Supreme Court dismisses appeal against labor accident judgment due to inadmissible procedural grounds and lack of specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a construction company against a second-instance judgment awarding damages for a fatal workplace accident. The appellant argued that the lower court failed to consider specific contractual relationships and instructions regarding the subcontracting chain, claiming the judgment was legally vague. The court rejected these arguments, ruling that the appeal was procedurally inadmissible because it targeted defendants not involved in the specific error alleged and that the substantive claims lacked the necessary specificity required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed only against those who were parties to the original trial and were adverse to the appellant, and the appeal must be based on specific errors affecting the judgment against them. Furthermore, an appeal based on a lack of specificity in the original complaint is inadmissible if such deficiency was not properly raised before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1570 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1570/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωστακόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.... , για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Μπλάνη ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίστανται ο καθένας δι' εαυτόν. 2. Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 936/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 3/5/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 558, 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά εκείνων απ' αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται μ' αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εταιρία αναιρεσιβάλλει την 936/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Με τους λόγους αυτής, περί των οποίων αμέσως κατωτέρω, πλήττεται το μέρος εκείνο μόνο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, όχι όμως και το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η προσεπίκληση μετά της ενωμένης με αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας.
Επομένως η αίτηση αυτή, η οποία κατά τα λοιπά νομοτύπως ασκήθηκε, παραδεκτώς μεν στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, απαραδέκτως όμως κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της οποίας είχε στραφεί η άνω προσεπίκληση μετά της παρεμπίπτουσας αγωγής, την οποία δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ' αυτήν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ΄ αυτούς.
Περαιτέρω επί μισθώσεως έργου, πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη καταρχήν μεν δεν υπάρχει, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο.
Εξάλλου το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ορίζει ότι η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναφερομένων στη διάταξη αυτή στοιχείων, «σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή….». Τέτοια έκθεση των απαραιτήτων κατά το νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστικά περιγραφόμενη με αυτά ορισμένη έννοια, που αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως με την οποία αυτή δηλώνεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπιση του δικογράφου της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, εκτίθεται ότι η τρίτη εναγόμενη ΑΕ και ήδη αναιρεσείουσα είχε αναθέσει εργολαβικώς στο δεύτερο εναγόμενο (...) την κατεδάφιση των κτισμάτων του σ΄ αυτήν περιγραφόμενου οικοπέδου της, ότι ο τελευταίος με την σιωπηρά βούληση της άνω κυρίας του οικοπέδου συμφώνησε με τον πρώτο εναγόμενο (...) να κόψει τα σίδερα των κατεδαφιζόμενων κτισμάτων, ότι ... , σύζυγος και πατέρας των εναγόντων αντιστοίχως, που εργαζόταν στο συνεργείο του ως άνω πρώτου εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την εκτέλεση του έργου (κοπή των σιδήρων) τραυματίσθηκε θανάσιμα, συνεπεία εργατικού ατυχήματος, κατά τις λεπτομερώς στην αγωγή περιγραφόμενες συνθήκες, και ότι οι άνω εναγόμενοι ευθύνονται κατά τις διατάξεις της προστήσεως, με ειδική αναφορά και παραπομπές στην αγωγή στη νομολογία του Αρείου Πάγου ότι παραδεκτή εξειδίκευση στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ο πρώτος ως υπεργολάβος και άμεσος εργοδότης του άνω θανόντος, ο δεύτερος ως εργολάβος του έργου κατεδάφισης των κτισμάτων και η τρίτη ΑΕ ως κυρία του έργου (εργοδότης) να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας τους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά.
Επομένως με την ιστορική αναφορά της αναμφίβολα γνωστής έννοιας της προστήσεως για την μεταξύ κυρίας του οικοπέδου και του εργολάβου συμβάσεως εργολαβίας κατεδάφισης των κτισμάτων και την μεταξύ του άνω εργολάβου και υπεργολάβου συμβάσεως υπεργολαβίας κοπής των σιδήρων των κατεδαφιζόμενων κτισμάτων, προβάλλονται με την αγωγή, όπως μάλιστα παραδεκτώς δια των άνω προτάσεων βελτιώθηκε, τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η από τη σύμβαση εργολαβίας διαφύλαξη του δικαιώματος της κυρίας του οικοπέδου για παροχή οδηγιών και εντολών προς τον εργολάβο, ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ευθύνη της αναιρεσείουσας κυρίας του έργου λόγω προστήσεως, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα να παρέχει οδηγίες και υποδείξεις προς τον εργολάβο και ο εργολάβος να παρέχει οδηγίες και υποδείξεις προς τον υπεργολάβο.
Κατ΄ ακολουθίαν ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης ο δεύτερος από τον αριθμ. 1 του άνω άρθρου λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες στην ένδικη αγωγή πρόστηση μεταξύ της αναιρεσείουσας κυρίας του έργου και του δεύτερου εναγομένου εργολάβου, ούτε περαιτέρω πρόστηση μεταξύ του άνω εργολάβου και του πρώτου εναγομένου υπεργολάβου και εντεύθεν πλημμέλεια της προσβαλλομένης δια της μη απορρίψεως της αγωγής ως νομικά αορίστου είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού τέτοια έλλειψη δεν προβάλλεται ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, πέραν και του αβασίμου αυτού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Οικιστικές Αναπτύξεις Ανώνυμος Εταιρία» για αναίρεση της 936/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2006. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ