Legislator Case Law & Legislation
156/2012 AI generated

156/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 156/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 156 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 156/2012

Legislator headnote

AI generated

156/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 156 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 156/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 156 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 156/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεωργίου Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ν. Τ. και ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΛΟΨ" που εδρεύει στο Πάσιο Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πλάτωνα Τσουλούφα και 2. Ε. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πλάτωνα Τσουλούφα, αμφότεροι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς εκθ. Κατάθεσης 864/2004, 873/2004 και 861/2004 αιτήσεις και ανταιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η 79/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/3/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενο στο λόγο αυτό του αναιρετηρίου έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το από 20.7.2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Κ., η από 20.7.2003 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Κ., το με αριθμ. πρωτ. 8524/1.9.2003 πιστοποιητικό του Εμπορικού Επιμελητηρίου Κορινθίας και τις με αριθμ. 618/2001 και 1854/2001 αποφάσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους Υπηρεσίας Κορίνθου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως προς το πρώτο σκέλος του. Κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων ως προς την αξία του οικοπέδου, του βιοτεχνικού χώρου και των ιδιαίτερων εγκαταστάσεων και εξοπλισμών του ακινήτου των αναιρεσειόντων.

2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, ενδίκου μέσου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη την αίτηση που προτάθηκε και την απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι έκρινε επί αιτήματος που δεν είχε υποβληθεί από την αντίδικό τους εφεσίβλητη για απόρριψη της αιτήσεώς της περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσίβλητη υπέβαλε αίτημα για καθορισμό της αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων και το απέρριψε ως μη νόμιμο. Άρα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί κατά το σκέλος του αυτό. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο γίνεται απλώς αριθμητική επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος.

3. Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ.β' του ν.2882/ 2001 (ΚΑΑΑ) ορίζεται: "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο, της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η δε σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως αποδίδονται από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο πλημμέλειες από το εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου δεν έλαβε υπόψη την αξία των παρακειμένων ή ομοειδών με τα απαλλοτριούμενα ακινήτων, ούτε και την πρόσοδο του ακινήτου τους (εμπορική αξία, κέρδος, ετήσιος τζίρος), με συνέπεια τον καθορισμό ιδιαίτερα χαμηλών τιμών. Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αναιρεσείοντες, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

4. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η άξια κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριούμενου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ.1 και 2 του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν.2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ.1 τελ. εδάφιο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Τέλος, κατά το άρθρο 25 του "ΚΑΑΑ", ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 8/1999).Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες διατάξεις δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 8/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας εταιρείας για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών για τα έτη 2004 έως 2010 λόγω του ότι αυτή θα σταματήσει και δεν θα λειτουργεί την επιχείρησή της (βιοτεχνία παρασκευής γλυκών, μαρμελάδων κλπ) στο εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως ακίνητο, γιατί η πλήρης αποζημίωση, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ότι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο και όχι και τη ζημία από διαφυγόντα κέρδη ενός ορισμένου χρόνου, εντός του οποίου πιθανολογούνταν ότι θα λειτουργούσε η επιχείρηση, διότι τα τελευταία δεν συνέχονται με την αξία του εδάφους και των κτισμάτων. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος και των άρθρων 1 και 6 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων. Τούτο δε, καθόσον σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, άρα ούτε και η ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη, εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας της σ' αυτό επιχείρησης.

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 19 και 11 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του και δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αυτές οι διατάξεις προϋποθέτουν ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εν λόγω ζήτημα και δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997).

5. Από τη διάταξη του άρθρου 9 του ν.2730/1999 (ΦΕΚ Α/25) με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών έργων του άρθρ. 2 παρ. 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδας (2.500.000) δρχ. προκύπτει ότι με την εν λόγω διάταξη, η οποία εφαρμόζεται κατά το άρθρο 10 παρ.8 εδ.α' και β' του ν. 2898/2001 και στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται υπέρ του ΟΣΕ, στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των αρθρ. 14 παρ. 5, 100 παρ.1 107 παρ.1 επ. του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικα Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονταν υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου, επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή, αφού ορίζεται από τη διάταξη, ότι σε κάθε περίπτωση η οφειλόμενη αμοιβή με τα πιο πάνω ποσά και ποσοστά, βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της σύμβασης της Ρώμης ούτε και εκείνη της ΕΣΔΑ (ΑΠ 915/2003). Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος αλλά περιορίστηκε, επιτρεπτά το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου. Επομένως, το Εφετείο με το να προσδιορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 9 του ν.2730/1999, ορθά το νόμο εφάρμοσε.

Επομένως ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττομένη η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.3.2007 αίτηση για αναίρεση της 131/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ