ, εφαρμόζεται αναλόγως και επί διαχειριστή ομόρρυθμης εταιρείας, ο εντολοδόχος, αν χρησιμοποίησε για τον εαυτό του χρήματα του εντολέα, οφείλει τόκο γι' αυτά από τότε που τα χρησιμοποίησε. Τέλος, κατά το άρθρο 296 παρ. 1 ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δυο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο.
Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται αφού λήξει το έτος ή η χρήση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την άσκηση, του δικαιώματος προς ανατοκισμό, δηλαδή προς υπολογισμό και λήψη νόμιμου τόκου επί τόκων, νόμιμων ή δικαιοπρακτικών, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Να καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι ενός τουλάχιστον έτους ή, αν πρόκειται για το Δημόσιο, μιας χρήσεως, β) Να επιδοθεί εκ μέρους του δανειστή στον οφειλέτη αγωγή, που να περιέχει το περί ανατοκισμού αίτημα. Και. γ) Η επίδοση της ως άνω αγωγής να γίνει μετά τη συμπλήρωση του έτους ή της χρήσεως, ανάλογα, δηλαδή αφού έχει συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μακρότερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς εφόσον υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι απαιτητοί και ληξιπρόθεσμοι, τόκοι ενός τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως.
Αίτημα της οικείας αγωγής πρέπει να είναι η καταψήφιση του εναγομένου στην πληρωμή του επί των δεδουλευμένων τόκων νόμιμου τόκου μέσα σε χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Και τούτο διότι, ενόψει των ως άνω θεσπισμένων περιορισμών, η εν λόγω αγωγή δεν ανατρέχει στο παρελθόν, στο χρόνο δηλαδή παραγωγής των δεδουλευμένων τόκων, πράγμα που θα είχε συνέπειες υπερβολικά επαχθείς για τον οφειλέτη και γι' αυτό ανεπιθύμητες για το νομοθέτη, αλλά ο ανατοκισμός αρχίζει από την επίδοση αυτής της αγωγής και εφεξής.
Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική και ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση του δικογράφου της με στοιχ. Α (α) χαρακτηριζόμενης αγωγής η δι' αυτής ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, επικαλούμενη ότι ο αρχικά εναγόμενος Κ. Π. εισέπραξε ως διαχειριστής αυτής και παράνομα ιδιοποιήθηκε (ι) μέχρι 1-10-1997 το ποσό των 1.777.160 δρχ. ( 5215,44 €) και (ιι) μέχρι 1-2-1991 εκείνο των 14.900.000 δρχ. (43727,07€), εδίωκε την καταψήφιση των εν λόγω ποσών ως και τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας αυτών από (ι) 1-10-1997 και (ιι) 1-2-1991 έως την άσκηση της αγωγής, έκτοτε δε από την επίδοση αυτής, αίτημα περί τοκοδοσίας, το οποία παραδεκτά περιόρισε στη συνέχεια σε αναγνωριστικό.
Σε συνέπεια με την νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των επικαλούμενων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά σε αντιδιαστολή από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, ορθώς αξιολογήθηκε η με στοιχ Α(α) αγωγή με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις φερόμενες δι' αυτής προς διάγνωση αξιώσεις της ενάγουσας για δεδουλευμένους τόκους και τόκους τόκων ορισμένη και νόμιμη, με θεμελίωσή της στα άρθρα 754 παρ.1, 720 ΑΚ, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις της ενάγουσας συνδέοντο, κατά τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, με την ιδιότητα του αρχικώς εναγομένου Κ.
Π. ως διαχειριστή αυτής, επί του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται αναλόγως οι περί εντολής διατάξεις.
Συνεπώς οι προβαλλόμενες με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 1, 14 ΚΠολΔ, με την έννοια αντίστοιχα ότι παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας (α) έλαβε υπόψη την μη περιεχόμενη στο δικόγραφο της αγωγής βάση περί εντολής και (β) παρέλειψε να απορρίψει κατά τούτο την αγωγή ως αόριστη λόγω μη επικλήσεως οχλήσεως του δι' αυτής εναγομένου, ελέγχονται ως αβάσιμες.
Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτες, οι διατυπούμενες με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14, 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παρά το νόμο παραλείψεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως απορρίψεως της με στοιχ Α(α) αγωγής ως αόριστης κατά την θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεως, λόγω μη προσδιορισμού των συν/κών, τις οποίες αποδίδεται στον αρχικώς εναγόμενο ότι εισέπραξε ως διαχειριστής της ενάγουσας εταιρείας (με στοιχ (ιι) αξίωση) και επιπρόσθετα δεν διευκρινίζεται πως προέκυψε στις 2-4-1997, το πιστωτικό υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας (με στοιχ.
ι αξίωση), εφόσον δεν προσβάλλεται παράλληλα η θεμελιωτική των εν λόγω απαιτήσεων περί εντολής βάση της αγωγής, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ενσωματώνονται στο δικόγραφο αυτής πίνακες των συν/κών που επιστράφησαν με τα πλήρη αυτών στοιχεία, ως και εκείνων εξ αυτών που στη συνέχεια εξοφλήθηκαν με είσπραξή τους από τον αρχικώς εναγόμενο, ενώ τέλος για το ορισμένο της αγωγής κατά τη με στοιχ. (ι) αξίωση αρκεί η αναφορά κατά τον κρίσιμο χρόνο του πιστωτικού υπολοίπου του τραπεζικού λογαριασμού.
III. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.ΑΠ 2/2008).
Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τους πέμπτο και έκτο κατά σειρά λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την (εξώδικη) ομολογία των προσθέτως παρεμβάντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ότι ο τηρούμενος στο υποκατάστημα ΕΤΕ, στη Νέα Μάκρη ...
κοινός λογαριασμός ήταν προσωπικός, των ομορρύθμων μελών Κ. και Α. Π., σε αντιδιαστολή με την παραδοχή της ότι επρόκειτο περί εταιρικού λογαριασμού, η οποία περιέχεται στην 3308/2004 έφεσή τους κατά της 5266/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορριπτικής της από 9-7-1977 αγωγής τους κατά του Κ. Π. και των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της πρώτης των αναιρεσίβλητων ομόρρυθμης εταιρείας (5ος λόγος) και επιπρόσθετα (α) την από 9-7-1007 αγωγή, (β) την απορριπτική της εν λόγω αγωγής 5256/2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (γ) την 8804/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα η ίδια αγωγή, (δ) την 2948/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (ε) την 1105/1998 έκθεση του αρμόδιου εισηγητή δικαστή, στ) την .../1997 συμβολαιογραφική πράξη παράδοσης βιβλίων και στοιχείων της εταιρείας, (ζ) απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της 18-4-2007 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση άλλης αγωγής της εταιρείας "Κ.
Π. και Σια Ε.Ε." εναντίον του Κ. Π., (η) την 11714/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ασφαλιστικών μέτρων), θ) την 2161/2007 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, ανακλητική της πρώτης ως άνω απόφασης, ι) την από 26-4-2004 έφεση κατά της 5256/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ια) την 6302/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ιβ) τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, (6ος λόγος), έγγραφα τα οποία (πράγματι) επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς ανταπόδειξη του αβασίμου των αγωγικών ισχυρισμών της κατ' αυτών απευθυνομένων αγωγών και απόδειξη των προς απόκρουση αυτών προταθεισών ενστάσεων παραγραφής και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.
Οι αναιρεσείοντες ανταποκρίνονται ήδη στην δικονομική τους υποχρέωση (ΚΠολΔ 568 παρ.1 εδ.1) προσκομίσεως των εν λόγω διαδικαστικών εγγράφων. Από την βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι την περί πραγμάτων κρίση της σχημάτισε αφού έλαβε υπόψη και τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και τα εν λόγω διαδικαστικά έγγραφα.
Επιπρόσθετα αληθές είναι ότι οι αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του επικαλέσθηκαν την περιεχομένη στην 3308/2004 έφεση των προσθέτως παρεμβάντων και ήδη απολειπομένων αναιρεσιβλήτων κατά της 5256/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκτιμωμένη ελευθέρως εξώδικη ομολογία τους (ΚΠολΔ 352 παρ.2) ότι ο επίμαχος λογαριασμός των εταίρων ήταν προσωπικός.
Εκτιμάται όμως μετά βεβαιότητας, χωρίς να καταλείπονται περί τούτου αμφιβολίες, ότι και η εν λόγω εξώδικη ομολογία συνεκτιμήθηκε, κατά την παραδοχή της, με εκτεταμένες αιτιολογίες, ότι επρόκειτο περί εταιρικού λογαριασμού. Κατά συνέπεια ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου δι' αυτών ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δε ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Ομοίως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού απαραδέκτου, αορίστου ή μη νόμιμου, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως και όταν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση, δεν δικαιολογεί και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει εις αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα συναίσθημα αδικίας.
Κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό κατά την έννοια της λέξεως "πράγμα" του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Οι αναιρεσείοντες, αποκρούοντες το ασκούμενο με την με στοιχ. Α (β) αγωγή δικαίωμα παροχής λογοδοσίας από 9-7-1990 έως 1-10-1997 αναφορικά με τον φερόμενο ως εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό, με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ υποστήριζαν, προς θεμελίωση της προτεινόμενης ενστάσεως καταχρηστικής αυτού ασκήσεως, "Κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος φέρεται, ότι από 9-7-1990 έως 30-9-1997, που ήταν διαχειριστής της ενάγουσας, εισέπραξε τις επιστραφείσες από την Τράπεζα ΕΤΕ Ν.
Μάκρης συναλλαγματικές ποσού 43.727,07 Ευρώ μέχρι 31-1-1991, το οποίο δήθεν παρακράτησε παράνομα, όπως και ότι δεν απέδωσε στον εκκαθαριστή της ενάγουσας στις 1-10-1997 και το ποσό (κατάλοιπο) του κοινού λογαριασμού Ευρώ 5.215,44, το οποίο δήθεν κράτησε για δικό του όφελος. Όμως, ο εναγόμενος υπήρξε συνδιαχειριστής με τη χήρα σύζυγο του αδελφού του Ά.
Π.-προσθέτως παρεμβαίνουσα, από τότε (27-7-1990) που η εταιρεία αυτή συστάθηκε μέχρι 30-9-1997, οπότε ανάλαβε ως εκκαθαριστής αυτής ο Δ. Α., που εξακολουθεί να είναι και σήμερα. Ο εναγόμενος κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο την ενάγουσα εταιρεία, καθώς και τις υπόλοιπες που αναφέρονται στις προτάσεις του. Ο άνω εκκαθαριστής της ενάγουσας διορίστηκε με την 23416/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ανέλαβε καθήκοντα την 1-10-1997.
Ο εναγόμενος παρέδωσε και ο εκκαθαριστής παρέλαβε τα πάντα που αφορούσαν την ενάγουσα εταιρεία, καθώς και τις άλλες. Μάλιστα γι' αυτό συντάχθηκε τότε η .../1997 πράξη παράδοσης-παραλαβής από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Βασιλική Λιακοπούλου. Έτσι ο εκκαθαριστής απέκτησε πλήρη εικόνα και γνώση των πραγμάτων της εταιρείας, της οποίας είχε στην κατοχή και στον έλεγχο του τα βιβλία αγορών και πωλήσεων, αποθήκης, καθώς και όλα τα τιμολόγια αγοράς και πώλησης, που αφορούσαν το άνω διάστημα που ο εναγόμενος υπήρξε διαχειριστής.
Γνώριζε από τότε τις αποδιδόμενες με την αγωγή ενέργειες στον εναγόμενο, δηλαδή γνώριζε την ύπαρξη του κοινού λογαριασμού στην ΕΤΕ Ν.Μάκρης, καθώς των γραμματίων που κατατέθηκαν σε αυτή, όπως και του φερόμενου ως εισπραχθέντος δήθεν ποσού των 43.727,07 Ευρώ από συναλλαγματικές. Ακόμη ο εκκαθαριστής ενημερώθηκε για την αντιδικία του εναγομένου με τη σύζυγο και τα τέκνα του ως άνω αδελφού του.
Η από 9-7-1997 αγωγή της Ά. χήρας Α. Π. και των δύο τέκνων της κατά του εναγομένου είχε κοινοποιηθεί στον ίδιο τον εκκαθαριστή. Στην αγωγή αυτή, εξειδικευόταν και τα στην ένδικη αγωγή επικαλούμενα σε βάρος του ίδιου εναγομένου (Κ. Π.) πραγματικά περιστατικά. Άλλωστε και ο Γ. Π. (γιος του θανόντος Α. Π.), εταίρος της εδώ ενάγουσας και ένας από τους ενάγοντες στην από 9-7-1997 αγωγή, στα πλαίσια άλλης δίκης στις 18-4-1997 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει καταθέσει ότι ο εκκαθαριστής Δ.
Α. έλαβε γνώση εντός του έτους 1997 της ήδη με την ένδικη αγωγή, επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου Κ. Π.. Παρά πάντα τα ανωτέρω, ο εκκαθαριστής αυτός και εκπρόσωπος εδώ της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (31-7-2006) δεν είχε προβεί σε καμία δικαστική ενέργεια κατά του εναγομένου, ούτε αναφορικά και με τον άνω τραπεζικό λογαριασμό για τον οποίο επίσης είχε πληροφορηθεί ότι ετηρείτο στην ΕΤΕ, ως προσωπικός (ατομικός λογαριασμός) των αδελφών Κ.
και Α. Π.. Στα πλαίσια της δίκης που διανοίχθηκε με την από 9-7-1997 αγωγή της Ά. χήρας Α. Π. και των λοιπών κατά του ίδιου εναγομένου, ο τελευταίος (Κ. Π.) ανταποκρίθηκε στο αίτημα της λογοδοσίας των αντιδίκων του, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, διότι η αγωγή τους στη συνέχεια απορρίφθηκε. Συγκεκριμένα, είχε ζητηθεί με εκείνη την αγωγή, μεταξύ άλλων να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας για σπουδαίο λόγο και της εδώ ενάγουσας εταιρείας, και να υποχρεωθεί ο ίδιος εναγόμενος να καταβάλει ως αποζημίωση στην πρώτη ενάγουσα δραχμές 349.220.250 ατομικά και δραχμές 231.220.250 σε κάθε τέκνο της.
Εκδόθηκε σε αυτή η 2948/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε τη βάση από αδικοπραξία και έταξε κατά τα λοιπά αποδείξεις.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5256/2002 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή εκείνη καθ' όλα τα αιτήματα της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση για να εκδοθεί κατόπιν η 8804/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία τελεσίδικα απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή. Μετά την πάροδο δέκα (10) ετών απραξίας του εκκαθαριστή και μετά την ανωτέρω βεβαίωση του ότι ο λογαριασμός δεν σχετίζεται με την εκκαθάριση, δημιουργήθηκε στον εναγόμενο εύλογα η εντύπωση ότι δε θα ασκούσε την αγωγική αυτή αξίωση.
Με βάση τα παραπάνω σε κάθε περίπτωση η αξίωση της ενάγουσας για λογοδοσία, σε σχέση με τον άνω κοινό λογαριασμό, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, επομένως και γι' αυτό το λόγο η αγωγή είναι απορριπτέα κατά το αίτημα της λογοδοσίας".
Την εν λόγω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι ο εκκαθαριστής, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπός της πρώτης των αναιρεσίβλητων υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας, έλαβε γνώση το πρώτον για την αποδιδόμενη στον αρχικώς εφεσίβλητο Κ. Π. παράνομη ιδιοποίηση από τον εταιρικό λογαριασμό του συνολικού ποσού των 196.252,033 δρχ., με την έκδοση της 8804/005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (απορριπτικής της εφέσεως των εκ των αναιρεσιβλήτων προσθέσεως παρεμβάντων κατά της 5256/2002 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της τελευταίας απορριπτικής της αγωγής τους για ακυρότητα της καταγγελίας της ήδη υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας και πρώτης των αναιρεσίβλητων) παραδοχή της, η οποία ενέχει αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη του αντίθετου θεμελιωτικού της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, τα συνοδευτικά περιστατικά του οποίου αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, τον οποίο εντεύθεν έλαβε υπόψη, με άμεση δικονομική συνέπεια υποστηρίζουσα τα αντίθετα η διατυπούμενη με το πρώτο σκέλος των τέταρτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την οποία παράλληλα ανεπιτρέπτως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να ελέγχεται ως αβάσιμη.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο".
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι μετά τον επισυμβάντα στις 9-7-1990 θάνατο του διαχειριστή της ήδη υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας πρώτης των αναιρεσιβλήτων Α.
Π., διαχειριστές αυτής ορίσθηκαν η δεύτερη τούτων και ο αρχικά εναγόμενος-εφεσίβλητος Κ. Π., με καταστατική δυνατότητα τους να ενεργούν είτε από κοινού, είτε έκαστος τούτων κατά μόνας, (β) ότι οι αρχικοί εταίροι Αναστάσιος και Κ. Π. τηρούσαν στο όνομά τους στο υποκατάστημα της ΕΤΕ τον ... προσωπικό λογαριασμό, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν εταιρικός, ως εξυπηρετικός των συναλλαγών της εταιρείας, (γ) ότι ειδικότερα στον εν λόγω λογαριασμό κατετίθεντο μέχρι 9-7-1990 από τον διαχειριστή της εταιρείας Α.
Π. συναλλαγματικές πελατών της εταιρείας, αντιπροσωπευτικές οφειλόμενου τιμήματος πωλήσεως από εκείνη προϊόντων ξυλείας, με ισόποση πίστωση του λογαριασμού σε περίπτωση εξοφλήσεώς του, (δ) ότι ο αρχικός διαχειριστής Α. Π. ολίγους μήνες πριν από τον επισυμβάντα στις 9-7-1990 θάνατό του είχε καταθέσει στον εν λόγω λογαριασμό συν/κές πελατών της εταιρείας συνολικού ποσού 44.000.000 δρχ., από τις οποίες εισπράχθηκαν από την τράπεζα, με ισόποση πίστωση του εν λόγω λογαριασμού, συν/κές ύψους 29.000.000 δρχ.
και παρέμειναν ανείσπρακτες συνολικού ποσού 14.900.000 δρχ., (ε) ότι ο αρχικά εναγόμενος-εφεσίβλητος Κ. Π., με την ιδιότητα από 9-7-1990 του διαχειριστή της εταιρείας και παράλληλα εκείνη του ταμία αυτής παράνομα ιδιοποιήθηκε το ποσό του 1.777.160 δρχ., πιστωτικό υπόλοιπο, που εμφάνισε ο ... εταιρικός τραπεζικός λογαριασμός την 1-10-1997 και (γγ) διαχειρίσθηκε τον εν λόγω λογαριασμό από 9-7-1990 έως 1-10-1997 και (στ) ότι ο εκκαθαριστής Α., ενεργώντας ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας, έλαβε γνώση των ενεργειών αυτών του αρχικώς εναγομένου-εφεσιβλήτου μετά την τελεσίδικη απόρριψη με την 8804/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών της αγωγής των εκ των αναιρεσιβλήτων προσθέτως παρεμβάντων για ακύρωση της καταγγελίας από εκείνον της πρώτης τούτων ομόρρυθμης εταιρείας, με έκτοτε οριστικοποίηση (με δύναμη δεδικασμένου) του θέματος της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εταιρείας, εκπροσωπουμένης από τον διορισθέντα εκκαθαριστή αυτής.
Τα πραγματικά αυτά δικαιολογούσαν (ι) την απόρριψη (α) της περί παραγραφής ενστάσεως των φερομένων προς διάγνωση με τη με στοιχ. Α(α) αγωγή αξιώσεων της υπό εκκαθάριση εταιρείας κατά την θεμελίωσή τους στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και (β) της περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου με τη με στοιχ Α (β) αγωγή δικαιώματος αυτής για παροχή λογοδοσίας από τον αρχικώς εναγόμενο-εφεσίβλητο Κ.
Π. για την διαχείριση από εκείνον του εταιρικού τραπεζικού λογαριασμού κατά το από 9-7-1990 έως 1-10-1997 χρονικό διάστημα και (ιι) την παραδοχή των κατ' αυτού απευθυνομένων και με στοιχ Αα(ι) και Α(β) χαρακτηριζομένων αγωγών, με νομική θεμελίωσή τους στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης κατά περίπτωση διατάξεις και εκείνες των άρθρων 914, 297, 718, 719, 741 επ., 777 επ., 303, 346 ΑΚ, 473, 477 ΚΠολΔ.
Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται κατά τούτο από τις αποδιδόμενες με το αναιρετήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες και ειδικότερα (1) ότι δεν μνημονεύεται το περιεχόμενο της καταρτισθείσης μετά της ΕΤΕ συμβάσεως για το άνοιγμα του επίμαχου λογαριασμού, δοθέντος ότι δέχεται ότι ήταν μεν στο όνομα των αρχικά ομορρύθμων μελών Α.
και Κ. Π., πλην όμως εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα εταιρικές συναλλαγές. Επιπρόσθετα η παράλληλη παραδοχή της ότι "πιθανολογείται δε ότι ανοίχθηκε για να εισπράττουν τόκο μεγαλύτερο εκείνου αν ως δικαιούχος ήταν το νομικό πρόσωπο της ενάγουσας" δεν αποτελεί αιτιολογία, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια του άρθρου 559 αρ19 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό αυτής επιχείρημα, επιβεβαιωτικό της αιτιολογίας της ότι επρόκειτο περί εταιρικού λογαριασμού και (2) ότι δεν προσδιορίζει τους λοιπούς λογαριασμούς των αρχικών εταίρων Α.
και Κ. Π., εφόσον διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της παράλληλα ότι μόνο ο ... τραπεζικός λογαριασμός ήταν εταιρικός, ο οποίος την 1-10-1997 εμφάνιζε πιστωτικό υπόλοιπο 1.777.160 δρχ. χωρίς να απαιτείται η παράθεση των χρεοπιστώσεων αυτού, με βάση τις οποίες προέκυψε. Επομένως υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου και τον έβδομο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, ως και εκείνων των άρθρων 937, 281 ΑΚ, ελέγχεται κατά τούτο ως αβάσιμη.
Αντίθετα ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως στοιχειοθετεί η παράλειψή της να διαλάβει τις (ενσωματούμενες στο δικόγραφο των αγωγών) ανείσπρακτες συν/κές, οι οποίες, κατά τις παραδοχές της, επεστράφησαν από την ΕΤΕ στον αρχικώς εναγόμενο-εφεσίβλητο Κ. Π., ως διαχειριστή της ήδη υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας, ο οποίος στη συνέχεια μέχρι 31-1-1991, επέτυχε την εξόφλησή τους, χωρίς να προβεί σε αντίστοιχη καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας, το συνολικό ποσό των οποίων (14.900.000 δρχ.), αποδίδεται στον τελευταίο ότι με τον τρόπο αυτό παρανόμως ιδιοποιήθηκε, κατά παράβαση της συνδέουσας εκείνον και την ομόρρυθμη εταιρεία εντολής, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον έβδομο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του τελευταίου αυτού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί κατά το χαρακτηριζόμενο με την παρούσα με στοιχ Αα (ιι) κεφάλαιο αυτής (αξίωση 43.727,07 Ευρώ, ισόποση εκείνης των 14.900.000 δρχ.) και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το άρθρο 12 παρ.4 του ν.4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν.4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι' αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, η πρόσθετη παρέμβαση των δεύτερης, τρίτους και τετάρτου των οποίων υπέρ της πρώτης κατά την δευτεροβάθμια δίκη είναι αυτοτελής και θεωρούνται κατά την δίκη εκείνη ως αναγκαίοι ομόδικοι της υπέρ της η παρέμβαση και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 83), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων και ορίζει στο ποσό των 2500,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 178 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4724/31-7-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. Αα (ιι) κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ