Legislator Case Law & Legislation
156/2017 AI generated

156/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 156/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

156/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 8-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της από 3-9-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1789/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
excessive speed traffic violation extreme speeding offence fitness to drive minor traffic violation instantaneous offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 156 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 156/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. χας Γ. Τ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καυκούλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Δ. του Σ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σαρατσιώτη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πολίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1346/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1789/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-9-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 8-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της από 3-9-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1789/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 29/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη, αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 650/2014, ΑΠ 468/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Την 26-4-2011 και περί ώρα 12.00 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, εκινείτο επί της λεωφόρου ...

στην Καλλιθέα, με κατεύθυνση από πλατεία ... προς την παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος στο ύψος του οικοδομικού ... και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, ο δε Γ. Τ. ευρίσκετο στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου ... στο προαναφερθέν ύψος προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα αυτήν. Η λεωφόρος ... είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων στο ρεύμα πορείας προς λεωφόρο Ποσειδώνος, με 3 λωρίδες κυκλοφορίας, στο ρεύμα αυτό με αριστερή καμπύλη με πολύ μικρή κλίση στο προαναφερθέν σημείο, είχε φυσικό φωτισμό (ημέρα), υφίσταται κεντρική διαχωριστική νησίδα μεταξύ των ρευμάτων και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν κανονική κατά την αυτοψία.

Επίσης στο ανωτέρω σημείο δεν υφίσταται διάβαση πεζών, αλλά αντίθετα σηματοδοτούμενες και διαγραμμιζόμενες διαβάσεις πεζών υφίσταται 90 περίπου μέτρα προ του ενδίκου ατυχήματος και διαγραμμιζόμενες διαβάσεις πεζών υπάρχουν 70 μέτρα προ του σημείου του ενδίκου ατυχήματος, όπως τα προαναφερθέντα αποδεικνύονται από την έκθεση αυτοψίας και δεν αναιρούνται από το ότι στην διαχωριστική νησίδα υφίσταται ένα "άνοιγμα" πλάτους 2 μέτρων στο σημείο αυτό, μη υφιστάμενης σχετικής σήμανσης, δηλαδή επιτρέποντας διάβαση πεζών.

Επίσης το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο ανωτέρω σημείο είναι 60 χιλ. ωριαίως (βλ. έκθεση αυτοψίας). Ο Γ. Τ. κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 4 του ΚΟΚ διέσχισε τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και εισήλθε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας απότομα και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στη λωρίδα αυτή, και συγκεκριμένα βάδιζε γρήγορα και με σκυμμένο το κεφάλι, ενώ ο πρώτος εναγόμενος ευρίσκετο σε πολύ μικρή απόσταση από αυτόν κινούμενος με επιμέλεια και με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση με ταχύτητα σαφώς μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου και σε απόσταση από τη διάβαση πεζών, επιπλέον αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τον Γ.

Τ., κόρναρε και μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, χωρίς όμως να μπορέσει να αποφύγει την πρόσκρουση του εμπρόσθιου τμήματος του μοτοποδηλάτου στον ανωτέρω, ακριβώς λόγω της πολύ μικρής απόστασης μεταξύ τους από τη στιγμή που τον αντελήφθη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ανωτέρω πεζός, αντί να σταματήσει, προσπάθησε να τρέξει πιο γρήγορα διασχίζοντας την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, καθιστώντας αδύνατη τη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού ή την μη έγκαιρη πέδηση του οχήματός του στον τελευταίο, παρά τη μικρή ταχύτητα του μοτοποδηλάτου του, με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του Γ.

Τ. Χαρακτηριστικές των ανωτέρω είναι οι προανακριτικές ένορκες καταθέσεις 3 αυτοπτών μαρτύρων, οι οποίοι δεν εγνώριζαν τον πρώτο εναγόμενο ή τον Γ. Τ., ούτε ήταν μεταξύ τους γνωστοί και αποδίδουν άπαντες το ένδικο ατύχημα στην προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά του Γ. Τ., ουδεμία δε αμέλεια περί την οδήγηση αποδίδουν στον πρώτο εναγόμενο, η δε μάρτυρας της ενάγουσας και ανηψιά της δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας ούτε προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο αμελής συμπεριφορά περί την οδήγηση του πρώτου εναγομένου.

Συγκεκριμένα ο Σ. Λ. κατέθεσε "εκεινούμην στην αριστερή λωρίδα και μπροστά μου ήταν ένα μηχανάκι. Περίπου στο ύψος του αρ. 220 από το πεζοδρόμιο άρχισε να διασχίζει το δρόμο διαγωνίως τρέχοντας... Το μηχανάκι που προαναφέρω κόρναρε στον ηλικιωμένο και έκοψε ταχύτητα. Ο ηλικιωμένος δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να διασχίζει το δρόμο, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει με μικρή ταχύτητα", ο Ι.

Κ. κατέθεσε "άκουσα ένα κορνάρισμα, κοίταζα προς το δρόμο και είδα έναν ηλικιωμένο να διασχίζει την οδό ...... Στιγμές αργότερα καθώς ο ηλικιωμένος διέσχισε βιαστικά τον δρόμο το μηχανάκι τον κτύπησε. Αυτό έγινε διότι ο ηλικιωμένος αντί να σταματήσει προσπάθησε να τρέξει πιο γρήγορα. Ο ηλικιωμένος δεν βάδιζε σε σημείο με διαβάσεις και δεν έδινε σημασία στα κινούμενα οχήματα επί της οδού", η δε Μ.

Β. κατέθεσε "είδα έναν ηλικιωμένο άνδρα να σκύβει το κεφάλι και να διασχίζει τρέχοντας και διαγωνίως την οδό. Βενιζέλου... Το μηχανάκι κόρναρε και ελάττωσε ταχύτητα, αλλά ο ηλικιωμένος δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να τρέχει. Το μηχανάκι δεν μπόρεσε να αποφύγει να χτυπήσει τον πεζό γιατί πραγματικά ο πεζός πετάχτηκε μπροστά του".

Άλλωστε η μικρή ταχύτητα του μοτοποδηλάτου προκύπτει και από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο απεικονίζονται ίχνη χαραγής από την πτώση του μοτοποδηλάτου μήκους 3 μέτρων, δεδομένου ότι αν είχε αναπτύξει ταχύτητα 60 χιλ. ωριαίως ο πρώτος εναγόμενος, τα ίχνη χαραυγής του μοτοποδηλάτου θα είχαν μεγαλύτερο μήκος.

Με τα περιστατικά αυτά το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του αποβιώσαντος Γ. Τ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση ως προς την υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτέου ως ουσιαστικά αβάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης, παρέλκει δε να εξετασθούν οι λόγοι έφεσης οι αναφερόμενοι στο ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν δέχθηκε τα αγωγικά κονδύλια τα αναφερόμενα σε αποζημίωση της ενάγουσας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης".

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, με βάση τις οποίες το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση, ούτε την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτει με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά με λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην ένδικη περίπτωση, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί το ζήτημα της ανυπαρξίας της υπαιτιότητος του πρώτου εναγομένου - πρώτου εφεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην επέλευση του ενδίκου αποτελέσματος.

Ειδικότερα δεν αναφέρονται στην απόφαση: 1) σε ποιά απόσταση βρισκόταν ο πεζός όταν τον αντιλήφθηκε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, 2) γιατί δεν τον αντιλήφθηκε ενωρίτερα, ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι η οδός ... είναι διπλής κατευθύνσεως με πλάτος οδοστρώματος 10,50 μ. στο ρεύμα πορείας προς λεωφόρο Ποσειδώνος, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με αριστερή καμπύλη, με πολύ μικρή κλήση, τεχνητό φωτισμό (ημέρα) και κυκλοφορία οχημάτων και πεζών κανονική, επιπρόσθετα δε ότι ο πεζός είχε διασχίσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και εισήλθε στην τρίτη όπου εκινείτο το μοτοποδήλατο του πρώτου εναγομένου, 3) με ποιά ταχύτητα εκινείτο το μοτοποδήλατο και 4) ποιό το σημείο παράσυρσης του πεζού επί του οδοστρώματος και σε πόση απόσταση βρισκόταν αυτός από το ρείθρο του πεζοδρομίου.

Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αλυσιτελώς από τον αριθμό 1 με το δεύτερο λόγο αυτού, κρίνονται βάσιμα. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού της αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλομένης με αυτή αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων με αυτή λοιπών λόγων αναιρέσεως. Μετά τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην καταθέσασα των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1789/2013 απόφαση του Εφετείου (Μονομελούς) Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την απόδοση στην καταθέσασα των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ