156/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40323/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1995/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated156/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και η οποία αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, εμβαδού εκάστου 90 τ. μέτρων και από διαμορφωμένους χώρους που περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή, αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, χωρίς το οικόπεδο, 66.000 Ευρώ, και (3) καταθέσεις που ανέρχονταν στις 27-11-2000, στο ποσό των 28.978 Ευρώ, το οποίο ανέλαβε ολόκληρο την παραπάνω ημεροχρονολογία ο εναγόμενος, από τον υπ' αριθμ....
Full text
Απόφαση 156 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 156/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μουζακιάρη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ συζ. Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κοπατσάρη - Παυλίδου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40323/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1995/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 372/22-10-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 1995/5-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης .
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 372/22-10-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1995/5-9-2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 36392/20-9-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης απορρέουσα από τη συμβολή της στα κατά την διάρκεια του μετά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος γάμου τους αποκτήματα του τελευταίου, ισχυριζόμενη, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής ιδία, (α) ότι ο εναγόμενος σύζυγός της, την μετά του οποίου έγγαμη συμβίωση αναγκάσθηκε η ίδια να διακόψει τον Αύγουστο 2002, κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου τους, στις 9-3-1975, είχε ως μοναδικό περιουσιακό στοιχείο από δωρεά του πατέρα του, 150 αίγες αξίας 450 Ευρώ, ενώ κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, και μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσπαση αυτής, ήτοι τον Αύγουστο 2005, η περιουσία του αυξήθηκε κατά τα περιγραφόμενα λεπτομερώς στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία, ήτοι, (1) ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της κειμένης επί της οδού ...
οικοδομής, στην περιοχή ..., εμβαδού 61,34 τ. μέτρων, μετά του αναλογούντος σ' αυτό ποσοστού συνιδιοκτησίας επί των κοινοχρήστων χώρων και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής εξ 29,92 %, το οποίο αγοράσθηκε αντί τιμήματος 1.000.000 δραχμών ή 3.000 Ευρώ, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαρίας Χατζησιαφαρίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης και η αξία του οποίου κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής (Σεπτέμβριο 2005), ανερχόταν σε 41.000 Ευρώ, (2) μία διώροφη οικία η οποία κτίσθηκε σταδιακά από το έτος 1988 μέχρι το 2002, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του πατέρα του εναγομένου, στο ...
και η οποία αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, εμβαδού εκάστου 90 τ. μέτρων και από διαμορφωμένους χώρους που περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή, αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, χωρίς το οικόπεδο, 66.000 Ευρώ, και (3) καταθέσεις που ανέρχονταν στις 27-11-2000, στο ποσό των 28.978 Ευρώ, το οποίο ανέλαβε ολόκληρο την παραπάνω ημεροχρονολογία ο εναγόμενος, από τον υπ' αριθμ....
κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι διάδικοι στην Αγροτική Τράπεζα και μετέφερε σε ατομικό λογαριασμό χωρίς να το έχει αναλώσει έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής, (β) Ότι συνολικώς η περιουσία του ανήλθε κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, στο ποσό των 135.978 Ευρώ και η επαύξηση αυτής σε 135.528 Ευρώ, (135.978 - 450 Ε) και (γ) ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της συνέλαβε η ίδια κατά ποσοστό 80% με τα επακριβώς προσδιοριζόμενα εισοδήματα που αποκέρδαινε από την εκτροφή ζώων, από την εκμετάλλευση κυλικείων εκπαιδευτηρίων και την παροχή εργασίας της στον καθαρισμό των κτιριακών αυτών συγκροτημάτων και την διατήρηση και λειτουργία ταβέρνας το ...
καθώς και με την παροχή εργασίας στον συζυγικό οίκο, (πλύσιμο, μαγείρεμα, καθαριότητα), για τον ίδιο και τα τρία ανήλικα τέκνα που απέκτησαν, ηλικίας σήμερα 32, 31 και 29 ετών, υπηρεσίες οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, υπερέβαιναν το μέτρο εκπληρώσεως της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ υποχρεώσεις της για κοινή συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 40323/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 5300/31-12-2007 έφεση του εναγομένου, η 1995/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 9-3-1975, στο ...
και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν τρία τέκνα, τον Ζ1, το Ζ2 και την Ζ3, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1976, 1977 και 1979 αντιστοίχως. Τον Αύγουστο 2002 η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά και κατά την άσκηση της αγωγής (Σεπτέμβριος 2005), είχε συμπληρωθεί χρόνος διάσπασης τριών (3) τουλάχιστον ετών. Κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, ο εναγόμενος είχε από δωρεά του πατέρα του 150 αίγες, αξίας τότε 450 Ευρώ, ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου και μέχρι τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ο εναγόμενος απέκτησε κατά κυριότητα τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία.
Ήτοι, ένα διαμέρισμα ευρισκόμενο στη ..., στο δεύτερο όροφο της, επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής, ..., εμβαδού 61,34 τ. μέτρων, το οποίο αποτελείται από δύο δωμάτια, κουζίνα, χώλ και λουτροαποχωρητήριο. Το διαμέρισμα αυτό αγοράσθηκε το έτος 1981, στο όνομα του εναγομένου, με το υπ' αριθμ.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Χατζησιαφαρίκα-Βάγκου, αντί τιμήματος 800.000 δραχμών (ή 2.347 Ευρώ), όπως αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο και πραγματικού, 1.000.000 δραχμών.
Από το έγγραφο του ... που προσκομίζει νόμιμα και επικαλείται η ενάγουσα σχετικώς με τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας του διαμερίσματος, με βάση την τιμή ζώνης και όλους τους συντελεστές ήτοι, πρόσοψης, επιφανείας, ορόφου, παλαιότητας, κατασκευής κ.λ.π., προκύπτει ότι η αντικειμενική αξία αυτού ανερχόταν το Μάρτιο 2001, στο ποσό των 39.688 Ευρώ.
Αναφορικά με την αξία του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής (Σεπτέμβριος 2005), το Δικαστήριο συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία καταλήγει στην κρίση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι η αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 41.000 Ευρώ.
Επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, ο εναγόμενος απέκτησε μια διώροφη κατοικία την οποία άρχισε να κατασκευάζει το έτος 1988 στο ..., μέσα στο οικόπεδο που του παραχώρησε ο πατέρας του και υπήρχε η πρώτη κατοικία της οικογενείας του, με βάση την υπ' αριθμ.... άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Λαγκαδά, που αφορά σε ισόγεια γεωργική αποθήκη με στέγη κεραμοσκεπή και πρόβλεψη ενός ορόφου.
Η οικία αυτή η οποία αποπερατώθηκε το έτος 2002, αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, εμβαδού εκάστου 90 τ. μέτρων. Ο ισόγειος όροφος περιλαμβάνει ένα ενιαίο χώρο χωρίς κουφώματα, ενώ ο πρώτος όροφος είναι πλήρως διαμορφωμένος και εξοπλισμένος, αποτελούμενος από δύο δωμάτια, σαλόνι, σαλοκουζίνα, χώλ και τουαλέτα, με ξύλινα πατώματα τα δύο δωμάτια και πλακάκια οι λοιποί χώροι, με εσωτερικά ξύλινα κουφώματα, πλήρη εγκατάσταση καλοριφέρ και τζάκι στο σαλόνι.
Το δικαστήριο, με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η από 10-9-2004 τεχνική έκθεση του Αρχιτέκτονα-Μηχανικού ... και αφού έλαβε υπόψη το εμβαδόν και την κατασκευή της οικίας, καταλήγει στην κρίση ότι η αξία αυτής άνευ του οικοπέδου, κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 66.000 Ευρώ.
Ακόμη κατά τη διάρκεια του γάμου τους, οι διάδικοι διατηρούσαν στην Αγροτική Τράπεζα τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό στον οποίο ήταν κατατεθειμένο, στις 27-11-2000, το ποσό των 9.874.266 δραχμών ή 28.978,04 Ευρώ. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας, που η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται, ο εναγόμενος την παραπάνω ημέρα ανέλαβε το σύνολο του ποσού αυτού, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι το ποσό τούτο, την ύπαρξη του οποίου δεν αρνείται, αναλώθηκε κατά ένα μέρος σε ανάγκες της οικογένειας και κατά το μεγαλύτερο μέρος του δόθηκε στα τρία παιδιά τους.
Αντιθέτως από το με ημερομηνία 23-6-2003 έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας, που ομοίως προσκομίζει η ενάγουσα, αποδεικνύεται ότι από τον κοινό λογαριασμό της Ζ3 κόρης του εναγομένου και του ιδίου, ύψους 7.353,70 Ευρώ, ανέλαβε ο τελευταίος στις 4-3-2003 και 18-6-2003, συνολικώς το ποσό των 5.000 Ευρώ. Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, η συνολική αξία των κτηθέντων κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου, κατά τον αναφερόμενο ανωτέρω κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 129.828 Ευρώ, ήτοι 34.850 Ευρώ η αξία του διαμερίσματος επί της οδού ..., (μετά την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας του εναγομένου εκ 450 Ευρώ που αποτελεί το 15% του καταβληθέντος για την αγορά αυτού τιμήματος των 2.934 Ευρώ, η οποία αναγόμενη στο χρόνο γέννησης της αξίωσης της ενάγουσας, ανέρχεται σε 6.150 Ευρώ, ήτοι 41.000 Ε Χ 15% = 6.150, 41.000 - 6.150 = 34.850 Ε) + 66.000 Ε η αξία της οικίας στο ... + 28.978 Ευρώ οι καταθέσεις σε μετρητά, χρηματικό ποσό το οποίο αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στοιχείο της τελικής περιουσίας του εναγομένου, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων είχε αναλωθεί, ώστε να μη συνυπολογιστεί στην αξία της τελικής περιουσίας αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη επαύξηση της περιουσίας του με το ως άνω περιουσιακό στοιχείο και μη ύπαρξη αντίστοιχης αξίωσης της ενάγουσας, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς ο λόγος εφέσεως με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα σχετικώς με το ανωτέρω χρηματικό ποσό των καταθέσεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τις πρώτες ημέρες της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η ενάγουσα προσέφερε τις προσωπικές υπηρεσίες της στην άσκηση του επαγγέλματος του εναγομένου συζύγου της, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε στην κατοχή του, από δωρεά του πατέρα του, 150 αίγες και ασχολούνταν με την κτηνοτροφία.
Ειδικότερα, ενώ ο εναγόμενος ήταν απασχολημένος με τη βοσκή των ζώων και το άρμεγμα αυτών, το οποίο έκαναν πολλές φορές μαζί με την ενάγουσα, η τελευταία προέβαινε και σε όλες τις άλλες κτηνοτροφικές εργασίες που ήταν απαραίτητες για την εκτροφή, περιποίηση και καθαρισμό των ζώων και τη φροντίδα των νεογνών τους.
Τις παραπάνω εργασίες εκτελούσε ακόμα και κατά τον χρόνο που τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, αφού απέκτησαν τρία τέκνα, ενώ όποτε παρίστατο ανάγκη τα έπαιρνε μαζί της, δεδομένου ότι η στάνη ήταν δίπλα στην οικία τους. Προσέτι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στο συζυγικό οίκο (πλύσιμο, μαγείρεμα, καθαριότητα) και ασχολούνταν με την φροντίδα και ανατροφή των τριών ανηλίκων τέκνων της.
Κατά τη διάρκεια των έξι (6) ετών - 1975 έως 1981 - ενασχόλησής τους με την κτηνοτροφία, ο αριθμός των ζώων των διαδίκων ανήλθε περίπου σε πεντακόσια (500). Τότε, δηλαδή το έτος 1981, πώλησαν το κοπάδι τους έναντι του ποσού των 1.500 Ευρώ περίπου. Με το ποσό αυτό και τις αποταμιεύσεις που είχαν μέχρι τότε, προέβησαν στην αγορά του προαναφερομένου διαμερίσματος στην ..., στην οδό ....
Το ίδιο έτος, (1981), οι διάδικοι μετακόμισαν στο εν λόγω διαμέρισμα όπου παρέμειναν μέχρι το έτος 1985. Κατά τη χρονική περίοδο 1981-1985 οι διάδικοι εργάζονταν και οι δύο στην καθαριότητα δύο σχολικών κτιρίων και στην εκμετάλλευση των κυλικείων τους, έχοντας τις αυτές απολαβές, ενώ η ενάγουσα ήταν επιπλέον επιφορτισμένη με τις οικιακές εργασίες (πλύσιμο, μαγείρεμα, καθαριότητα) και την ανατροφή των τριών ανηλίκων τέκνων τους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι το έτος 1985 προέβησαν στην αγορά εξακοσίων (600) προβάτων και ασχολήθηκαν εκ νέου με την κτηνοτροφία, μέχρι το έτος 1991, οπότε πώλησαν το κοπάδι αυτό έναντι του ποσού των 3.000 Ευρώ περίπου. Και κατά το χρονικό αυτό διάστημα η ενάγουσα ασχολούνταν όπως και πριν ενεργά με την φροντίδα των ζώων, εκτελώντας όλες τις απαιτούμενες εργασίες για την εκτροφή, καθαριότητα, άρμεγμα αυτών και τη φροντίδα των νεογνών τους.
Τέλος, το έτος 1991 οι διάδικοι έθεσαν σε λειτουργία στο όνομα της ενάγουσας, στο ..., επιχείρηση ψητοπωλείου. Στην επιχείρηση αυτή εργάζονταν και οι δύο και συγκεκριμένα, η μεν ενάγουσα εκτελούσε όλες τις απαραίτητες εργασίες για τη λειτουργία αυτού, όπως προετοιμασία, παρασκευή φαγητών, σερβίρισμα και κάθε βράδυ πριν το κλείσιμο καθάρισμα, ενώ ο εναγόμενος, είχε αναλάβει πιο ελαφρές εργασίες, δηλαδή τις προμήθειες και το ψήσιμο των κρεάτων.
Τα έσοδα από την επιχείρηση αυτή - το ύψος των οποίων δεν προέκυψε επακριβώς - ήταν ικανοποιητικά, δεδομένου ότι το ψητοπωλείο λειτουργούσε όλα τα Σαββατοκύριακα με πελάτες από την ..., ενώ το καλοκαίρι καθημερινά η κίνηση ήταν αυξημένη λόγω και των παραθεριστών στο χωριό, (κατά τον μάρτυρα ανταπόδειξης έτρωγαν εκεί μέχρι και 100 άτομα).
Όπως προαναφέρεται από το έτος 1988, ο εναγόμενος άρχισε να κτίζει στο ... όπου κατοικούσαν οι διάδικοι, διώροφη οικία σε οικόπεδο που του παραχώρησε ο πατέρας του. Η κατασκευή της εν λόγω οικίας ολοκληρώθηκε σταδιακά, τα δε απαιτούμενα χρήματα για την κατασκευή της προήλθαν αποκλειστικά από τα εισοδήματα και των δύο διαδίκων, τόσο από τις κτηνοτροφικές δραστηριότητες τους και την εκμετάλλευση του ως άνω ψητοπωλείου-ταβέρνας, όσο και από τις αποταμιεύσεις χρημάτων, μέρος των οποίων δαπανήθηκε στην ανέγερση της ως άνω οικίας.
Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι συνέβαλαν εξίσου στην απόκτηση των καταθέσεων που υπήρχαν σε κοινό λογαριασμό και των προαναφερομένων ακινήτων, τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα μόνο του εναγομένου και συνεπώς η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας τους με τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία, κατά ποσοστό 50%.
Οι παραπάνω παραδοχές αποδεικνύονται με πληρότητα και επιβεβαιώνονται με έκδηλη αξιοπιστία από τη μάρτυρα απόδειξης, η οποία, έχοντας αναπτύξει σχέση φιλίας με την ενάγουσα, εξιστορεί παραστατικά και περιγράφει πειστικά τις συνθήκες διαβίωσης των διαδίκων στο ..., όπου και η ίδια διατηρεί ιδιόκτητη κατοικία, περαιτέρω δε έχουν έρεισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν και δεόντως συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο, την κατάφαση των οποίων αδυνατεί να αναιρέσει και να αντικρούσει η αόριστη και γενικόλογη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, του οποίου είναι εμφανής η προσπάθεια να ενισχύσει τους αβάσιμους ισχυρισμούς τους εναγομένου".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος γιά τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 ΚΠολΔ, με την έννοια, στην τελευταία περίπτωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί ορισμένου της αγωγής έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό, ο οποίος δεν περιεχόταν στο δικόγραφο αυτής.
Εξάλλου, από το άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου.
Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.
Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας.
Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του υποχρέου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.
Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφ' όσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή αν επικαλέσθηκε και δεν απέδειξε ότι η συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου) είναι μηδενική ή σε μικρότερο ποσοστό.
Εν προκειμένω, στην ένδικη αγωγή διαλαμβάνονται, πλην άλλων όπως δέχθηκε το Εφετείο, (α) ότι η ήδη αναιρεσίβλητη συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 80%, με προσδιορισμό των εισοδημάτων που αποκέρδαινε κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους από την από κοινού εκτροφή των ζώων που διατηρούσαν, την εκμετάλλευση κυλικείων εκπαιδευτηρίου και την εργασία της στον καθαρισμό των κτιριακών αυτών συγκροτημάτων και την λειτουργία των κτιριακών αυτών συγκροτημάτων και την λειτουργία επιχειρήσεως ψητοπωλείου και (β) ότι παράλληλα πρόσφερε τις υπηρεσίες της γιά την φροντίδα του συζυγικού οίκου και την ανατροφή των τριών ανηλίκων τέκνων τους, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν το κατά τούτο ορισμένο της αγωγής, χωρίς να είναι αναγκαία, η χρηματική αποτίμηση υπηρεσιών, εφόσον τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου προσδιορίζει με βάση τα εισοδήματα που αποκέρδαιναν αμφότεροι οι διάδικοι από την παροχή εργασίας, την απασχόλησή τους με την κτηνοτροφία και την άλλη επαγγελματική τους δραστηριότητα.
Επομένως κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων αμέσως παραπάνω διατάξεων το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή ορισμένη κατά τούτο, με απόρριψη του αντίθετου περί αοριστίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, λόγω μη χρηματικής αποτιμήσεως των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης.
Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται το ποσό που διέθεσε η αναιρεσίβλητη γιά την αγορά επίπλων της διώροφης οικίας του αναιρεσείοντος στο ..., εφόσον η αξία αυτών δεν περιλαμβάνεται στην επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου, αρκούσε δε παράλληλα η αναφορά του συνολικού κόστους κατασκευής της (66.000,00€) με συμβολή της προς τούτο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, σε ποσοστό 80%, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα η αναφορά της συμβολής του αναιρεσείοντος, που σε κάθε περίπτωση προκύπτει από το προκύπτον υπόλοιπο σε ποσοστό 20%, με την διάθεση αντίστοιχου του κόστους κατασκευής χρηματικού ποσού.
Κατά συνέπεια οι διατυπούμενες με τον πρώτο λόγο και το πρώτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη και άρα απαράδεκτη (i) λόγω μη αποτιμήσεως σε χρήμα των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και (ii) παραλείψεως προσδιορισμού του ποσού που διέθεσε η τελευταία για την ανέγερση της διώροφης οικίας και τον εξοπλισμό της με έπιπλα, ελέγχονται ως αβάσιμες.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Όπως προαναφέρθηκε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αντίστοιχες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος προήλθε αποκλειστικά από τα ισόποσα εισοδήματα που απέφερε εις έκαστον τούτων (διαδίκων) η παροχή εργασίας τους στον καθαρισμό κτιριακών συγκροτημάτων εκπαιδευτηρίων, η εκμετάλλευση κυλικείων αυτών και ψητοπωλείου, ως και η απασχόλησή τους με την εκτροφή ζώων, πέραν των προσφερομένων από την αναιρεσίβλητη υπηρεσιών της στην φροντίδα του συζυγικού οίκου και την ανατροφή των τριών ανηλίκων τέκνων τους, και με την έννοια αυτή δεν καταλείπεται περιθώριο χρηματικής αποτιμήσεως υπηρεσιών, στην έλλειψη της οποίας στηρίζεται η ομοίως ελεγχόμενη ως αβάσιμη περί τούτου αναιρετική αιτίαση του δευτέρου λόγου (πρώτο μέρος) από το άρθρο 559 αρ. 8, και 14 ΚΠολΔ, ενώ αβάσιμη είναι και εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με το δεύτερο σκέλος του αυτού δεύτερου κατά σειρά λόγου, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη, περιέχουσα σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ΑΚ 1400.
Τέλος αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της αντιφατικότητας, συνισταμένης ότι κατά τις αιτιολογίες της αποφάσεως εμφανίζεται ο αναιρεσείων να διατηρεί κοινό λογαριασμό με την αναιρεσίβλητη στην Αγροτική Τράπεζα, ποσού 9874,266 δρχ (28.978,006), το οποίο ανέλαβε στις 27-11-2000 στο σύνολό του και παράλληλα ότι μέρος της χρηματικής αυτής απαιτήσεως, ποσού 5000,00 Ευρώ, ανέλαβε στις 4-3-2003 και 18-6-2003 από τον διατηρούμενο από εκείνον και την θυγατέρα του Ζ3 στην Τράπεζα Εργασίας λογαριασμό.
Ειδικότερα ο αναιρετικός αυτός λόγος ερείδεται επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος υπολογίσθηκε μόνο το ποσό των 28.978,00 Ευρώ, απορρίφθηκε δε ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το εν λόγω ποσό αναλώθηκε κατά ένα μέρος γιά τις ανάγκες της οικογένειας και κατά το υπόλοιπο, μεγαλύτερο μέρος του, δόθηκε στα τέκνα τους, και απλώς το Εφετείο, διατύπωσε το πραγματικό επιχείρημα της αναλήψεως επιπρόσθετα από εκείνον του ποσού των 5.000,00 Ευρώ από τον τηρούμενο με την θυγατέρα του Ζ3 στην Τράπεζα Εργασίας κοινό λογαριασμό τους.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 372/22-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1995/5-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ