156/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-2003 αγωγή και 20-8-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 342/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2008 αίτησή του και τους από 12-1-2010 πρόσθετους λόγους του.
Legislator headnote
AI generated156/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 29/10-6-2008 αίτηση αναίρεσης και το 6/12-1-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που επαναφέρονται με κλήση του αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η 342/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 156 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 156/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Γρηγόριο Λαπατά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπασπύρου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α."που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρου της Αναστασία Νταραντάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-2003 αγωγή και 20-8-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 342/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2008 αίτησή του και τους από 12-1-2010 πρόσθετους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 16-2-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ που προτείνεται από τον Εισηγητή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 αριθ.14 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ και τρίτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Στις 13-11-2013, ο ορισθείς Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Λαπατάς, υπέβαλε την παραίτησή του από το Δικαστικό Σώμα, λόγο για τον οποίο, ο Πρόεδρος του Τμήματος, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Νικόλαος Λεοντής, όρισε εισηγητή της υπόθεσης και στην θέση του παραιτηθέντος ως πέμπτο μέλος της σύνθεσης, τoν Αρεοπαγίτη Χαράλαμπο Καλαματιανό.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 29/10-6-2008 αίτηση αναίρεσης και το 6/12-1-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που επαναφέρονται με κλήση του αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η 342/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ο, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Ν. Ν. άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων την από 2-5-2003 αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι διάδικοι Π. Μ. και η ασφαλιστική εταιρεία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ να του καταβάλουν αποζημίωση από το άρθρο 931 Α.Κ., ύψους 60.000 ευρώ, διότι ο πρώτος τούτων (ήδη αναιρεσείων), οδηγώντας αμελώς το αναφερόμενο σε αυτή Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο του, που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη (ήδη αναιρεσίβλητη), του προξένησε, εκτός άλλων, σωματικές κακώσεις στο πρόσωπο, με συνέπεια να απολέσει την όραση από τον δεξιό οφθαλμό. Πριν τη συζήτηση της υπόθεσης ο εν λόγω ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο.
Παράλληλα, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε κατά του συνεναγομένου της Π. Μ. την από 20-8-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει όποιο ποσό υποχρεωθεί εκείνη να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, για το λόγο ότι ο ως άνω οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη 18/2005 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα 36.000 ευρώ, και την παρεμπίπτουσα αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να καταβάλει το ανωτέρω ποσό στην ασφαλιστική εταιρεία. Κατά της απόφασης αυτής ο Π.
Μ. άσκησε έφεση παραπονούμενος μόνο για την παραδοχή της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικό αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή: "Το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Π. Μ., το είχε ασφαλίσει για ζημιές που τυχόν θα προκαλούσε σε τρίτους με το υπ' αριθ. .../1-5-2001 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο του εν λόγω ατυχήματος, Το ως άνω περιστατικό δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο.
Το αναφερθέν συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή του ασφαλισμένου, όμως, στη δεύτερη σελίδα αυτού ορίζεται ότι: "Από την ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης του παρόντος ασφαλιστηρίου εξαιρούνται οι περιπτώσεις ζημιών που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της συνημμένης Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978 (ΦΕΚ 795 τ.
ΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ) όπως ισχύει, αντίγραφο της οποίας σας παραδόθηκε". Στο πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο γίνεται ευθεία και σαφής παραπομπή στους ενιαίους γενικούς όρους ασφάλισης αυτοκινήτου του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, που ορίζει ότι "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι... .8. καθ' ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τας προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.".
Η διάταξη αυτή αναμφίβολα αποτέλεσε περιεχόμενο της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως και όρο αυτής κατά συμφωνία των συμβληθέντων περί απαλλαγής της παρεμπιπτόντως ενάγουσας με μόνη την παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της παραπάνω αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, χωρίς να απαιτείται και υπογραφή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλισμένο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που αναφέρθηκε, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω εναγόμενος δεν παρέλαβε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ότι δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα.
Θα ήταν εξ άλλου ανακόλουθο για την παραδοχή αποδεικτικού αυτού αποτελέσματος να αναγνωρίζονται υπέρ του ασφαλισμένου όλοι οι συμβατικοί όροι του ασφαλιστηρίου οι οποίοι τον εννοούν και να μην αναγνωρίζονται με την ίδια αποδεικτική δύναμη και συνέπεια και εκείνοι που επιβάλουν σε βάρος του ορισμένες υποχρεώσεις, τους οποίους αυτός έχει αποδεχθεί ως ενιαίο σύνολο μαζί τους ευνοϊκούς γι' αυτόν όρους (ΑΠ 811/97 ΕΕΝ 1998.757).
Ούτε εξ άλλου απαλλάσσεται ο ασφαλισμένος εκ του γεγονότος ότι η ασφαλιστική εταιρία δεν του παρέδωσε έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης, κατά το άρθρο 2 παρ.6 του ν. 2496/1997, αφού το δικαίωμα τούτο έχει αποσβεστεί από τις 1-3-2002, ήτοι μετά πάροδο 10 μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου κατά το άρθρο 2 παρ.6 του ν.2496/1997, αφού η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίστηκε στις 1-5-2001 και έκτοτε ο ασφαλισμένος κατέβαλε ανελλιπώς τα ασφάλιστρα, γεγονός που δεν αμφισβητείται.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεν έσφαλε και γι' αυτό οι συναφείς λόγοι εφέσεως, κατά τους οποίους αυτός δεν δεσμεύεται από τον 8ο όρο του ως άνω ασφαλιστηρίου το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του, ότι δεν έλαβε γνώση του όρου αυτού καθώς και ότι η ασφαλιστική εταιρία δεν του παρέδωσε το άνω έντυπο υπόδειγμα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επίσης από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Π. Μ. οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, η ποσότητα του οποίου δεν διαπιστώθηκε γιατί αυτός δεν παρέμεινε στο χώρο του ατυχήματος μέχρι να έρθει η τροχαία, αλλά με τη δικαιολογία ότι μετέβη στο νοσοκομείο για να παρακολουθήσει την υγεία του παθόντος, έφυγε και πήγε στην υπηρεσία αυτή την επομένη ημέρα στις 9 το πρωί.
Η κρίση του Δικαστηρίου για το ανωτέρω. πραγματικό γεγονός που ανάγεται στη μέθη του εναγομένου οδηγού, στηρίζεται στις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Κ. Μ. που περιέχεται στα υπ' αριθ. 385/2002 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και Γ. Τ., που περιέχεται στην από 2-8-2001 ένορκη κατάθεση της κατά τη διάρκεια της προανάκρισης ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Β.
Κ.. Ειδικότερα ο πρώτος κατέθεσε σχετικά: "Ήτανε ο οδηγός του IX εκεί, την μια έλεγε δεν το ήθελα, την άλλη το αυτοκίνητο μου, δηλαδή έλεγε ασυναρτησίες...Είχα συνομιλία με τον εναγόμενο και δεν έβγαζα τίποτε γιατί ήταν μεθυσμένος και του είπα "είπες ρε παιδί" και μου είπε "όχι" και του είπα "τώρα που θα έρθει η αστυνομία θα το διαπιστώσει" κι αυτός πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε".
Και η δεύτερη "ο οδηγός του επιβατηγού είχε εμφανή ένδειξη μέθης αλλά και μόνος του ομολόγησε ότι είχε πιεί. Στη συνέχεια ο οδηγός του επιβατηγού IX αυτοκινήτου έφυγε προς Ιωάννινα με το αυτοκίνητο του πριν ακόμη έρθει η Τροχαία. Την ευθύνη για το ατύχημα έχει ο οδηγός του αυτοκινήτου διότι δεν υπήρχε κάποιος λόγος να αλλάξει κατεύθυνση, μόνο ο οδηγός γνώριζε ή ήταν μεθυσμένος".
Η κατάθεση της μάρτυρος αυτής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην ίδια κατάθεση είχε δηλώσει ότι τις 1-7-2001 βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο της, ενώ στην πραγματικότητα βρισκόταν σε αυτοκίνητο που δεν ήταν δικό της. Εξάλλου και στην από 1-7-2001 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε η Τροχαία Ιωαννίνων για το ένδικο ατύχημα αναγράφεται ότι "περίοικοι και διερχόμενοι κάτοικοι ανέφεραν ότι ο οδηγός του επιβατηγού IX αυτοκινήτου είχε εμφανή ένδειξη μέθης, καθώς αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος".
Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος οδηγός μετά το ατύχημα δεν παρέμεινε όπως αναφέρθηκε στον χώρο του ατυχήματος, όπως είχε υποχρέωση, αλλά, έφυγε, γεγονός που βεβαιώνεται και στο δελτίο συμβάντων της τροχαίας Ιωαννίνων της 1-7-2001, εμφανίστηκε δε στην υπηρεσία αυτή την 09.00 ώρα της επομένης ημέρας, οπότε πλέον απέφυγε την υποβολή του σε έλεγχο μέθης.
Τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των παρακάτω μαρτύρων που επικαλείται ο εναγόμενος, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και ως εκ τούτου δεν παρέχουν πίστη στο Δικαστήριο: του Γ. Σ., που κατέθεσε ότι δεν κατάλαβε να ήταν μεθυσμένος ο εναγόμενος, Γ. Τ., που πήγε στον τόπο του ατυχήματος περί ώρα 01.10 με 01,15 και στην από 18-10-2005 ένορκη κατάθεση του στην Πταισματοδίκη Ιωαννίνων κατέθεσε ότι εκεί δεν είδε "καμιά γυναίκα, ούτε κανένα ταξί, Σ.
Μ. που στην από 21-10-2005 ένορκη κατάθεση του στην ίδια πταισματοδίκη κατέθεσε ότι καθόταν στη βεράντα του σπιτιού του και μόλις κατάλαβε ότι έγινε σύγκρουση κατέβηκε στο δρόμο και ότι ο εναγόμενος δεν φαινόταν να είναι μεθυσμένος, Ζ. Ζ. που στην από 21-10-2005 ένορκη κατάθεση στην ίδια πταισματοδίκη, κατέθεσε ότι όσο αυτός ήταν στη βεράντα του δεν ήρθε αστυνομία, ούτε υπήρχε γυναίκα στον τόπο του ατυχήματος και ότι όσα κατέθεσαν αυτοί οι Κ.
Μ. και Γ. Τ. είναι ψέματα, η σύζυγος του Π. Μ., η οποία στην υπ! αριθ. 189/2007 ένορκη βεβαίωση κατέθεσε ότι ο σύζυγος της φεύγοντας από το σπίτι τους δεν είχε πιει απολύτως τίποτα, και, τέλος ο αστυνομικός Χ. Γ. που στην από 19-4-2006 ένορκη εξέταση στον ανακριτή Ιωαννίνων κατέθεσε ότι "δεν άκουσα αν ήταν μεθυσμένος".
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με βάση τα ως άνω αποδεικτικά μέσα έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεν έσφαλε και γι' αυτό οι συναφείς λόγοι εφέσεως, κατά τους οποίους αυτός κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης και ότι αυτή δεν αποδείχτηκε με την προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο εκκαλών με τις έγγραφες προτάσεις του στο Δικαστήριο τούτο ισχυρίζεται ότι το αγωγικό δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά για τους εξής Λόγους: ότι στις δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 385/2002 και 122/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και Εφετείου Ιωαννίνων, αντίστοιχα, φέρεται ότι αυτός [εκκαλών] εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αντίδικη εταιρίας, ο οποίος δεν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι εκείνος τελούσε κατάσταση μέθης, ούτε αίτημα για τη εξαίρεση της από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω του γεγονότος αυτού.
Όταν δε ο Ν. Ν. ενήγαγε αυτόν και την ασφαλιστική εταιρία, οι εκπρόσωποι αυτής του είπαν ότι "εσύ δεν χρειάζεσαι να βάλεις δικηγόρο", έκτοτε δε αυτός δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση γιατί πείστηκε ότι τα οικονομικά ζητήματα θα τα τακτοποιήσει η ως άνω ασφαλιστική εταιρία. Έτσι οι ως άνω δίκες, καίτοι διεξήχθησαν αντιμωλία και αυτού, στην πραγματικότητα διεξήχθησαν ερήμην του, αφού η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με τη συμπεριφορά της τον απέτρεψε να συμμετάσχει σε αυτές.
Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα του δημιούργησε τη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να επικαλεστεί την δήθεν μέθη του και η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος να ζητήσει εξ αναγωγής αποζημίωση υπερβαίνει προφανέστατα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και γι' αυτό η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική.
Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ένσταση που τη στηρίζει δεν προβλήθηκε πρωτόδικα, ούτε ο εκκαλών επικαλείται λόγο που να δικαιολογεί την όψιμη προβολή της, ούτε δε προκύπτει τέτοιος λόγος (269, 527 Κ.Πολ.Δ.)".
Και υπό τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο- ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. Α.Π. 395/2004, Α.Π. 902/2008). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 591 παρ. 1, 681Α, 666, 667, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 256 παρ.1 στοιχ.
δ', 237 παρ 1,3, 269 παρ. 1,2 και 527 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται , ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συνυπαιτιότητας, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δε σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ. Α.Π. 2/2005). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την ένσταση του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος με την εσφαλμένη παραδοχή ότι δεν είχε προβληθεί πρωτόδικα, δεδομένου ότι, κατά τον αναιρεσείοντα, η εν λόγω ένσταση είχε προβληθεί παραδεκτώς με τις πρωτόδικες προτάσεις του.
Όμως, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η ένσταση αυτή δεν είχε προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, που έλαβε χώρα στη δικάσιμο της 20-10-2004, αφού δεν είχε καταχωρισθεί, έστω συνοπτικά, στα οικεία πρακτικά. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω η παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία επιτρέπεται μόνο ανάμεσα στους διαδίκους και όχι εναντίον τρίτου προσώπου (αρθρ. 283 ΚΠολΔ) περιέχει οπωσδήποτε αίτηση διαφορετική ή ευρύτερη από την αίτηση της κύριας αγωγής και διακρίνεται σε αυτοτελή και μη αυτοτελή. Αυτοτελής θεωρείται η αίτηση που ερευνάται ανεξάρτητα από την κύρια δίκη, ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της κύριας αγωγής, ενώ μη αυτοτελής εκείνη που τείνει απλά σε ενίσχυση η συμπλήρωση της κυρίας. Σε περίπτωση παραιτήσεως του ενάγοντος από αγωγικό δικόγραφο (αρθρ. 294 ΚΠολΔ), η αναδρομική κατάργηση της εκκρεμοδικίας ως προς την κύρια αγωγή συμπαρασύρει αυτόματα και την παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία θεωρείται σαν να μη ασκήθηκε. Η λύση όμως αυτή προσήκει μόνον όταν η εξέταση της παρεμπίπτουσας αγωγής προϋποθέτει αναγκαία τη διερεύνηση του κύριου ζητήματος. Όταν αντίθετα η παρεμπίπτουσα αγωγή μπορεί και μόνη της να εξετασθεί, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής δεν επιφέρει την κατάργηση της παρεμπίπτουσας, αλλά μόνο της κύριας δίκης.
Με τον τέταρτο πρόσθετο' λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του αναιρεσείοντος μετά την παραίτηση του κυρίως ενάγοντος (Ν. Ν.) από το δικόγραφο της κύριας αγωγής του ως προς τον αναιρεσείοντα. Το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας είναι αυτοτελής και ότι η παραίτηση του παθόντος από την κύρια αγωγή, ως προς τον αναιρεσείοντα, δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, η εξέταση της οποίας δεν εμποδίζεται, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημα των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, 189 και 192 του Εμπ.Ν.
προκύπτει, ότι η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρά με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή.
Εξάλλου, με βάση τις παρ. 8 και 11 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 AYE, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 489/1976, αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενήθηκαν σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ ή μετέφερε επιβάτες περισσότερους από όσους η άδεια κυκλοφορίας επέτρεπε.
Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Τούτο μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης τους όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. και συγκεκριμένα στον παραπάνω όρο.
Αρκεί προς τούτο και παραπομπή απ' ευθείας στο Φ.Ε.Κ. που περιέχει την άνω Υπουργική απόφαση. Αν στην πρόταση που απευθύνει ο αντισυμβαλλόμενος στον ασφαλιστή του, περιέχεται ο μνημονευθείς όρος, για να καταστεί αυτός περιεχόμενο της καταρτιζόμενης ασφαλιστικής σύμβασης απαιτείται και αρκεί αποδοχή του από τον ασφαλιστή του, χωρίς αποστολή νέας πρότασης με το ίδιο περιεχόμενο από τον τελευταίο στον αντισυμβαλλόμενο.
Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με διάφορους τρόπους, όπως με την καταβολή των ασφαλίστρων, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την επικόλληση στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου του ειδικού σήματος που παραδίδει ο ασφαλιστής στον αντισυμβαλλόμενο ή τη δήλωση του επιγενόμενου ατυχήματος.
Το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο. Οι περιεχόμενοι σ' αυτό γενικοί και ειδικοί όροι από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ' αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο.
Τέλος, οι γενικοί όροι της ασφάλισης υπάγονται στην ευρύτερη κατηγορία των γενικών όρων των συναλλαγών. Στην ουσία πρόκειται για όρους που επιβάλλονται από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και ισχύουν σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις ορισμένου τύπου. Ειδικά στα αυτοκινητικά ατυχήματα οι γενικοί όροι δεν επιβάλλονται από τον ασφαλιστή, αλλά διατυπώνονται στην άνω Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. (Α.Π. 1459/2012, 1491/2006, 76/2005, 1101/2004, 525/2001).
Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη παρέδωσε στον αναιρεσείοντα το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και αυτός αποδέχθηκε τον περί αποκλεισμού της ευθύνης της όρο, ενώ τέτοιο ισχυρισμό ουδέποτε προέβαλε η εν λόγω αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα προαναφερθέντα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αλλά συνιστούν διατύπωση επιχειρημάτων, που οδηγούν στο συμπέρασμα της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης και της αποδοχής του ως άνω απαλλακτικού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης όρου. Επίσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται η αυτή πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη, διότι ο ισχυρισμός, ότι ο αναιρεσείων δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης, για τον οποίο αυτός παραπονείται ότι δεν λήφθηκε υπόψη, συνιστά άρνηση της αγωγής και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της αυτής διάταξης.
Επειδή από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1181/2010).
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
Α.Π. 42/2002) Από αυτά παρέπεται ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο αυτού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού γ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και δ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας. (Α.Π. 333/2009).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Α.Π. 860/2011, 469/2009).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 297/2009, 815/2009). Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα η ομολογία (Α.Π. 1456/2009, Α.Π. 1337/2005, Α.Π. 1465/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιεχόταν στην προσθήκη των προτάσεων της κατά τη συζήτηση της κύριας αγωγής του ζημιωθέντος από το ατύχημα Ν.
Ν. κατ' αυτού και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, με την οποία ομολογία η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε και απέκρουσε γενικώς τους ισχυρισμούς του ενάγοντος- παθόντος περί υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος για τη σύγκρουση και περί μέθης αυτού.
Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσίβλητης δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, αφού δεν έγιναν στο Δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, η δε κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν συνάγεται από τα γεγονότα, που δέχθηκε τότε η ασφαλιστική εταιρεία προς απόκρουση των αντίθετων ισχυρισμών του παθόντος- κυρίως ενάγοντος, εξώδικη ομολογία και η ελεύθερη εκτίμηση αυτών δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο βεβαιώνει με την προσβαλλομένη ότι έλαβε υπόψη "... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι.." και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από την ως άνω βεβαίωση του Δικαστηρίου της ουσίας και το όλο περιεχόμενο της προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ αυτών δε και τα έγγραφα από την ποινική δίκη, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ήτοι την 870/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, την από 2-7-2001 έκθεση σύλληψης του, τις από 9-10-2001 και 30-4-2002 εκθέσεις εξέτασης του ως κατηγορουμένου και το από 22-4-2002 απολογητικό του υπόμνημα.
Συνεπώς, ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11β' αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Η πλημμέλεια του λόγου αυτού δεν ιδρύεται, αν από παραδρομή διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο", ενώ στην πραγματικότητα είχε εξετασθεί μόνο μάρτυρας αποδείξεως, αφού είναι προφανές ότι δεν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν προτάθηκε, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.
Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., κατά του ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως(Α.Π. 373/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, α) δεν αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα το περιστατικό, ότι είχε ασφαλίσει το υπ' αρ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του για ζημιές που τυχόν θα προξενούσε σε τρίτους, με το υπ' αρ. .../1-5-2001 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, β) δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο το γεγονός, ότι από την κατάρτιση της ασφάλισης αυτός κατέβαλλε ανελλιπώς τα ασφάλιστρα, και γ) ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε τους ευνοϊκούς γι' αυτόν συμβατικούς όρους του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι αποτελούσαν ενιαίο σύνολο με εκείνους που επέβαλαν σε βάρος του ορισμένες υποχρεώσεις.
Από τις ως άνω παραδοχές συνήγαγε, ότι ο αναιρεσείων σιωπηρώς αποδέχθηκε όλους τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που παρέπεμπε στους όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. Στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνεται και μία πλεοναστική κρίση, ότι "..από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν παρέλαβε το ασφαλιστήριο και δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα..", στην οποία δεν στηρίχθηκε το Εφετείο για να καταλήξει στην προαναφερθείσα κρίση του.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007). Εξάλλου από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν συντρέξουν οι συμφωνούμενες από τα μέρη περιπτώσεις. Μία από αυτές είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 25 περ.8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. (ΦΕΚ τ.795 ΑΕ και ΕΠΕ) που ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι: "...
καθ'όν χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. (Ν.614/1977)". Περαιτέρω ορίζεται από το άρθ. 42 παρ.5 του Ν.2094/1992 (Κ.Ο.Κ.) ότι "με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως και το απαιτούμενο ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό για να θεωρηθεί, ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση αυτών".
Εξάλλου με την υπ'αριθ. 13382 Φ.705.11/4δ της 25/26 Νοεμβρίου 1977 (ΦΕΚ ΒΛ 1266 απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως περί τρόπου διαπιστώσεως χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών υπό των οδηγών ή πεζών κατά την οδήγησιν οχημάτων ή εις τροχαία ατυχήματα" προβλέπεται ο τρόπος εξακριβώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος υπό οδηγών κατά την οδήγησιν οχημάτων.
Στη μνησθείσα κοινή υπουργική απόφαση ορίζεται προσθέτως ότι : "η μεγίστη επιτρεπομένη συγκέντρωσις οινοπνεύματος εν των αίματι, πέραν της οποίας το άτομον υπέχει ευθύνην, είναι η των 0,50%ο. Από της ποσότητος ταύτης και μέχρι 0,80%ο δέον απαγγέλλεται κατηγορία, εφ'όσον και εξ άλλων συμπτώσεων (κατάστασις, τρόπος οδηγήσεως κλπ.) εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως μέθης.
Από 0,80%ο και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξις. Εις περίπτωσιν μη λήψεως, δι'ούς λόγους αναφέρονται εις την παρ.3 άρθ. 42 ν.614/1977, ή εις πάσαν άλλην περίπτωσιν καθιστώσαν ανέφικτον την λήψιν αίματος, εκτιμάται η ενοχή του κατηγορουμένου (μεταξύ άλλων) και εκ των μαρτυρικών καταθέσεων περί της καταστάσεως του υπόπτου".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ'αυτές διαδικασία διαπιστώσεως οινοπνεύματος του οδηγού αυτοκινήτου δεν είναι αποκλειστική στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου που έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση της υποχρεώσεως του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο κάθε ποσό που ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, λόγω παραβάσεως από τον ασφαλισμένο του όρου υπ'αριθ. 25 αριθ.8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.
που έχει καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως. Σε μια τέτοια δίκη η διαπίστωση της μέθης του οδηγού μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα (π.χ. εμμάρτυρο υλικό, άρνηση του οδηγού του αυτοκινήτου να υποβληθεί σε αιμοληψία) (Α.Π. 1588/2002).
Το Εφετείο, με το να δεχθεί όσα προαναφέρθηκαν, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις, τις αφορώσες τόσο στην σύναψη της σύμβασης ασφάλισης και την αποδοχή των ειδικών όρων αυτής όσο και στην διαπίστωση ότι ο αναιρεσείων οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στην παράγραφο που αφορά την αποδιδομένη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 13, με σαφήνεια τα στοιχεία, από τα οποία συνάγεται η αποδοχή από τον αναιρεσείοντα των όρων του ασφαλιστηρίου και της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., η απόδειξη της οποίας δεν συνδέεται με την προπαρατεθείσα πλεοναστική κρίση.
Περαιτέρω, αναφορικά με την διαπίστωση της μέθης του αναιρεσείοντος οδηγού, η κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στηρίζεται, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτού, στις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Κ. Μ. ("Ήτανε ο οδηγός του Ι.Χ. Εκεί, τη μια έλεγε δεν το ήθελα, την άλλη το αυτοκίνητο μου, δηλαδή έλεγε ασυναρτησίες....Είχα συνομιλία με τον εναγόμενο και δεν έβγαζα τίποτε γιατί ήταν μεθυσμένος και του είπα " ήπιες ρε παιδί " και μου είπε " όχι" και του είπα "τώρα που θα έρθει η αστυνομία θα το διαπιστώσει" κι αυτός πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε" και Γ.
Τ., που περιέχεται στην από 2-8-2001 ένορκη κατάθεση της κατά την προανάκριση "ο οδηγός του επιβατηγού είχε εμφανή ένδειξη μέθης αλλά και μόνος του ομολόγησε ότι είχε πιει. Στη συνέχεια ο οδηγός του επιβατηγού Ι.Χ. Αυτοκινήτου έφυγε προς Ιωάννινα με το αυτοκίνητο του πριν ακόμη έρθει η Τροχαία . . .", καθώς και στο γεγονός της φυγής του από τον τόπο του ατυχήματος με συνέπεια να αποφύγει τον έλεγχο της Τροχαίας.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποδίδεται με τον προτεινόμενο από τον Εισηγητή λόγο, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την υπ' αρ. έκθ. Κατάθεσης 29/10-6-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 6/12-1-2010, δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 342/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ