156/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7 Ιανουαρίου 2000 και 2 Μαϊου 2001 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6197/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6253/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated156/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου και Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγμα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Full text
Απόφαση 156 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 156/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Του αναιρεσίβλητου: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ράπτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7 Ιανουαρίου 2000 και 2 Μαϊου 2001 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6197/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6253/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 28 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά δε το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου και Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγμα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 9 του αυτού άρθρου και κώδικα θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 7-1-2000 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να του καταβάλει, εκτός από άλλα χρηματικά ποσά, δραχμές 350.000 κάθε μήνα, από 15-12-1998 μέχρι 15-12-2001, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της και από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής.
Δηλαδή αξίωσε, για απώλεια εισοδημάτων του που θα είχε ως οδηγός αυτοκινήτου που εκτελούσε μεταφορές εμπορευμάτων (χάρτινες συσκευασίες) στην τριετία αυτή αν δεν τραυματιζόταν στις 15-12-1998, όταν συγκρούστηκε το ..... αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος με το .... αυτοκίνητο που οδηγούσε ο X2 (εδώ δεν είναι διάδικος) και ήταν ασφαλισμένο στην εταιρεία "Interstast A.E." στη θέση της οποίας, λόγω ανάκλησης άδειας λειτουργίας, υπεισήλθε το αναιρεσείον, το συνολικό ποσό των 12.600.000 δραχμών (36 μήνες χ 350.000 δρχ.).
Κατά τη συζήτηση (16-7-2001) της αγωγής αυτής στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών ο αναιρεσίβλητος με σχετική δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα 6197/2001 πρακτικά συνεδρίασής του, αλλά και με τις από 16-7-2001 προτάσεις του, συνομολόγησε ότι είχε εισπράξει, λόγω του τραυματισμού του αυτού, α) από το ΙΚΑ, για μεν το διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-1999 το ποσό των 2.755.153 δραχμών, για δε το διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2000 το ποσό των 2.670.000 δραχμών, δηλαδή συνολικά το ποσό των 5.425.238 δραχμών και β) από το αναιρεσείον το συνολικό ποσό των δραχμών 1.500.000, σε εκτέλεση της 23094/1999 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε σχετική αίτησή του για προσωρινή επιδίκαση της απαίτησής του.
Μετά απ' αυτά περιόρισε το αρχικό αυτό κονδύλι αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων στο ποσό των δραχμών 7.174.762 (12.600.000 μείον 5.425.238) και ζήτησε να αφαιρεθεί από το ποσό που θα επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των δραχμών 1.500.000 που έλαβε ως προκαταβολή σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με την 6197/2001 απόφασή του έκρινε καταρχήν, ότι η ένδικη αγωγή, όπως παραδεκτά περιορίστηκε ως προς τα άνω ποσά που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος από το ΙΚΑ και το αναιρεσείον, είναι νόμιμη.
Στη συνέχεια, ύστερα από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του τότε εναγομένου ως άνω οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου X2, που οδηγούσε μεθυσμένος και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (βρέθηκε στο αίμα του αλκοόλ 1,95‰), έγινε η σύγκρουση των αυτοκινήτων στην οποία τραυματίστηκε σοβαρά ο αναιρεσίβλητος, καθώς και ότι ο τελευταίος "απώλεσε εισόδημα 200.000 δραχμών μηνιαίως ως εργαζόμενος εκτελώντας μεταφορές εμπορευμάτων επί τρια έτη, ήτοι από 15-12-1998 έως 15-12-2001, τα οποία θα κέρδιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός του".
Ετσι υποχρέωσε και το αναιρεσείον να καταβάλει, εκτός από άλλα χρηματικά ποσά, δραχμές 200.000 το μήνα, από 15-12-1998 μέχρι 15-12-2001, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης, δηλαδή επιδίκασε συνολικά, για απώλεια εισοδημάτων του αναιρεσίβλητου στην τριετία αυτή, το ποσό των 7.200.000 δραχμών.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το αναιρεσείον άσκησε την από 16-2-2003 έφεσή του και ζήτησε για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί τελικά η από 7-1-2000 αγωγή του αναιρεσίβλητου. Συγκεκριμένα παραπονέθηκε: Με τον τρίτο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο παρά το νόμο, ενώ αρχικά δέχτηκε ότι πράγματι του κατέβαλε το ως άνω ποσό των δραχμών 1.500.000 για την πιο πάνω αιτία (δηλαδή δραχμές 125.000 για κάθε μήνα, για το χρονικό διάστημα από 2-2-1999 μέχρι 2-2-2000), στη συνέχεια δεν ασχολήθηκε καθόλου και απέρριψε σιωπηρά και χωρίς αιτιολογία το σχετικό αίτημά του από τις διατάξεις των άρθρων 729 παρ. 5 και 730 παρ. 2 ΚΠολΔ για αφαίρεση (προαφαίρεση) του προκαταβληθέντος αυτού ποσού, αλλά επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ολόκληρο το ποσό των 200.000 δραχμών το μήνα που δέχτηκε ότι θα κέρδιζε και απώλεσε για το ίδιο διάστημα από 2-2-1959 μέχρι 2-2-2000.
Με το δεύτερο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο από λαθεμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αν και αρχικά δέχτηκε ότι έλαβε χώρα ο άνω περιορισμός της αγωγής και μάλιστα παραδεκτά και ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2000 θα κέρδιζε από την εργασία του ως οδηγός αυτοκινήτου το ποσό των 200.000 δραχμών το μήνα (εσφαλμένα βέβαια), τελικά δεν αφαίρεσε από το ποσό αυτό της απώλειας του μηνιαίου εισοδήματος (που δέχτηκε) το πιο πάνω ποσό που αυτός έλαβε από το ΙΚΑ (κατά το οποίο περιόρισε ο ίδιος το αίτημα της αγωγής του) αλλά του επιδίκασε ολόκληρο το ποσό των 200.000 το μήνα, ενώ θα ΄πρεπε να αφαιρέσει το ποσό που έλαβε από το ΙΚΑ, το οποίο δεν νομιμοποιείται να ζητήσει και από το οποίο παραιτήθηκε ο ίδιος και να μην του επιδικάσει κανένα ποσό ως αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων της εργασίας του για το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2000, καθόσον το ποσό που έλαβε από το ΙΚΑ κατά το ίδιο διάστημα (229.597 δρχ.
το μήνα για το πρώτο έτος και δρχ. 222.508 το μήνα για το δεύτερο έτος) ως επίδομα ασθενείας και σύνταξης αναπηρίας, είναι μεγαλύτερο από το ποσό που θα κέρδιζε των 200.000 δραχμών το μήνα, ο ίδιος δε είχε παραιτηθεί του σχετικού κονδυλίου για ποσό μεγαλύτερο από το ποσό της απώλειας εισοδήματος που δέχτηκε η εκκληθείσα απόφαση.
Επίσης, γιατί το πρωτοδικείο, από εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αν και με τα τεθέντα υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι το ΙΚΑ κατέβαλε επιπλέον (εκτός από τα ποσά που ο ίδιος ισχυρίστηκε και αφαίρεσε), για το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2000, α) ως επίδομα ασθενείας (από 15-12-1998 μέχρι 31-12-1998) δραχμές τουλάχιστον 114.800 (229.597: 2) και β) ως σύνταξη αναπηρίας (από 1-1-2001 μέχρι 15-12-2001) δραχμές τουλάχιστον 222.508 το μήνα, τελικά δεν απέρριψε στο σύνολό του το κονδύλι της αγωγής για αποζημίωση από απώλεια των εισοδημάτων της εργασίας του κατά τα διαστήματα από 15-12-1998 μέχρι 31-12-1998 και από 1-1-2001 μέχρι 15-12-2001 όπως θα ΄πρεπε, αφού το ποσό από το ΙΚΑ που έλαβε είναι μεγαλύτερο από εκείνο της απώλειας των εισοδημάτων του αναιρεσίβλητου που η εκκληθείσα απόφαση δέχτηκε (των δρχ. 200.000 το μήνα).
Και με τον πέμπτο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο, παρά το νόμο και κατά λαθεμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε και ότι η αξία των σώστρων (υπολειμμάτων) του καταστραφέντος αυτοκινήτου του αναιρεσίβλητου, μετά τη σύγκρουση, ανερχόταν σε 100.000 δραχμές (ο ίδιος στην αγωγή του ισχυριζόταν ότι η αξία των σώστρων ήταν 150.000 δραχμές και αφαιρούσε αυτές) και ζημιώθηκε από την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του το ποσό των 900.000 δραχμών, που υποχρεώθηκε αυτό να του καταβάλει, ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι η αξία των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου ήταν ίση τουλάχιστον με αυτή που δεχόταν ο αναιρεσίβλητος (150.000 δραχμές), να αφαιρέσει το ποσό αυτό και να επιδικάσει τη διαφορά των 850.000 δραχμών (1.000.000 - 150.000) ως αποζημίωση για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου αυτού.
Η πιο πάνω έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη 6253/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε τους λόγους αυτούς έφεσης ως αβάσιμους με τις παρακάτω αποδοχές: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) απώλεσε εισόδημα 200.000 δραχμών μηνιαίως, πέραν των όσων του κατέβαλε το Ι.Κ.Α, ως εργαζόμενος εκτελώντας μεταφορές εμπορευμάτων επί τρία έτη, ήτοι από 15-12-1998 έως 15-1-2001 τα οποία θα κέρδιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του.
Η αξία του αυτοκινήτου, OPEL KADETT, πρώτης κυκλοφορίας 1986, κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν 1.000.000 δραχμές. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 100.000 δραχμών που ανέρχεται η αξία των (σώστρων) του και κατά συνέπεια αυτός (ενάγων) δικαιούται να αξιώσει το υπόλοιπο εκ δραχμών 900.000, για την καταστροφή του.
Συνεπώς, αφού και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα εξαιτίας του οποίου δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και για τα ίδια πιο πάνω ποσά δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι συναφείς λόγοι της κρινόμενης έφεσης υποστηρίζοντας τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με αυτές τις αιτιολογίες που αποτελούν απλή επανάληψη του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης, κατά του οποίου σκεπτικού παραπονέθηκε το αναιρεσείον με την πιο πάνω έφεση και λόγους της, υπέπεσε πράγματι στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., διότι στην πραγματικότητα δεν ερεύνησε τους ως άνω λόγους της έφεσης, αλλά περιορίστηκε να απορρίψει αυτούς ως αβάσιμους με την ανεπαρκή ως άνω αιτιολογία, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, όπως εδώ διευκρινίστηκαν και συμπληρώθηκαν από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), με τα οικεία μέρη των οποίων προβάλλονται αιτιάσεις για πλημμέλειες από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Προεχόντως λοιπόν για την αιτία αυτή πρέπει εν μέρει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, κατά το μέτρο παραδοχής των αιτιάσεων αυτών, από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., των ως άνω λόγων του αναιρετηρίου, δηλαδή κατά τα πληγέντα με αυτούς κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν και επικύρωσε έτσι των πρωτόδικη απόφαση κατά τη διάταξη εκείνη με την οποία υποχρεώθηκε το αναιρεσείων να καταβάλει και το συνολικό ποσό των 7.200.000 δραχμών στον αναιρεσίβλητο, για απώλεια εισοδημάτων του στην τριετία από 15-12-1998 μέχρι 15-12-2001, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής κα από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης. Μετά απ' αυτά πρέπει, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 6253/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται αναλυτικότερα στο σκεπτικό, μεταξύ του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και του αναιρεσιβλήτου X1.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ