Legislator Case Law & Legislation
1570/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling declaring a holographic will void due to lack of serious intent.

Case Number 1570/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a contested will dispute. The appellate court found the holographic will void because the testatrix lacked serious intent to produce legal effects, rendering it fictitious. The Supreme Court upheld this finding, noting the appellate court provided sufficient and consistent reasoning to support its conclusion on the will's invalidity.

Legislator headnote

AI generated

Article 138 para. 1 of the Civil Code; Article 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: A declaration of will not made seriously but only feignedly is void, and an appeal based on lack of legal basis is inadmissible if the lower court's reasoning is complete, clear, and free from contradictions regarding the facts necessary for the judgment.

Keywords

AI generated
fictitious will lack of serious intent void declaration appeal inadmissibility insufficient reasoning holographic will Civil Code Article 138

Cited Legislation

AI generated
Article 138 para. 1 of the Civil Code
Article 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
10862/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1570 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1570/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμανλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μανιαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και με την από 2-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8534/2000 μη οριστική, 5850/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5803/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 3/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 του ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και για κάθε μονομερή μη απευθυντέα σε άλλον δικαιοπραξία, όπως είναι και η διαθήκη, προκύπτει ότι η εικονική διαθήκη είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το αν ο τιμώμενος με αυτήν γνώριζε ή όχι την εικονικότητά της.

Είναι δε εικονική η διαθήκη που συντάχθηκε χωρίς σοβαρή πρόθεση του διαθέτη για παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων από την περιεχόμενη σ' αυτήν δήλωση τελευταίας βούλησής του. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ή αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η μητέρα των διαδίκων Μ1, κάτοικος όσο ζούσε ....., απεβίωσε στις 13-6-1992, σε ηλικία 78 ετών. Αυτή από το γάμο της με τον σύζυγό της ...., ο οποίος προαποβίωσε αυτής στις 9-2-1985, είχε αποκτήσει τέσσερα τέκνα, ήτοι τον ενάγοντα στην πρώτη από 3-11-1997 ένδικη αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητο Ψ1, τον πρώτο εναγόμενο στην αγωγή αυτή και πρώτο ενάγοντα στη δεύτερη από 2-2-1998 ένδικη αγωγή, ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 και τους Ν1 και Ν2, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι.

Μετά το θάνατο της ανωτέρω μητέρας των διαδίκων δημοσιεύθηκαν τέσσερις διαθήκες αυτής και συγκεκριμένα η από .... μυστική διαθήκη, η από .... ιδιόγραφη διαθήκη, η από .... ιδιόγραφη διαθήκη και η από.... ιδιόγραφη διαθήκη. Με την 10862/1996 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι οι δύο τελευταίες διαθήκες, που δημοσιεύθηκαν με τα 2235/26-6-1992 και 2236/26-6-1992, αντίστοιχα, πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι άκυρες, γιατί η διαθέτης κατά το χρόνο της σύνταξής τους στερούνταν της χρήσης του λογικού, λόγω της γεροντικής άνοιας από την οποία έπασχε.

Η ρηθείσα διαθέτης με την πρώτη από .... μυστική διαθήκη της, που κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Σοφία Κεδίκογλου-Στάμου και μετά το θάνατό της δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 2205/26-6-1992 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της τον ευρισκόμενο τότε εν ζωή σύζυγό της και τους τέσσερις γιούς της, στους οποίους κατέλειπε, στον Ν1 400 τ.μ.

από το ακίνητό της επί της οδού ....και ..., στονΧ1 (αναιρεσείοντα) 400 τ.μ. από το ίδιο ακίνητο, στοΝ2 30 τ.μ. από το ίδιο ακίνητο, στο Ψ1(αναιρεσίβλητο) την ψιλή κυριότητα της οικίας της στη ...., επί της οδού ...., και μετά το θάνατο του συζύγου της την πλήρη κυριότητα αυτής, και σε όλους τους γιούς της, κατ' ίσα μέρη, το οικόπεδό της στην .....

Η ίδια διαθέτης με τη δεύτερη, από ...., ιδιόγραφη διαθήκη της, που συντάχθηκε μετά το θάνατο του συζύγου της και η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα υπ' αριθμ. 2788/18-9-1992 πρακτικά και την υπ' αριθμ. 826/18-9-1992 απόφαση, αντίστοιχα, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, φέρεται ότι εγκατέστησε κληρονόμους της τους ρηθέντες τέσσερις γιούς της, στους οποίους κατέλειπε α) στον Χ1(αναιρεσείοντα) την οικία της στη ....

και επί της οδού ...., το διαμέρισμά της στην.... επί της οδού ..... και το οικόπεδό της στην.... β) στους υπόλοιπους τρείς Ν1,Ν2 και Ψ1 (αναιρεσίβλητο) το οικόπεδό της επί της οδού ..... , κατ' ισομοιρία, γ) στοΨ1 (αναιρεσίβλητο) το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του διαμερίσματος και μιας αποθήκης της οικοδομής στην ...., επί της οδού .... , καθώς και το ποσοστό της στην ανώνυμη εταιρία που ανήκε στον ίδιο και δ) στους Ψ1 (αναιρεσίβλητο) καιΝ2 ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου της επί της οδού ...., προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας τους και στονΝ1 τα υπόλοιπο 50/100 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου.

Όμως η δεύτερη αυτή διαθήκη, με χρονολογία συντάξεως ...., δεν έγινε στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά. Ειδικότερα η μητέρα των διαδίκων Μ1 μετά τη σύνταξη της προαναφερθείσης πρώτης, μυστικής, διαθήκης της, και το θάνατο στις 9-2-1985 του συζύγου της, ήθελε τα περιουσιακά της στοιχεία, στα οποία είχαν προστεθεί και όσα εντωμεταξύ αυτή είχε αποκτήσει, να τα μοιράσει στα παιδιά της εξίσου, με συμβολαιογραφικές εν ζωή δικαιοπραξίες.

Για το σκοπό αυτό περί το τέλος του έτους 1987 κάλεσε στο σπίτι της, επί της οδού ..... , όλα τα τέκνα της και εκεί, παρουσία της δικηγόρου της και μάρτυρα ...., συζήτησαν για το πώς θα κατανεμηθεί μεταξύ τους η περιουσία της, πλην όμως τα τέκνα της δεν συμφώνησαν, διότι ο εξ αυτών Χ1 (αναιρεσείων), θεωρώντας αδικημένο τον εαυτό του από όσα είχαν περιέλθει σ' αυτόν από την κληρονομία του πατέρα τους, απαιτούσε μεγαλύτερο μερίδιο από την περιουσία εκείνης.

Η αποτυχία της συνάντησης αυτής στενοχώρησε τη μητέρα των διαδίκων, η οποία τη μεθεπομένη της συνάντησης ημέρα επανέλαβε στην άνω δικηγόρο της την απόφασή της να ρυθμίσει την περιουσία της εν ζωή, ενώ κάποια άλλη ημέρα της είπε ότι " κανένα από τα παιδιά της δεν είναι αδικημένο, αλλά δεν μιλάει για να τα έχει καλά με όλους".

Για τον τελευταίο αυτό λόγο η Μ1 στις 10-10-1988, όταν ο γιός τηςΧ1 (αναιρεσείων) την επισκέφθηκε στο σπίτι της και της παραπονέθηκε ότι έχει αδικηθεί από τη διαθήκη του πατέρα του, λέγοντάς της ότι έπρεπε, ως καλή μάνα, να επανορθώσει την αδικία αυτή, συντάσσοντας διαθήκη με περιεχόμενο αυτό που εκείνος είχε προηγουμένως διαμορφώσει, διαφορετικά να ξεχάσει αυτόν και την οικογένειά του, αλλά και για το λόγο ότι ο γιός της αυτός επί είκοσι σχεδόν έτη μέχρι το θάνατο του συζύγου της είχε απομακρυνθεί από αυτούς και δεν ήθελε να επέλθει πάλι διακοπή των σχέσεών τους, έγραψε παρουσία τούτου την επίμαχη από 10-10-1988 δεύτερη διαθήκη, καταχωρώντας σ' αυτήν επακριβώς όσα εκείνος είχε γραμμένα σε χαρτί, με τη σκέψη ότι στη συνέχεια θα κατέστρεφε το έγγραφο της εν λόγω διαθήκης και έτσι αυτή δεν θα είχε καμιά ισχύ.

Τα πιο πάνω περιστατικά η διαθέτης τα εκμυστηρεύθηκε, την επόμενη μεν ημέρα στην αδελφή της και μάρτυρα Α1, μετά δε από λίγες ημέρες και στην προαναφερθείσα δικηγόρο της. Όταν δε η τελευταία της ζήτησε να ιδεί την επίμαχη διαθήκη, η διαθέτης της απάντησε ότι, αν και την αναζήτησε, ψάχνοντας σε ολόκληρο το σπίτι της μαζί με την αδελφή της Α1 και την οικιακή βοηθό της ...., δεν τη βρήκε και πρέπει να την έχει πετάξει μαζί με άλλα χαρτιά της.

Ήταν, δηλαδή, βέβαιη ότι την έχει πετάξει και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος να την ανακαλέσει. Τελικά η εν λόγω κληρονομουμένη δε ρύθμισε εν ζωή τα περιουσιακά της στοιχεία, όπως κατά τα προαναφερόμενα επιθυμούσε, διότι στη συνέχεια η κατάσταση της υγείας της, η οποία δεν ήταν καλή, αφού έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, επιδεινώθηκε σταδιακά και με την 4000/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν της από 25-4-1989 σχετικής αιτήσεως του γιού της Ν1, τέθηκε υπό δικαστική αντίληψη και διορίσθηκε δικαστικός αντιλήπτορας αυτής ο αναιρεσείων γιός της, λόγω του ότι αυτή βρισκόταν, εξαιτίας της προχωρημένου βαθμού γεροντικής άνοιάς της, σε κατάσταση διφορουμένων φρενών.

Η κληρονομουμένη δεν βρήκε την επίμαχη διαθήκη στην οικία της, διότι κατά την ίδια ημέρα που συντάχθηκε την πήρε στην κατοχή του ο γιός της Χ1 (αναιρεσείων). Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι τη διαθήκη αυτή τη βρήκε σαράντα ημέρες μετά το θάνατο της μητέρας του, δηλαδή στις 23-7-1992, μέσα σε φάκελο, ευρισκόμενο στο πίσω μέρος εικόνας του σπιτιού της, στον οποίο αναγραφόταν η φράση "η διαθήκη μου", δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Και τούτο διότι, αν αυτό ήταν αληθές, τότε θα έπρεπε, ενόψει του ότι η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε με επιμέλειά του στις ...., να την είχε συμπεριλάβει στην κατατεθείσα στις 22-9-1992, με αριθμό εκθ. καταθέσεως 9587/1992, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προγενέστερη αγωγή του περί ακυρότητας των δύο μεταγενεστέρων ιδιογράφων διαθηκών της μητέρας του, η οποία έγινε δεκτή με την προαναφερθείσα 10862/1996 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και να είχε ζητήσει με εκείνη την αγωγή να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα με βάση την επίμαχη αυτή διαθήκη και όχι με βάση την πρώτη από ....

μυστική διαθήκη της μητέρας του, όπως αυτός ζήτησε. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε την επίμαχη διαθήκη στην προγενέστερη εκείνη αγωγή του, αλλά και το ότι οι άλλοι δύο συνενάγοντες αδελφοί του παραιτήθηκαν, ο μεν Ν1 από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους, ο δε Ν2 από το δικόγραφο της έφεσής τους κατά της εκδοθείσης επ' αυτής απόφασης του πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου, ενισχύουν τα όσα παραπάνω εκτίθενται σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκε και ακολούθως δε βρέθηκε από τη διαθέτη η επίμαχη διαθήκη.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν, η κληρονομουμένη γνώριζε ότι η δήλωση βούλησής της που περιέχεται στην από ..... ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία, σημειωτέον, δεν ανακάλεσε την προηγούμενη από .... μυστική διαθήκη της, δεν έγινε στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, αφού δεν αποσκοπούσε πράγματι στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων από τη διαθήκη αυτή, αλλ' ούτε και σκόπευε να συντάξει διαθήκη προς διάθεση των έως τότε αποκτηθέντων περιουσιακών της στοιχείων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η προκειμένη ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας των διαδίκων είναι εικονική και ως τέτοια άκυρη, με συνέπεια να ισχύει η προηγούμενη από ..... μυστική διαθήκη αυτής, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι η ένδικη από 10-10-1988 αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε ως ιστορική βάση την ακυρότητα της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω του ότι ήταν προϊόν απειλής που ασκήθηκε αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε την αγωγή αυτή και αναγνώρισε ως άκυρη, λόγω εικονικότητάς της, την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη της κληρονομουμένης Μ1, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων τυγχάνει εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής βάσει της προηγούμενης από ....

μυστικής διαθήκης της, ενώ απέρριψε την από 2-2-1992 αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματός του που στηρίζεται στη ρηθείσα ιδιόγραφη διαθήκη, κατά παραδοχή της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου- εναγομένου περί εικονικότητας αυτής της διαθήκης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 του ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης της κληρονομουμένης Μ1 διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του ΑΚ.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5803/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ