Legislator Case Law & Legislation
156/2020 AI generated

156/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 156/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2013 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 2071/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2016 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

156/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 156 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 156/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 14/11/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "NEW MILLENIUM CONSTRUCTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη-Μαρία Παπαλημναίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2013 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 2071/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 2071/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 171/17-1-2014 προσφυγή της αναιρεσίβλητης, με την οποίαν, η τελευταία επικαλούμενη την εκτέλεση του, μεταξύ αυτής, ως εργολάβου και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", ως εργοδότου - κυρίας του έργου, στην θέση της οποίας υπεισήλθε και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, κατά το άρθρο 132 παρ. 1.1 του ν. 4199/2013, ως οιονεί καθολική διάδοχός αυτής, η καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσείουσα, συμφωνηθέντος δημοσίου έργου και άνευ δικαιώματος περικοπή από την διευθύνουσα υπηρεσία της τελευταίας εκτελεσθεισών υπ' αυτής (προσφεύγουσας αναιρεσίβλητης) εργασιών, ζήτησε, να ακυρωθούν η τεκμαιρόμενη απόρριψη από την αρμόδια προϊσταμένη αρχή του έργου της από 22-9-2011 αιτήσεως θεραπείας και των σχετικών ενστάσεων της, να αναγνωρισθούν ως εκτελεσθείσες οι περικοπείσες εργασίες που αναφέρονται στην προσφυγή και στις 1η έως και 9η επιμετρήσεις, να κυρωθούν οι εργασίες που περιλαμβάνονται στην 10η επιμέτρηση που υπεβλήθη στην Διευθύνουσα το Έργο Υπηρεσία και να ακυρωθούν οι περικοπές που η Διευθύνουσα Υπηρεσία επέφερε στις 1η έως και 10η επιμετρήσεις.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 291/2018).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 270/2018). Περαιτέρω, με το εν προκειμένω εφαρμοζόμενο άρθρο 13 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ν.1418/1984, όπως οι παρ. 1 και 3 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4 παρ.3 εδ.

α και β του ν.3481/2006, ορίζονται τα εξής: "Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.

Η κατά τον Kώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου (παρ. 1). Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο (παρ. 2 εδ.

α). Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη (παρ. 3 εδ. α). Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου (παρ. 3 εδ.

β)" (ΑΠ 1581/2013). Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 13 της παρ. 3 εδ. β του ν.1418/1984, τάσσεται αποσβεστική προθεσμία, κατά την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν προσφυγή, επιδιώκουσα την επίλυση της ειδικής κατηγορίας διαφορών, που προκύπτουν από την εκτέλεση δημοσίων έργων, με σκοπό την ταχεία επίλυσή τους και την άρση της εντεύθεν δημιουργούμενης αβεβαιότητας (πρβλ ΟλΑΠ 145/1970, ΑΠ 2098/2009).

Εν όψει δε των ανωτέρω, η, κατά το άρθρο 13 παρ. 3 εδ. β του ν.1418/1984, αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 280 ΑΚ (ΑΠ 852/20150), τούτο όμως δεν έχει σημασία, διότι, όπως προαναφέρεται, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, αφού και στην περίπτωση αυτή, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 157/2018, ΑΠ 1620/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο, ότι η ένδικη προσφυγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε εμπροθέσμως ενώπιόν του, αφού ασκήθηκε εντός της οριζομένης από το άρθρο 263 εδ.

β του ΑΚ εξαμήνου προθεσμίας από της παραιτήσεώς της (αναιρεσιβλήτου) από το δικόγραφο της ιδίου ακριβώς περιεχομένου και αιτήματος προσφυγής της, κατά την δικάσιμο της 8-10-2013, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου την είχε ασκήσει, παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 263, 279 ΑΚ και 13 παρ. 3 εδ.

β' του ν.1418/1984, ενώ, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, έπρεπε να δεχθεί, ότι το άρθρο 263 εδ. β του ΑΚ δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, αλλ' ισχύει η, κατά διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 εδ. β' του ν.1418/1984, ως άνω δίμηνη αποσβεστική προθεσμία, εντός της οποίας έπρεπε η προσφυγή αυτή να ασκηθεί.

Ο λόγος αυτός, υπό μόνο το ανωτέρω περιεχόμενό του και χωρίς περαιτέρω η αναιρεσείουσα να διαλαμβάνει, όπως είχε υποχρέωση κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ότι τον ισχυρισμό αυτόν τον προέτεινε, κατά ορισμένο χρόνο και τρόπο, στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος και εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιόν του την ένδικη προσφυγή, εντός έξι μηνών από της, κατά την 8-10-2013 γενομένης, παραιτήσεώς της από το δικόγραφο της υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 136/2012 προσφυγής, που με το αυτό περιεχόμενο και αίτημα είχε ασκήσει ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, και όχι από της απορρίψεως αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς (τυπικούς) από το Εφετείο αυτό (Αθηνών), οπότε δεν θα ίσχυε η εν λόγω διάταξη του άρθρου 263 εδ. β ΑΚ (ΑΠ 110/1967).

Με το άρθρο 5 παρ. 7 του ν.2408/1996, όπως το εδάφιο α' της παραγράφου αυτής συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 5 εδ. α' του ν.2521/1997, ιδρύθηκε η καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διέπεται από τον ως άνω νόμο και συμπληρωματικά από τον κ.ν.2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εποπτεύεται ήδη από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κατά το αρθρ. 7 παρ. 1 του π.δ. 189/2009 και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Επ' αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 12, 13, 14, 15, 17 και 19 του αρθρ. 5 ν.2229/1994, και μέχρις εκδόσεως των κατά το άρθρο 5 παρ. 8 του ν.2229/1994 Κανονισμών εφαρμόζονταν οι διατάξεις του ν. 1418/1984, όπως ίσχυε. Ακολούθως, εκδόθηκε ο Κανονισμός Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (ΚΑΕΕ) της καθ' ης, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 117460οικ/22-10-1997 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 970/31.10.1997), συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 24599/6-2-1998 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 114/12.2.1998) και έτσι απέκτησε ισχύ ουσιαστικού νόμου, στο μέτρο που η εγκριτική αυτού ως άνω υπουργική απόφαση καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που κατά τα ανωτέρω παρασχέθηκε με το άρθρο 5 παρ 7 εδ.

α' ν. 2408/1996 σε συνδυασμό με την παράγραφο 8 του άρθρου 5 ν. 2229/1994. Μετά ταύτα, τα ειδικότερα θέματα σχετικά με τις διαδικασίες εκπονήσεως των μελετών και εκτελέσεως των αναλαμβανόμενων έργων της καθ' ης ρυθμίζονται από τον Κανονισμό αυτόν, κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, σχετική με την ανάθεση μελετών, την εκτέλεση δημόσιων έργων και την διενέργεια κρατικών προμηθειών, εκτός εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΑΠ 258/2017).

Περαιτέρω, με το μεν άρθρο 30 του ανωτέρω "Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (Κ.Α.Ε.Ε.)" της καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσείουσας, ορίζονται τα εξής: "ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ 30.1 Οι επιμετρήσεις γίνονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο του Τμήματος Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε.). 30.2 Μαζί με κάθε πιστοποίηση ο ανάδοχος συντάσσει τις επιμετρήσεις για τις εργασίες που αναφέρονται στην πιστοποίηση, με την ένδειξη "όπως συντάχθηκε από τον ανάδοχο".

Οι επιμετρήσεις αυτές περιέχουν για κάθε εργασία: α) Συνοπτική περιγραφή (ένδειξη αντίστοιχου τιμολογίου ή πρωτόκολλο Κανονισμού τιμών μονάδων νέων εργασιών). β) Αναλυτικούς υπολογισμούς. γ) Επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα. Το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε.) μετά τον έλεγχο και τυχόν διορθώσεις, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο. 30.3 Μέσα σε ένα μήνα από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου και πριν την υπογραφή του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στην εταιρία επί μέρους επιμετρήσεις που πιθανόν λείπουν και την τελική επιμέτρηση, δηλαδή συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει όλες τις επιμετρήσεις.

Το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε) έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης του αναδόχου και να του επιστρέψει τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Η Τεχνική Διεύθυνση (Τ.Δ.) ελέγχει τις επιμετρήσεις του αναδόχου μετά την διόρθωση τους από το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε.). Εάν ο ανάδοχος δεν ανταποκριθεί στην σύνταξη τελικών επιμετρήσεων και μετά πάροδο δύο (2) μηνών, το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε.) δύναται να προχωρήσει είτε με δικό του προσωπικό ή προσλαμβάνοντας ιδιώτες στην τελική επιμέτρηση των εργασιών, χρεώνοντας τη σχετική δαπάνη στον ανάδοχο. 30.4 Με την τελική επιμέτρηση, ο ανάδοχος μπορεί να υποβάλλει και οιοδήποτε άλλο αίτημα σχετιζόμενο με την εκτέλεση του έργου. 30.5 Σε περίπτωση συμβάσεων, που ο ανάδοχος προβλέπεται να πληρωθεί με κατ' αποκοπή τίμημα, ή τελική επιμέτρηση είναι η επιβεβαίωση της κατασκευής των επιμέρους εργασιών ποσοτικά όπως προβλέπεται στη σύμβαση.".

Με το δε άρθρο 35 του ανωτέρω Κανονισμού ορίζονται τα εξής: "ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ 35.1 Υπέρβαση του αρχικού συμβατικού ποσού απαγορεύεται. 35.2 Αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικώς ανατεθέν έργο και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων ήτοι όταν οι εργασίες αυτές δεν μπορούν να διαχωριστούν τεχνικά ή οικονομικά από την κύρια σύμβαση χωρίς να δημιουργούν μείζονα προβλήματα, ή όταν παρ ότι μπορούν να διαχωριστούν είναι απόλυτα αναγκαίες για την βελτίωση της, συνάπτεται συμπληρωματική σύμβαση κατόπιν διαπραγμάτευσης υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση γίνεται στον ανάδοχο που εκτελεί το αρχικό έργο. 35.3 Η συμπληρωματική σύμβαση περιλαμβάνει τις ενδείξεις εργασιών, τις τιμές μονάδος, τα μεγέθη των ποσοτήτων και τις δαπάνες του αρχικού προϋπολογισμού, του προϋπολογισμού που ισχύει με την αμέσως προηγούμενη σύμβαση καθώς επίσης και τις διαφορές δαπανών που προκύπτουν από την σύγκριση των κονδυλίων του προϋπολογισμού που ισχύει και του προτεινόμενου με ανακεφαλαιωτικό πίνακα.

Προϋπόθεση για τη σύνταξη της συμπληρωματικής σύμβασης είναι η έγκριση από το Τ.Δ.Ε. της επιμέτρησης του συνόλου των έργων που έχουν προηγηθεί. 35.4 Αν στην συμπληρωματική αυτή σύμβαση περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδος τότε πρέπει να συνοδεύονται από πρωτόκολλο που κανονίζει τις νέες τιμές για τις εργασίες αυτές.

Ο κανονισμός τιμών μονάδων νέων εργασιών γίνεται ως εξής: α) για εργασίες για τις οποίες υπάρχουν συμβατικές τιμές για παρόμοιες ή ανάλογες εργασίες οι τιμές καθορίζονται ανάλογα προς αυτές. β) για εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν παρόμοιες ή ανάλογες συμβατικές τιμές αλλά περιλαμβάνονται σε εγκεκριμένα ή συμβατικά αναλυτικά τιμολόγια (αναλύσεις τιμών) σύμφωνα με τα τιμολόγια αυτά.

γ) για εργασίες που δεν περιλαμβάνονται στις προηγούμενες περιπτώσεις οι τιμές καθορίζονται με βάση τα πραγματικά στοιχεία κόστους, τα οποία προσδιορίζονται από επιτροπή την οποία ορίζει με απόφαση του ο προϊστάμενος του Τ.Δ.Ε. Οι τιμές που κανονίζονται σύμφωνα με την περίπτωση (β) υπόκεινται στην σχετική έκπτωση της δημοπρασίας.

Το ίδιο εφαρμόζεται και στην περίπτωση (α) αν η έκπτωση δεν περιλαμβάνεται στην παρόμοια ή ανάλογη εργασία. Οι νέες τιμές προσαυξάνονται με το ποσοστό γενικών εξόδων και οφέλους του αναδόχου που ισχύει στη σύμβαση, εκτός αν άλλως ορίζεται στην διακήρυξη. 35.5 Σε κάθε περίπτωση το συνολικό ποσό των συμβάσεων συμπληρωματικών εργασιών δεν μπορεί να υπερβεί το 50% του ποσού της αρχικής σύμβασης.

Ως αρχικό συμβατικό ποσό νοείται το ποσό των εργασιών όπως καθορίζεται με την εφαρμογή της έκπτωσης της δημοπρασίας πριν την εφαρμογή των γενικών εξόδων (Γ.Ε) και όφελος εργολάβου (Ο.Ε.). Στο ποσοστό του 50% συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή σύνταξης τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες που εγκρίνονται από το Τ.Δ.Ε. 35.6 Σε κάθε σύμβαση αρχική ή συμπληρωματική περιλαμβάνεται και ποσό για απρόβλεπτες δαπάνες ίσο με το 10% του αντίστοιχου συμβατικού ποσού. 35.7 Οι απρόβλεπτες δαπάνες (απρόβλεπτα), έχουν διορθωτικό χαρακτήρα και αφορούν το τεχνικό αντικείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης κάθε φορά.

Με τις δαπάνες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν εργασίες από αλλαγές της μελέτης, δηλαδή εργασίες που αφορούν σε διαφορετικό από το δημοπρατηθέν τεχνικό αντικείμενο. Επίσης δεν μπορούν να καλυφθούν οι συμπληρωματικές εργασίες εξαιτίας "απρόβλεπτων περιστάσεων", αφού αποτελούν αντικείμενο καινούργιας σύμβασης.

Με τα ποσά των απρόβλεπτων δαπανών της αρχικής σύμβασης καλύπτονται ιδίως δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή νέων κανονισμών ή κανόνων που καθιερώθηκαν ως υποχρεωτικοί μετά την ανάθεση του έργου, καθώς και από προφανείς παραλείψεις ή σφάλματα της προμέτρησης της μελέτης. Οι εργασίες που η δαπάνη τους καλύπτεται από τα απρόβλεπτα της σύμβασης δεν είναι συμπληρωματικές εργασίες" και τιμολογούνται χωρίς καμιά προσαύξηση, με τις συμβατικές ή τις νόμιμα κανονιζόμενες τιμές μονάδας νέων εργασιών (Τ.Μ.Ν.Ε.). 35.8 Η συμπληρωματική σύμβαση συντάσσεται από το Τ.Δ.Ε.

και υπογράφεται από τον ανάδοχο. Το Δ.Σ. την εγκρίνει κατόπιν τελικής εισήγησης της Τ.Δ. 35.9 Σε περίπτωση που ο ανάδοχος υπογράφει με επιφύλαξη, είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις συμπληρωματικές εργασίες. Κατά της πράξεως του Τ.Δ.Ε. χωρεί ένσταση για την οποία αποφαίνεται τελεσίδικα το Δ.Σ. της εταιρίας κατόπιν εισηγήσεως της Τ.Δ.".

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι με τα αφορώντα τις επιμετρήσεις και τις συμπληρωματικές εργασίες ως άνω άρθρα 30 και 35 του Κ.Α.Ε.Ε. της αναιρεσείουσας δεν τάσσεται προθεσμία για τον έλεγχο και την έγκριση των υποβαλλομένων τμηματικών επιμετρήσεων των εκτελεσθεισών εργασιών της κυρίας και της εγκύρως, υπό τους όρους της ως άνω διατάξεως του άρθρου 35 του Κανονισμού της καθ' ης η προσφυγή-αναιρεσειούσης, συναφθείσης συμπληρωματικής συμβάσεως, από το Τμήμα Διαχειρίσεως Έργων (Τ.Δ.Ε.) της καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσειούσης.

Εφ' όσον, όμως, η πληρωμή του αναδόχου, προϋποθέτει προηγούμενη καταμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών, καθώς και έλεγχο και έγκριση των υποβληθεισών επιμετρήσεων, ο χρόνος της εγκρίσεως των εν λόγω επιμετρήσεων έχει ιδιαίτερη σημασία. Για το λόγο αυτό και προς το σκοπό να επιλύονται οριστικώς και επικαίρως διαφορές μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του διεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις δημοσίου έργου, που ενδεχομένως ανακύπτουν στα διάφορα στάδια εκτελέσεώς του, ώστε να γνωρίζουν και οι δύο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μην επικρατεί αβεβαιότητα, πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων, η έγκριση ή η άρνηση εγκρίσεως ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι απρόθεσμη, αλλά αντιθέτως πρέπει να ενεργείται εντός ευλόγου χρόνου, τέτοιος δε χρόνος, ελλείψει σχετικής προβλέψεως στις ανωτέρω διατάξεις, θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση, κατ' ανάλογη εφαρμογή, προς κάλυψη του κενού αυτού, των, κατά πάγια νομολογία (ΑΠ 1413/2017, ΑΠ 251/2015, ΑΠ 1560/2014, ΣτΕ 746/2016), γενομένων δεκτών, ότι ισχύουν και επί των δημοσίων έργων, των διεπομένων από τις διατάξεις του άρθρου 38 του π.δ. 609/1985.

Η αυτοδίκαιη έγκριση των τμηματικών επιμετρήσεων λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου από την υποβολή τους στο "Τμήμα Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε.)" ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ήδη, ο νομοθέτης με το ν.4070/2012, αφού υιοθέτησε την ανωτέρω πάγια νομολογία, θέλοντας να περιορίσει τις συνέπειες της αυτοδικαίας εγκρίσεως, παρέσχε ρητά στη Διευθύνουσα Υπηρεσία την δυνατότητα να επανέλθει εντός ευλόγου χρόνου και να προβεί στον έλεγχο των μεν τμηματικών επιμετρήσεων σε επόμενο λογαριασμό (αρθρ. 52 παρ. 2 ν.3669/2008 "κατασκευή δημοσίων έργων" όπως αντικ.

με το άρθρο 186 παρ. 3 ν. 4070/2012), των δε λογαριασμών εντός τριών μηνών από την υποβολή ή την επανυποβολή τους (αρθρ. 53 παρ. 8 ν. 3669/2008, όπως αντικ. με το άρθρο 134 παρ. 3 ν. 4070/2012). Τέτοια όμως δυνατότητα δεν παρέχεται υπό το νομικό καθεστώς των ανωτέρω διατάξεων του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (Κ.Α.Ε.Ε.) της αναιρεσείουσας, που διέπει την ένδικη σύμβαση.

Συνεπώς, μετά την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και το Τ.Δ.Ε. δεν μπορεί να τις διορθώσει. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένως, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, αναφορικά με τους εν προκειμένω ερευνωμένους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. 262/07-03-2007 πρακτικού συνεδρίασης του Δ.Σ της καθής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε., με το οποίο εγκρίθηκε το αποτέλεσμα δημοπρασίας της και αφού διενεργήθηκε ο απαιτούμενος προσυμβατικός έλεγχος, με την υπ' αριθμ. 303/2007 πράξη του Ε' κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η προσφεύγουσα ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Γενική Ανακατασκευή Ηλεκτρομηχανολογικών Εγκαταστάσεων Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης A Φάση Ανακατασκευή Μηχανολογικών και μέρους Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων", με μέση έκπτωση 32% έναντι συμβατικού εργολαβικού ανταλλάγματος 2.346.138,22 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α και συμπεριλαμβανομένων 213.285,29 ευρώ, για απρόβλεπτες δαπάνες.

Το έργο είχε ανατεθεί στην "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." με την υπ' αριθμ. 4639/6-9-2005 (ΦΕΚ 1252Β 76-9-2005) Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Σε εκτέλεση των ανωτέρω καταρτίστηκε και υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, το υπ' αριθμ. 38723/22-05-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του από 9-7-2007 πρακτικού συνεδριάσεως του ΔΣ της καθής.

Ακολούθως με την υπ' αριθμ 4639/6-9-2005 (ΦΕΚ 1252 Β'/6-09-2005) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και την υπ' αριθ. 323/06-11-09 απόφαση του Δ.Σ. της εταιρείας "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." εγκρίθηκε η υπ' αριθ. 52509/18-11-2009 1η Συμπληρωματική Σύμβαση, ποσού 890.633,31 € πλέον Φ.Π.Α. 19% ήτοι 169.220,33 €, ήτοι σύνολο συμβατικού τιμήματος 1ης Συμπληρωματικής σύμβασης συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19% € 1.059.853,64.......

αμέσως μετά την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η προσφεύγουσα εγκαταστάθηκε στον τόπο του έργου και έθεσε στην διάθεση του κάθε αναγκαίο τεχνικό και μηχανολογικό εξοπλισμό, πάσης φύσεως, προσλαμβάνοντας το απαραίτητο εργατοτεχνικό και επιστημονικό προσωπικό και προβαίνοντας στις απαιτούμενες παραγγελίες υλικών και εξαρτημάτων.

Για την σταδιακή δε πιστοποίηση και πληρωμή των εκτελούμενων εργασιών συνέτασσε και υπέβαλλε στην Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία της καθ' ης η προσφυγή, αναλυτικές επιμετρήσεις του έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ΚΑΕΕ, και ειδικότερα α) την 1η αναλυτική επιμέτρηση την 6-10-2007 με αριθ. πρωτ.42136, (β) την 2η αναλυτική επιμέτρηση την 21-3-2008 με αριθ.

πρωτ. 44004, (γ) την 3η αναλυτική επιμέτρηση την 15-9-2008 με αριθ. πρωτ. 46168, (δ) την 4η αναλυτική επιμέτρηση 5-12-2008 με αριθ. πρωτ. 47560, (ε) την 5η αναλυτική επιμέτρηση την 17-3-2009 με αριθ. πρωτ. 48950, (στ) την 6η αναλυτική επιμέτρηση την 20-8-2009 με αριθ. πρωτ. 51059, (ζ) την 7η αναλυτική επιμέτρηση την 13-11-2009 με αριθ. πρωτ. 52449, (η) την 8η αναλυτική επιμέτρηση την 30-12-2009 με αριθ.

πρωτ. 53258 και (θ) την 9η αναλυτική επιμέτρηση την 9-4-2010 με αριθ. πρωτ.54667. Ένα και πλέον έτος μετά την υποβολή της ανωτέρω, κατά σειρά, 9ης Αναλυτικής επιμετρήσεως, η Διευθύνουσα Υπηρεσία δυνάμει α) των με αριθμ. πρωτ. 599922/19-4-2011, 59923/19-4-2 011, 59920/19.4.2011 εγγράφων, β) του με αριθμό πρωτ. 59887/18-4-2011 εγγράφου γ) του με αριθ.

πρωτ. 59886/18-4-2011 εγγράφου και δ) του με αρ. πρωτ. 59888/18-4-2011 εγγράφου, προέβη σε περικοπές και διαγραφές εκτελεσμένων εργασιών. ........Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, εφόσον, η προσφεύγουσα είχε υποβάλλει στην καθ' ης δια

των με αριθ. πρωτ. 42136/6-1-2007, 44004/21-3-2008,

46168/15-9-2008, 47560/5-12-2008, 48950/17-3-2009, 51059/20-8-2009/52449, 53258/13-11-2009, και 54667/9-4-2010, εγγράφων της, τις παραπάνω αναφερόμενες 1η έως και 9η αναλυτικές επιμετρήσεις, όφειλε η τελευταία κατ' επιταγή της διάταξης του άρθρου 30.3 του ΚΑΑΕ δια του ΤΔΕ να τις εγκρίνει ή όχι, ή τέλος να προβεί στην διόρθωσή τους. ........συνεπώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις 1η έως 9η θεωρούνται ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες από την Διευθύνουσα Υπηρεσία"......

Κατόπιν τούτων και εφόσον η τρίμηνη προθεσμία από την υποβολή των παραπάνω 1ης έως και 9 ης αναλυτικών επιμετρήσεων, παρήλθε άπρακτη, δεδομένου ότι, την 18-4-2011 και την 19-4-2011, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ' ης δεν είχε δικαίωμα να επιφέρει τροποποιήσεις σ' αυτές, η τελευταία παρά τον νόμο προέβη στην σύνταξη των παραπάνω εγγράφων που ουσιαστικά συνιστούν βλαπτικές για την προσφεύγουσα περικοπές και τροποποιήσεις.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές και αφού ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσειούσης, ότι τόσο από τις διατάξεων των άρθρων 30, 32 και 35 του ΚΑΕΕ, όσο και από το πνεύμα των διατάξεων της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά εν προκειμένω και συγκεκριμένα του άρθρου 186 παρ 3 του Ν.4070/2012 επιφυλάσσεται σ' αυτήν, το δικαίωμα σε κάθε στάδιο της κατασκευής του έργου και μέχρι την προσωρινή παραλαβή να λάβει ή να ελέγξει τα επιμετρητικά στοιχεία αυτού, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προσφυγή ως προς το κεφάλαιό της αυτό, αναγνωρίζοντας ως εκτελεσμένες τις περιεχόμενες κατ' είδος, ποσότητα και αξία εργασίες, που περιλαμβάνονται στην 1η έως και 9η επιμετρήσεις, όπως αυτές υπεβλήθηκαν από την προσφεύγουσα στο Τ.Δ.Ε της καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσειούσης κατά τους προαναφερομένους χρόνους Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και ειδικότερα, ότι οι προαναφερόμενες 1η έως και 9η επιμετρήσεις, λόγω παρόδου του ευλόγου χρόνου των τριών μηνών από της υποβολής εκάστης, κατά τους ανωτέρω χρόνους, στο Τ.Δ.Ε.

της καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσειούσης, θεωρούνται αυτοδικαίως εγκεκριμένες και επομένως το τελευταίο άνευ νομίμου δικαιώματος προέβη σε διορθώσεις τους, το δικάσαν Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 30, 32 του Κανονισμού της καθ' ης η προσφυγή και 38 του πδ. 690/1985, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, με βάση τις ίδιες παραπάνω παραδοχές ότι, δηλαδή, ο έλεγχος και η έγκριση των υποβληθεισών τμηματικών επιμετρήσεων των εκτελεσθεισών εργασιών, οι οποίες, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, προβλέπονταν από την ως άνω κυρία και την εγκύρως συναφθείσα συμπληρωματική σύμβαση εκτελέσεως του εν λόγω δημοσίου έργου και ότι είχαν εκτελεσθεί κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να ενεργηθεί εντός ευλόγου χρόνου, που ως τέτοιος θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους στο Τ.Δ.Ε.

της καθ' ης η προσφυγή και ότι μετά την άπρακτη πάροδο του άνω τριμήνου θεωρούνται αυτοδικαίως εγκεκριμένες, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται με πληρότητα, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των άνω εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων δικαίου, ήτοι των άρθρων 30, 35 του Κανονισμού της καθ' ης η προσφυγή και του άρθρου 38 παρ.2 εδ.

δ του ΠΔ 609/1985, όπως το τελευταίο διαμορφώθηκε από την πάγια νομολογία, τους οποίους δεν παραβίασε το Εφετείο εκ πλαγίου, λόγω έλλειψης αιτιολογίας και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, διότι το Εφετείο δεν συνάρτησε την κρίση του αυτή με το αν πρόκειται για εξωσυμβατικές εργασίες, μη καταστάσες αντικείμενο των ως άνω κυρίας και συμπληρωματικής συμβάσεως, ή αν πρόκειται περί αναγκαίων συμπληρωματικών εργασιών του έργου, αν μπορούν να διαχωριστούν τεχνικά ή οικονομικά από την αρχική σύμβαση, ή αν έχουν τον χαρακτήρα προβλεπομένων ή μη προβλεπομένων προσθέτων ή υπερσυμβατικών εργασιών εκτελουμένων με διάφορο τρόπο, αν αφορούν την επέκταση ή την βελτίωση της ποιότητας του έργου, αν συντρέχουν γι' αυτές αιφνίδια και απρόβλεπτα, κατά την κατάρτιση της αρχικής συμβάσεως, περιστατικά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 132 παρ. 6.5 εδ. α' του ν.4199/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 76 παρ.5 του Ν.4313/2014 (ΦΕΚ Α 261/17.12.2014) και 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2016 αίτηση της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2071/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ