Legislator Case Law & Legislation
1569/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against enforcement order as it is a judicial act, not a final judgment.

Case Number 1569/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a final enforcement order and a payment order issued by a single-member court. The appellant argued the enforcement order was a final judgment subject to appeal, but the court held that such orders are merely judicial acts lacking the status of a final judgment. Consequently, the appeal was declared inadmissible under the Civil Procedure Code, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552 and 553 of the Civil Procedure Code; Appeals may only be lodged against final judgments of courts of first instance and courts of appeal, not against judicial acts such as payment orders.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal judicial act payment order enforcement order Civil Procedure Code final judgment legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552 and 553 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 564 of the Civil Procedure Code
Article 562 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1569 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1569/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "K. S. INC" που εδρεύει στα Μάρσαλ Άιλαντς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παυλή και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μανούσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1667/2017 μη οριστική και 376/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 750/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης καθώς και την ακύρωση της 380/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/1/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) 750/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 376/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 9-12-2016 ανακοπή της αναιρεσείουσας και είχε ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτήν 380/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ακολούθως το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, καθώς και την 1667/2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και κρίνοντας επί της άνω ανακοπής, απέρριψε αυτήν και επικύρωσε την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται και κατά της ως άνω 380/2016 διαταγής πληρωμής, είναι απαράδεκτη, καθόσον με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν, κατά τα άρθρα 552 και 553 ΚΠολΔ, μόνο οι τελεσίδικες αποφάσεις των ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, ενώ δεν υπόκεινται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης οι μη έχουσες χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, αλλά αποτελούσες δικαστικές πράξεις, διαταγές πληρωμής.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1049/2019, ΑΠ 2084/2017).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1059/2017), μεταξύ των οποίων και εκείνον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2084/2017, ΑΠ 14/2017). Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή.

Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις (λόγους) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1943/2009).

Ειδικότερα, στο δικόγραφο της ανακοπής ο ανακόπτων πρέπει να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1098/2008, ΑΠ 50/2004). Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής ή της αναίρεσης, κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι της τελευταίας αυτής γενικής διάταξης κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται αν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της έκδοσης της διαταγής πληρωμής.

Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1313/2007, ΑΠ 339/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την 380/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, λόγω του ότι εσφαλμένα εφάρμοσε για την έκδοσή της το Ελληνικό δίκαιο ως προς όλα τα ζητήματα της διαφοράς, αντί του έχοντος εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, εκείνου των Νήσων Μάρσαλ, ως προς τα ζητήματα της ικανότητας δικαίου, διαχείρισης και εκπροσώπησης αυτής, επικαλείται δε ότι την για το λόγο αυτό ακυρότητα της διαταγής πληρωμής είχε προβάλει με τις προτάσεις που είχε καταθέσει τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο.

Υπό το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι πρότεινε στο Δικαστήριο της ουσίας τον λόγο αυτό ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, ως όφειλε για την παραδεκτή πρότασή του, με λόγο της ανακοπής που άσκησε κατά της εκδοθείσας σε βάρος της ως άνω διαταγής πληρωμής ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής, ενόψει και του ότι η προβολή αυτού με τις προτάσεις δεν είναι παραδεκτή, ενώ, επιπλέον, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 9-12-2016 ανακοπής της, προκύπτει ότι δεν έχει υποβάλει με αυτήν παράπονο για σφάλμα της διαταγής πληρωμής περί του δικαίου που εφάρμοσε κατά την έκδοσή της, και η επικαλούμενη προβολή των σχετικών αιτιάσεων με τις πρωτόδικες ή τις κατ' έφεση προτάσεις της είναι απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη, έτσι ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο (ΟλΑΠ 10/97, ΑΠ 412/1999). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 626 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.

α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλ' αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 1389/2011, ΑΠ 15/2007) και επιπλέον απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 368/20129, ΑΠ 999/2019).

Η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και η απόδειξη της απαίτησης αυτής καθώς και του ποσού της με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, αποτελούν, σύμφωνα με το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προϋποθέσεις (ουσιαστικές και διαδικαστικές) με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής.

Αναγκαία, επίσης, προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι, αφενός μεν στην αίτηση να εκτίθενται τα στοιχεία των προσώπων του δικαιούχου και του οφειλέτη της απαίτησης, αφετέρου τούτο να προκύπτει από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση έγγραφα (ΑΠ 355/1999, ΑΠ 784/1994). Αν από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύονται η απαίτηση ή το ποσό αυτής, ή η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ' ου η αίτηση, δεν εκδίδεται διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εσφαλμένα εκδοθεί, ακυρώνεται ύστερα από αποδοχή σχετικού λόγου ανακοπής περί μη συνδρομής της νόμιμης αυτής προϋπόθεσης για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 682/2015, ΑΠ 933/2011, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 1480/2007). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, και το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ' ού η αίτηση, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/97, ΑΠ 914/2018, ΑΠ 2206/2009).

Ιδιωτικό έγγραφο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται κάθε έγγραφο το οποίο δεν είναι δημόσιο και φέρει την υπογραφή του εκδότη κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, υπάρχει, δε, έγγραφη απόδειξη, όταν υφίσταται το έγγραφο και αποδεικνύεται απ' αυτό το ύψος της απαίτησης, ο δικαιούχος και ο υπόχρεος (ΑΠ 736/2006, ΑΠ 737/2006).

Για να έχει, δε, αποδεικτική, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε 447 ΚΠολΔ το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνον αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με έγγραφο που περιέχει αναγνώριση χρέους, είτε με διεπόμενη από το άρθρο 361 ΑΚ, σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος από ορισμένη αιτία (αιτιώδης αναγνώριση χρέους), είτε με αναιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ, που ορίζει ότι "η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως" (ΑΠ 60/2005), εφόσον από το έγγραφο προκύπτει η απαίτηση, το ποσό αυτής, εκείνος που αναγνωρίζει το χρέος και αυτός που αποκτά το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή του χρέους.

Αυτό το έγγραφο πληροί όλες τις προϋποθέσεις για την έκδοσή της, προσκομιζόμενο από το δικαιούχο με την αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211-212 ΑΚ, προκύπτει ότι δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου.

Τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται είτε η δήλωση βούλησης γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 1792/2002, ΑΠ 1308/2002). Η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται είτε με σχετική δικαιοπραξία, οπότε γίνεσαι λόγος για εκούσια αντιπροσώπευση είτε με διάταξη νόμου (ΑΠ 682/2015, ΑΠ 134/2004).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικά πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης δεν το δεσμεύει (ΑΠ 682/2015, ΑΠ 1150/2014, ΑΠ 2064/2014). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες προς αυτές των άρθρων 118, 216 παρ. 1α, 224 εδ. β' , 623, 626 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στην αίτηση του δικαιούχου της καταβολής από έγγραφο αναγνώρισης χρέους προς έκδοση βάσει αυτού διαταγής πληρωμής κατά νομικού προσώπου, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής του κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, δεν απαιτείται να αναγράφονται στο δικόγραφο της αίτησης και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπευσαν το νομικό πρόσωπο κατά την ανάληψη υποχρέωσης από το έγγραφο τούτο ή ότι αυτά ενήργησαν, εντός των ορίων της εκπροσωπευτικής τους εξουσίας, σύμφωνα με το καταστατικό του νομικού προσώπου.

Αν όμως με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αμφισβητηθεί από το τελευταίο η αντιπροσωπευτική εξουσία του φυσικού προσώπου που ανέλαβε για λογαριασμό του υποχρέωση από έγγραφο αναγνώρισης χρέους, για το λόγο ότι μόνη η υπογραφή τούτου επ' αυτού δεν το δεσμεύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό του, ο κομιστής του τίτλου, καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, επικαλούμενος ότι έγκυρα εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου υποχρέωση, νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το καταστατικό του και δήλωσε, κατά νόμιμο τρόπο, τη σχετική βούλησή του (ΑΠ 1342/2017, ΑΠ 682/2015, ΑΠ 908/2005, ΑΠ 1433/2002) και να αποδείξει την νόμιμη εκπροσώπηση.

Τούτο διότι, ο λόγος αυτός της ανακοπής έχει αρνητικό χαρακτήρα, αφού ο καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος (ΑΠ 908/2005), έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την απόδειξη με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο της εκπροσώπησης του νομικού προσώπου από το φυσικό πρόσωπο που υπογράφει την αναγνώριση του χρέους (ΑΠ 15/2007).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν είναι άκυρη η διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί από έγγραφο αναγνώρισης χρέους, το οποίο περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η απαίτηση και το ύψος αυτής, καθώς και τα πρόσωπα του δανειστή και του οφειλέτη νομικού προσώπου, επειδή δεν προσκομίζονται μέχρι την ημέρα έκδοσής της τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η εκπροσώπηση του νομικού προσώπου από το φυσικό πρόσωπο το οποίο φέρεται να υπογράφει την αναγνώριση ως εκπρόσωπος του νομικού προσώπου το οποίο αναλαμβάνει με βάση την αναγνώριση την υποχρέωση καταβολής της απαίτησης που ενσωματώνεται σ' αυτό, καθόσον το έγγραφο τούτο, που φέρει την υπογραφή του εκδότη αυτού νομικού προσώπου, υπογραφόμενο από τον φερόμενο νόμιμο εκπρόσωπό του, αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο κατά το άρθρο 443 ΑΚ, το οποίο αποτελεί απόδειξη υπέρ του δικαιούχου του ποσού.

Το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοση της διαταγής πληρωμής, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία) είτε γνησίων ή αμφισβήτησης, στην περίπτωση της ανάληψης από νομικό πρόσωπο υποχρέωσης καταβολής της απαίτησης, της εξουσίας εκπροσώπησής του από το φυσικό πρόσωπο που το εκπροσωπεί, δεν αφορά την απαιτούμενη από τη διάταξη αυτή βεβαιότητα της αξίωσης και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού οι ενστάσεις αυτές στοιχειοθετούν τους, κατ' άρθρο 632 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, λόγους ανακοπής (ΑΠ 1622/2008, ΑΠ 911/2005). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο διότι παρά το νόμο δεν ακύρωσε την επίδικη διαταγή πληρωμής, μολονότι για την απόδειξη ότι η εταιρεία ανέλαβε με το προσκομιζόμενο με την αίτηση του αναιρεσίβλητου συμφωνητικό την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτόν το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής ποσό, προσκόμισε για την εκπροσώπηση αυτής από τον Α.

Ε. την από 15-10-2015 βεβαίωση εκπροσώπησης, που δεν αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο με αποδεικτική ισχύ και δεν προσκόμισε μαζί με την αίτησή του, το καταστατικό και τον εσωτερικό κανονισμό της εταιρείας και γι' αυτό το λόγο, για να στηρίξει την κρίση της περί της απόδειξης της εκπροσώπησης αυτής από τον αναφερόμενο πρόεδρο του διοικητκιού της συμβουλίου Α.

Ε., στηρίχθηκε στα αναφερόμενα έγγραφα (τον από 24-10-2014 εσωτερικό κανονισμό της, την από 23-10-2014 συστατική πράξη της (καταστατικό αυτής), το από 12-10-2014 μνημόνιο συμφωνίας και το από 11-11-2014 χειρόγραφο σημείωμα) τα οποία δεν είχαν προσκομιστεί στο Δικαστή κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε μνημονεύονται σ' αυτήν.

Με το περιεχόμενο τούτο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι το επικαλούμενο από 15-10-2015 έγγραφο αναγνώρισης χρέους το οποίο προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, με το οποίο η αναιρεσείουσα αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής του χρέους, είναι ικανό για την απόδειξη των αξιούμενων για την έκδοσή της προϋποθέσεων, ήτοι αφενός της ενσωματούμενης σ' αυτό απαίτησης και του ύψους της, αφετέρου του αιτούντος ως δικαιούχου της απαίτησης, της δε αναιρεσείουσας εταιρείας ως νομικού προσώπου το οποίο αναγνωρίζει την ύπαρξη της απαίτησης αυτής, αφού ο αναφερόμενος ως πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου Α.

Ε. και φερόμενος εκπρόσωπος αυτής υπογράφει το έγγραφο της αναγνώρισης του χρέους και προκύπτει από αυτό η συνδρομή των προϋποθέσεων για την παραδεκτή έκδοσή της. Δεν ήταν αναγκαίο ούτε να αναφέρεται είτε στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε στη διαταγή πληρωμής, με βάση ποια έγγραφα ή στοιχεία ο Α.

Ε. εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα κατά την υπογραφή του εγγράφου της αναγνώρισης χρέους, ούτε ήταν απαραίτητη για την νόμιμη έκδοσή της η προσκόμιση άλλων εγγράφων. Ενόψει δε του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, προβαλλόμενου με την ασκηθείσα κατά της διαταγής πληρωμής από 9-12-2016 ανακοπή της και συγκεκριμένα του πρώτου λόγου αυτής, ότι ο φερόμενος στο έγγραφο της αναγνώρισης του χρέους Α.

Ε., δεν είχε εξουσία εκπροσώπησης της αναιρεσείουσας καθόσον τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων έχει το διοικητικό συμβούλιο αυτής, ούτε είχε ληφθεί απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου που να παρέχει σ' εκείνον εξουσιοδότηση να υπογράψει για λογαριασμό της εταιρείας την αναγνώριση του χρέους, ο οποίος αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό, είναι υποχρεωμένος ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος στηρίζει την αξίωσή του στο προσβαλλόμενο έγγραφο, να αποδείξει τη νομιμότητα της υπογραφής του και την ιδιότητα του Α.

Ε. ως εκπροσώπου της αναιρεσείουσας έχοντος σχετική εξουσία υπογραφής της αναγνώρισης του χρέους με αυτό. Επί του λόγου τούτου της ανακοπής κρίνοντας το Εφετείο χρησιμοποίησε για να σχηματίσει την θετική κρίση του περί της ανάληψης από το από 15-10-2105 έγγραφο αναγνώρισης χρέους της υποχρέωσης για καταβολή από την αναιρεσείουσα του ποσού της επιδικασθείσας με τη διαταγή πληρωμής απαίτησης, δηλαδή κρίνοντας στην ουσία την υπόθεση για τη διαγνώσει την ιδιότητα του Α.

Ε. ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας και την κατά το νόμο και το καταστατικό της εκπροσώπησής της από αυτόν στη δήλωση της αναγνώρισης του χρέους και όχι για τη διαπίστωση της συνδρομής, με βάση το περιεχόμενο του προσκομιζόμενου για την έκδοσή της ως άνω συμφωνητικού αναγνώρισης, της τυπικής προϋπόθεσης για τη νομιμοποίηση αυτής ως υπόχρεου διάδικου κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, τα αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης λοιπά έγγραφα, ώστε η χρησιμοποίηση για την απόδειξη των εγγράφων αυτών να μην εμπίπτει στο απαράδεκτο του άρθρου 623 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας τις ως άνω διατάξεις, δεν έσφαλε που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, όπως αποδίδεται με τη σχετική αιτίαση του δεύτερου αναιρετικού λόγου και δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Για το ορισμένο του, εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).

Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που είχε προβάλει με τις προτάσεις της ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσκομίσει για την έκδοση άλλης διαταγής πληρωμής την από 10-2-2016 βεβαίωση εκπροσώπησης της αναιρεσείουσας, στην οποία ουδόλως βεβαιώνεται ότι αυτή <<εκπροσωπείται αποκλειστικά με πλήρη δύναμη και εξουσία από τον πρόεδρο Α.

Ε.>>, και ότι συνεπώς με απλή σύγκριση-παραβολή αυτής προς την προσκομισθείσα για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής προς απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου από 15-10-2015 βεβαίωσης εκπροσώπησης να καταδεικνύεται από τη διαφορετική διατύπωσή τους η μη εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας αποκλειστικά με πλήρη δύναμη και εξουσία από τον Α.

Ε.. Ο προτεινόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο προβαλλόμενος ισχυρισμός, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και συνεπώς "πράγμα" κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά επίκληση συναγόμενου από τη διαφορετικότητα του περιεχόμενου των δύο βεβαιώσεων επιχειρήματος για το σχηματισμό κρίσης ως προς την εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας από τον αναφερόμενο στις βεβαιώσεις εκπροσώπησης πρόεδρο αυτής Α.

Ε., που δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που νόμιμα πρότεινε και έτσι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα διατείνεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι αυτή ανέλαβε με το από 15-10-2015 συμφωνητικό που υπογράφει ο πρόεδρος του Δ.Σ αυτής Α.

Ε. να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο οφειλή της εταιρείας G.... S.A., και κατέληξε στην κρίση της αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι, κατά το άρθρο Β παράγραφος 9 του από 23 Οκτωβρίου 2014 Καταστατικού (Συστατικής Πράξης) αυτής ότι για να δοθεί από μέρους της ασφάλεια ή εγγύηση για χρέος οποιασδήποτε εταιρείας συνδεόμενης θυγατρικής ή σχετιζόμενης με άλλο τρόπο εμπορικώς ή οικονομικώς με την αναιρεσείουσα απαιτείται απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που διαλαμβάνεται ανωτέρω, αφού δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που να στηρίζει ένσταση της αναιρεσείουσας, αλλά αρνητικό ισχυρισμό αυτής κατά της επικαλούμενης από τον αναιρεσίβλητο εξουσίας του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου αυτής για την επίδικη δήλωση αναγνώρισης χρέους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση του Εφετείου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, αφού παραθέτει, εκτός των άλλων, τις διατάξεις των άρθρων

ΙΙΙ παρ. 1, V παρ. 1-5 του από 24-10-2014 εσωτερικού Κανονισμού της αναιρεσείουσας, στις οποίες περιγράφονται οι συγκεκριμένες εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου και των αξιωματούχων της αναιρεσείουσας για τα θέματα, τις επιχειρησιακές εργασίες και την περιουσία της εταιρείας, δέχεται, αντίθετα από όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι ο Α.

Ε., ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού αναγνώρισης του χρέους, είχε τη γενική διαχείριση όλων των θεμάτων της εταιρείας, μεταξύ των οποίων ήταν, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού της, και η εξουσία να αναγνωρίζει τις οφειλές της και να εκδίδει αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς η εξουσία του αυτή να περιορίζεται από το καταστατικό της εταιρείας, ούτε από απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου και χωρίς να απαιτείται προς τούτο προηγούμενη εξουσιοδότηση ή έγκριση από τους μετόχους και, συνεπώς, νόμιμα εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα κατά την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού και τη δέσμευε με την υπογραφή του υπό την εταιρική σφραγίδα.

Από τις ανωτέρω παραδοχές καταδεικνύεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τον επικαλούμενο στον ως άνω αναιρετικό λόγο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε στην ουσία του. Επομένως, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του πορίσματός του, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο Β του καταστατικού της αναιρεσείουσας η τελευταία έχει τους περιγραφόμενους εκεί σκοπούς, χωρίς ο αναιρεσίβλητος στην αίτησή του για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα αποδιδόμενα ως ληφθέντα υπόψη χωρίς να προταθούν από τον αναιρεσίβλητο με την αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής στοιχεία, αφενός μεν δεν αποτελούν περιστατικά που θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, να αποτελούν περιεχόμενο της αίτησης έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αφετέρου, δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια της επικαλούμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και συγκεκριμένα από το περιεχόμενο της συστατικής πράξης της αναιρεσείουσας, με βάση τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε επιχείρημα για τη στήριξη της σχηματισθείσας κρίσης του περί της εκπροσώπησης της αναιρεσείουσας από τον Α.

Ε..

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης αιτιάται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα της από 10-2-2016 βεβαίωσης εκπροσώπησης που αυτή νόμιμα προσκόμισε για την απόδειξη της μη εκπροσώπησής της από τον Α.

Ε., δεχόμενο ότι η βεβαίωση αυτή έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την από 15-10-2015 βεβαίωση εκπροσώπησης, μολονότι, στη βεβαίωση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας καταχωρείται στο αναιρετήριο, ουδόλως βεβαιώνεται ότι η αναιρεσείουσα <<εκπροσωπείται αποκλειστικά με πλήρη δύναμη και εξουσία από τον πρόεδρο Α.

Ε.>>, όπως αναγράφεται στην πρώτη βεβαίωση και λόγω αυτής της παραμόρφωσης δέχθηκε εσφαλμένα ότι ο πρόεδρος αυτής εκπροσωπεί αποκλειστικά και με πλήρη δύναμη και εξουσία της εταιρεία. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με τις δύο βεβαιώσεις εκπροσώπησης, δέχθηκε ότι ο Α.

Ε. εκπροσωπούσε και δέσμευσε την αναιρεσείουσα με την ιδιότητα του Προέδρου/Διευθυντή αυτής, αφού <<με την ιδιότητα αυτή (Πρόεδρος/Διευθυντής), αναγραφόταν ο τελευταίος τόσο στο καταστατικό και στον εσωτερικό κανονισμό της ανακόπτουσας όσο και στη βεβαίωση εκπροσωπήσεως αυτής με ημερομηνία 15-10-2015 (η οποία συνόδευε την αίτηση για έκδοση της Διαταγής Πληρωμής) αλλά και στη μεταγενέστερη, με ημερομηνία 10-2-2016 βεβαίωση εκπροσωπήσεως, που προσκομίζει η ανακόπτουσα>>.

Κατ' ακολουθία, η προσβαλλόμενη δεν αποδίδει στην από 10-2-2016 βεβαίωση εκπροσώπησης το περιεχόμενο που επικαλείται η αναιρεσείουσα, ήτοι ότι η εταιρεία εκπροσωπείται αποκλειστικά και με πλήρη δύναμη και εξουσία από τον πρόεδρο αυτής Α. Ε., ούτε ότι αναγράφεται σ' αυτήν διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που παρατίθεται στο λόγο αναίρεσης, από το οποίο συνάγει κρίση περί της εκπροσώπησης, αφού στην εν λόγω βεβαίωση βεβαιώνεται απλώς ποια πρόσωπα είναι νομίμως διορισθέντες διευθυντές και αξιωματούχοι της εταιρείας το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το εξεταζόμενο μέρος του, είναι απορριπτέος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 694/2009, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ2133/2007).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Κατ' ακολουθία τούτων, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, κρίνοντας ότι οι προσκομισθείσες από 15-10-2015 και 10-2-2016 βεβαιώσεις εκπροσώπησης, έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, και, συνεπώς, ο Α.

Ε. εκπροσωπούσε και δέσμευε την αναιρεσείουσα σύμφωνα με την πρώτη των ανωτέρω βεβαιώσεων, αφού το ίδιο αναγράφεται και στη μεταγενέστερη βεβαίωση, μολονότι τούτο δεν είναι αληθές, είναι απαράδεκτος καθόσον, δεν αναφέρεται σε ζήτημα, υπό την εκτιθέμενη στην ανάπτυξη του λόγου τούτου έννοια, αφού τέτοιο δεν συνιστά η ίδια η βεβαίωση εκπροσώπησης και το περιεχόμενο αυτής, ούτε η τυχόν αντίθεσή της με άλλη βεβαίωση ή άλλα έγγραφα, πέραν, δε, τούτων, επειδή στο λόγο της αναίρεσης αναφέρεται μόνον ότι το Εφετείο κατέληξε σε αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να διευκρινίζεται ποιες αιτιολογίες αφορά και σε τι συνίσταται η αντίφαση, δεν μνημονεύεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου η οποία παραβιάζεται με αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του και με βάση το περιεχόμενο του κανόνα δικαίου, αντίφαση στις αιτιολογίες, ενώ δεν αρκεί για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου μόνο η αναφορά του αριθμού της πλημμέλειας που αποδίδεται.

Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται αιτίαση για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση <<για ποιο λόγο δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της ως άνω από 9-11-2017 γνωμοδότησης του δικηγόρου Raymond Simpson>> ενώ αντιγράφει ως παραδοχές της ολόκληρη την 272/9-10-2017 Νομική Πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σχετικά με το ζήτημα της εξουσίας του Α.

Ε. για την έκδοση της από 15-10-2015 βεβαίωσης εκπροσώπησης, καθώς και ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, με το δεύτερο μέρος του οποίου η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν περιέχει καμία αιτιολογία για ποιο λόγο δεν αποδέχθηκε το περιεχόμενο της από 9-11-2017 γνωμοδότησης του δικηγόρου Raymond E. Simpson, σχετικά με την εξουσία του Α.

Ε. να υπογράψει το από 15-10-2015 συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους. είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι περιεχόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε ζητήματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά σε αρνητικούς ισχυρισμούς που προβάλει η αναιρεσείουσα, βασιζόμενους στα αποδεικτικά αυτά μέσα, και, επίσης, επειδή για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο δεν δέχεται το Εφετείο την ερμηνεία του ουσιαστικού κανόνα δικαίου των Νήσων Μάρσαλ στην οποία προβαίνει ο ονομαζόμενος δικηγόρος, η, δε, αποδιδόμενη παράλειψη δεν προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως, επίσης, και επειδή η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ενάριθμα τη διάταξη του ουσιαστικού νόμου ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, μη αρκούσας για την ίδρυση του λόγου αυτού της επίκλησης του αριθμού 19 της εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας.

Με τον έκτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον περιέχει αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με το ζήτημα του χρέους που ανέλαβε να πληρώσει με το από 15-10-2015 συμφωνητικό, ήτοι αρχικά ότι επρόκειτο για χρέος της εταιρείας <<G... S.A.>> και στη συνέχεια ότι το επίδικο ήταν δικό της χρέος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: <<Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρεται, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης είχε νομίμως διορισθεί ο Α. Ε. από 24-10-2014 έως τουλάχιστον και το έτος 2017. Το ένδικο συμφωνητικό με βάση το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτομένη Διαταγή Πληρωμής φέρει ημερομηνία 15-10-2015, συνεπώς ο υπογράφων αυτό για λογαριασμό της ανακόπτουσας και υπό την εταιρική σφραγίδα, Α.

Ε., είχε κατά την ανωτέρω ημερομηνία την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανακόπτουσας... Στο εν λόγω συμφωνητικό, το οποίο υπογράφουν ο εκκαλών και ο προαναφερόμενος Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος της εφεσίβλητης συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων επί λέξει τα ακόλουθα: <<...συμφωνούμε τα εξής αναφορικά με την υφιστάμενη και εκκαθαρισμένη οφειλή στον Κ.

Β. της αποκλειστικών συμφερόντων μας εταιρείας G... S.A. (διαχειρίστριας του τάνκερ Μ/Τ C., ιδιοκτησίας της πρώτης από εμάς) ύψους 180.000 USS εκ της συμφωνηθείσας αμοιβής του για τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης που παρείχε για να καταστεί δυνατή η αγορά του εν λόγω πλοίου: 1. Η οφειλόμενη αυτή αμοιβή (180.000 USS) θα καταβληθεί στον Κ.

Β. από την πρώτη από εμάς K…. Inc, η οποία αναγνωρίζει την οφειλή αυτή και αναλαμβάνει αυτή την υποχρέωση καταβολής της σ' αυτόν, στο σύνολό της, το αργότερο μέχρι τις 10-1-2016...."..... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη ιδρύθηκε από τα προαναφερόμενα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, στις 23-10-2014, με σκοπό να αποκτήσει η εταιρεία αυτή την πλοιοκτησία του υπό σημαία Μάλτας δεξαμενόπλοιου M…..

Το πλοίο αυτό συμφωνήθηκε να αγοράσει η ανωτέρω εταιρεία αντί τιμήματος 9.400.000 δολαρίων ΗΠΑ από την εταιρεία T….LLC, βάσει του από 20-12-2014 μνημόνιου συμφωνίας (Memorandum of Aggreement, στο εξής ΜΟΑ). Στις διαπραγματεύσεις για τους όρους αγοράς του εν λόγω πλοίου συμμετείχε ο εφεσίβλητος, ο οποίος, στις 11-11-2014, υπέγραψε με τους μετόχους της μετέπειτα διαχειρίστριας του εν λόγω πλοίου εταιρείας που προαναφέρεται (G...

SA) χειρόγραφο σημείωμα (βλ. προσκομιζόμενο), στο οποίο συμφωνήθηκε ως αμοιβή του εφεσίβλητου για τις ανωτέρω υπηρεσίες ποσό 180.000 δολαρίων ΗΠΑ, καταβλητέο τμηματικά και δη 40.000 δολάρια ΗΠΑ με την υπογραφή του ΜΟΑ και μετέπειτα σε δόσεις των 25.000 δολαρίων. Το εν λόγω χειρόγραφο σημείωμα φέρει τις υπογραφές μεταξύ άλλων του προαναφερομένου Γραμματέα της ανακόπτουσας Ε.

Φ. καθώς και του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Α. Ε., όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών και δεν αρνείται η εφεσίβλητη... Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω διαχειρίστριας εταιρείας ήταν α) Ο Α. Ε., Πρόεδρος-Διευθυντής, β) ο Ε. Φ. Ταμίας-Διευθυντής και γ) ο Δ. Α. Ε. Γραμματέας-Διευθυντής, ο οποίος είναι υιός του πρώτου.

Συνεπώς, πρόδηλον καθίσταται ότι αυτή ανήκει στον ίδιο όμιλο συμφερόντων με την ανακόπτουσα, καθώς δύο από τα τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (που υπογράφουν το ανωτέρω χειρόγραφο σημείωμα) είναι τα ίδια με αυτά του Διοικητικού Συμβουλίου της ανακόπτουσας, το δε τρίτο μέλος είναι υιός του πρώτου.

Την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύει το γεγονός ότι στους ναυτιλιακούς κύκλους του Πειραιά, αποτελεί πασίδηλο το ότι οι βάσει των ανωτέρω νόμων εγκατεστημένες στην ημεδαπή αλλοδαπές εταιρείες, διαχειρίστριες πλοίων των οποίων η πλοιοκτησία ανήκει σε αλλοδαπές και συνήθως υπεράκτιες εταιρείες, εντάσσονται στον ίδιο όμιλο οικονομικών συμφερόντων με τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, των οποίων τα πλοία διαχειρίζονται.

Τελικά, το προαναφερόμενο πλοίο αγοράστηκε από την ανακόπτουσα και μετονομάστηκε σε C…. υπό σημεία Παναμά, μάλιστα για την αγορά του η ανακόπτουσα αιτήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δάνειο ύψους 5.170.000 δολαρίων ΗΠΑ.... Το χρέος που αναγνωρίστηκε με αυτό το συμφωνητικό αφορά δραστηριότητα της ανακόπτουσας εταιρείας απολύτως εντασσόμενη στους καταστατικούς σκοπούς αυτής...

Η σύμβαση δε αυτή φέρει, κατά το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο, τον χαρακτήρα της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους.. Τούτο διότι με την εν λόγω σύμβαση αναγνώρισε η ανακόπτουσα το χρέος που η ίδια ως κυρία του ανωτέρω πλοίου είχε έναντι του ατόμου (εφεσιβλήτου) που μεσολάβησε για την αγορά του και συμμετείχε στις σχετικές διαπραγματεύσεις, ανεξαρτήτως του ότι στις διαπραγματεύσεις αυτές φαίνεται ότι συμμετείχε και η προαναφερόμενη μετέπειτα διαχειρίστρια εταιρεία του πλοίου αυτού, η οποία εξάλλου, όπως προαναφέρεται, διοικείται κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα με την ανακόπτουσα.

Η εν λόγω σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους δημιουργεί αυτοτελή ενοχή της ανακόπτουσας εταιρείας, ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, καθόσον από το περιεχόμενό της πρόδηλον καθίσταται ότι η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να καταβάλει η εταιρεία στον αντισυμβαλλόμενό της την οφειλόμενη κατά τα ανωτέρω αμοιβή του...>>.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ερευνώμενος λόγος της αναίρεσης, παρεκτός της αοριστίας του συνιστάμενης στο μη προσδιορισμό της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, αντίφαση, σε κάθε περίπτωση παρίσταται αβάσιμος.

Τούτο διότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου αναφορικά με το αναγνωριζόμενο χρέος δεν περιέχουν αντίφαση, δεδομένου ότι αρχικά στην απόφαση παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο του από 15-10-2015 συμφωνητικού αναγνώρισης του χρέους, όπως τούτο αναγράφεται ανωτέρω, ακολούθως, δε, το Δικαστήριο της ουσίας εκτιμώντας το ίδιο το περιεχόμενο του συμφωνητικού και δεχόμενο όσα σ' αυτό αναγράφονται περί του ότι η διαχειρίστρια του τάνκερ εταιρεία G...

S.A. είναι αποκλειστικών συμφερόντων της αναιρεσείουσας, ότι το τάνκερ ήταν ιδιοκτησίας της τελευταίας και ότι η αναγνωριζόμενη οφειλή αφορά την αμοιβή του αναιρεσίβλητου για τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης στην αγορά του συγκεκριμένου πλοίου, προβαίνει σε ερμηνεία ότι η αναιρεσείουσα αναγνωρίζει το χρέος αυτό ως δικό της λόγω της κυριότητας που είχε στο πλοίο για την αγορά του οποίου παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης, χωρίς να αναιρεί η μία παραδοχή την άλλη ή να εμφιλοχωρεί σύγκρουση αυτών, ώστε να είναι συνεπεία της αντίφασης ανέφικτος ο έλεγχος της παραβίασης ή μη του κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή του.

Εξάλλου, η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αφορά σε "ζήτημα", κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια του όρου, δεδομένου ότι το γεγονός εάν το χρέος που αναγνωρίζεται με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους είναι χρέος του αναγνωρίζοντος ή τρίτου δεν αποτελεί ισχυρισμό που θεμελιώνει το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα, ούτε η αναιρεσείουσα το συνδέει με την προβολή ένστασης αυτής προς κατάλυση του ασκούμενου δικαιώματος, ιδιαίτερα ενόψει του ότι, με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους, όπως χαρακτήρισε τη σύμβαση το Δικαστήριο της ουσίας, δημιουργήθηκε νέα έννομη σχέση με την οποία η αναιρεσείουσα αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής του ποσού, η οποία είναι απαλλαγμένη από ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν κατά της παλαιάς ενοχής.

Περαιτέρω, υπό τα γενόμενα δεκτά στην προσβαλλόμενη απόφαση για το χαρακτήρα της σύμβασης, το ζήτημα του εάν το αναγνωριζόμενο χρέος ήταν της ίδιας της αναιρεσείουσας ή της εταιρείας G... S.A., δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν απαλλάσσεται η αναιρεσείουσα από την εκπλήρωση της υποχρέωσης που αναλαμβάνει εάν το χρέος που αναγνώρισε δεν ήταν δικό της, εντεύθεν, δε, ο λόγος είναι αλυσιτελής, αφού η εκτίμηση αυτή για το αναγνωριζόμενο χρέος δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης και ακόμη υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητας της επικαλούμενης αντίφασης δεν ανατρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της εξουσίας του Α. Ε. για την υπογραφή του από 15-10-2015 συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους, διότι ενώ δέχεται ότι κατά τον εσωτερικό κανονισμό αυτής το Διοικητικό Συμβούλιο έχει αποκλειστική εξουσία διαχείρισης για τα "θέματα", τις "επιχειρησιακές εργασίες" και την "περιουσία" της εταιρείας και ο Πρόεδρος έχει εξουσία μόνο για τα "θέματα", εν τούτοις δέχθηκε ότι ο πρόεδρος του Δ.Σ αυτής Α.

Ε. είχε εξουσία να υπογράψει με αντισυμβαλλόμενο τον αναιρεσίβλητο το από 15-10-2015 συμφωνητικό, το οποίο αφορά τις επιχειρησιακές εργασίες της εταιρείας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται οι παραδοχές του Εφετείου σχετικά με την αποδιδόμενη πλημμέλεια, ως προς την ουσιαστική του κρίση πέραν των διατάξεων του εσωτερικού κανονισμού της αναιρεσείουσας που προσδιορίζουν τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου αυτής και του προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου, ώστε να προκύπτει συγκεκριμένα σε ποια κατηγορία εκ των θεμάτων αυτών εντάσσει η προσβαλλόμενη απόφαση το ζήτημα της εκπροσώπησης στην υπογραφή του εγγράφου της αναγνώρισης χρέους, και σε ποιο όργανο ανήκει κατ' αυτήν η διαχείριση των ζητημάτων αυτής της κατηγορίας, ήτοι αν εντάσσει τούτο στα "θέματα" ή τις "επιχειρησιακές εργασίες" ή την "περιουσία" της εταιρείας, αλλά αναφέρεται μόνο στην παράθεση από την απόφαση των άρθρων

ΙΙΙ παρ. 1 και V παρ. 2 για τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και του προέδρου αυτού και ακολούθως στη δική της ερμηνεία ότι το συγκεκριμένο ζήτημα υπάγεται στις "επιχειρησιακές εργασίες" και όχι στα "θέματα" της εταιρείας και ότι συνεπώς ανήκε στην εξουσία εκπροσώπησης του διοικητικού συμβουλίου αυτής και όχι του προέδρου του Α.

Ε., αποδίδοντας αντίστοιχο σφάλμα στην απόφαση. Με τη μη αναφορά όμως των παραδοχών του Εφετείου δεν μπορεί να κριθεί εάν τούτο παρέθεσε αντιφατική αιτιολογία, δεχόμενο ότι το ζήτημα της εκπροσώπησης στη συγκεκριμένη δήλωση αναγνώρισης χρέους παρά το ότι χαρακτηρίζει τούτο ως υπαγόμενο στις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου, δέχεται την εκπροσώπηση από τον πρόεδρο αυτού.

Με το ανωτέρω, όμως, περιεχόμενο του αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει σε τι συνίσταται η αντίφαση που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν αναφέρεται σε χαρακτηρισμό του Εφετείου για την εξουσία αντιμετώπισης της εκπροσώπησης της εταιρείας στην υπογραφή της δήλωσης αναγνώρισης χρέους, αλλά σε χαρακτηρισμό που αποδίδει η ίδια.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με το οποίο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 113/2011) και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 905/2017, ΑΠ 275/2017).

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1126/2015).

Με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ενώ είχε προβάλει με τις προτάσεις της, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό ότι ο Α.

Ε. δεν είχε σύμφωνα με το δίκαιο των Νήσων Μάρσαλ εξουσία ή αρμοδιότητα να εκδώσει την από 15-10-2015 βεβαίωση εκπροσώπησης της εταιρείας στην οποία στηρίχθηκε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για να εκδώσει την επίδικη διαταγή πληρωμής, το Εφετείο ουδόλως δέχεται ή παραπέμπει σε οποιαδήποτε διάταξη του δικαίου των Νήσων Μάρσαλ ή του εσωτερικού κανονισμού, από την οποία να προκύπτει η εξουσία του αυτή.

Εξάλλου, με το πρώτο μέρος του όγδοου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών του δικαίου των Νήσων Μάρσαλ, όπως διατυπώθηκε στην από 9-11-2017 Γνωμοδότηση του νομομαθούς δικηγόρου Raymond Simpson, δεχόμενη, παρά τα αναφερόμενα αντίθετα στη Γνωμοδότηση αυτή, ότι ο Α.

Ε. ως πρόεδρος του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας, είχε εξουσία να υπογράψει για λογαριασμό της το από 15-10-2015 συμφωνητικό με τον αναιρεσίβλητο. Οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Τούτο διότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου των Νήσων Μάρσαλ την οποία το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής μολονότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της, προσδιοριζόμενη ενάριθμα, ώστε με εκτίμηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, να ερευνηθεί, με βάση τα στοιχεία της συγκεκριμένης νομικής διάταξης, η επικαλούμενη παραβίαση.

Αναφορικά δε με τη μη αναφορά της διάταξης του νόμου στην οποία στηρίχθηκε από το Εφετείο η εξουσία της έκδοσης της βεβαίωσης εκπροσώπησης από τον πρόεδρο της αναιρεσείουσας, ο τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, ως άνω αναιρετικός λόγος είναι, επίσης, απαράδεκτος, καθόσον η παράλειψη του Δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τη σχετική διάταξη, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, εφόσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν εμπίπτει σε κάποιο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 544/2014, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 951/2013), εκτός της περίπτωσης κατά την οποία δεν υφίσταται τέτοια διάταξη για τη στήριξη της απόφασής του, πλημμέλεια, όμως, που δεν αποδίδεται με τον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

Περαιτέρω και η αναφορά, στο οικείο μέρος του όγδοου αναιρετικού λόγου σε παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, είναι εντελώς επιγραμματική και δεν μπορεί παραδεκτά να θεμελιώσει πλημμέλεια, αφού, εκτός της ενάριθμα αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραλείπεται η έκθεση οποιουδήποτε άλλου, εκ των απαιτούμενων για το ορισμένο αυτής της παραβίασης, στοιχείου, όπως ποιοι είναι οι ερμηνευτικοί κανόνες που αποσκοπούν στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε με την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, η σύμβαση ή η μονομερής δικαιοπραξία κατά την οποία εκδηλώθηκε η παραβίαση, η διαπίστωση ευθέως ή εμμέσως ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, η παράλειψη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες παρά τη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στη δήλωση βούλησης, ή προσφυγή σ' αυτούς χωρίς τη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στη βούληση της δήλωσης ή εσφαλμένη υπαγωγή στους κανόνες των πραγματικών διαπιστώσεων ή κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δήλωσης βούλησης κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως η έννοια αυτού αναπτύχθηκε ανωτέρω. Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Κατ' ακολουθία, ο δέκατος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινό ότι ο Α. Ε. ενήργησε εντός της εμφανούς εξουσίας του και ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν καλόπιστος, παρά την αντίθετη κρίση της πρωτόδικης απόφασης, την οποία δεν έκρινε αιτιολογημένα ως εσφαλμένη, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, και το σχηματισμό της κρίσης του ως προς το ζήτημα που αφορά ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, αντίθετης μάλιστα προς εκείνη της πρωτόδικης απόφασης, που δηλώνει σαφώς την απόδοση εσφαλμένης εκτίμησης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το Εφετείο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, στα οποία ειδικά αναφέρεται και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.

Η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον Αστικό Κώδικα, ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 ΑΚ αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με την τελευταία κατ' αρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρα 421, 436 ΑΚ) που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), απαλλαγμένη από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο της παλαιάς έννομης σχέσης (ΑΠ 1663/2013, ΑΠ 1279/2012, ΑΠ 962/2012).

Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ` αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρο 437 ΑΚ) (ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013).

Συνεπώς, εκείνος που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του, δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις τις οποίες είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 779/2004). Εάν δε σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνου που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο (ΑΠ 1017/2010).

Με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδοντας σ' αυτήν ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτους τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 9-12-2016 ανακοπής της κατά της 380/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ισχυρίζεται ότι με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της είχε προβάλει ότι και αν ο καθ' ου η ανακοπή είχε παράσχει τις υπηρεσίες μεσιτείας στις οποίες στηρίζεται η απαίτησή του για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτήν διαταγή πληρωμής, αφού δεν εξέδωσε τιμολόγιο για τις υπηρεσίες αυτές, δεν υποχρεούται στην καταβολή αμοιβής του, σύμφωνα με τις διατάξεις της αναφερόμενης Α2-1145/28-12-2012 Αγορανομικής Διάταξης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, και με τον τρίτο λόγο αυτής είχε προβάλει ότι και αν ο αναιρεσίβλητος είχε προσφέρει διαμεσολάβηση και δικαιούται αμοιβής, ενόψει του ότι δεν τυγχάνει μεσίτης αγοραπωλησιών πλοίων, δεν υποβλήθηκε σε καμιά δαπάνη και ο χρόνος απασχόλησής του ήταν ασήμαντος, η αιτούμενη αμοιβή είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί το ποσό της στις 20.000 ευρώ.

Με τις αιτιάσεις αυτές αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως εκ του αρ. 1 λόγω παραβίασης κανόνα δικαίου. Από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Το ένδικο συμφωνητικό με βάση το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτομένη Διαταγή Πληρωμής φέρει ημερομηνία 15-10-2015, συνεπώς ο υπογράφων αυτό για λογαριασμό της ανακόπτουσας και υπό την εταιρική σφραγίδα, Α.

Ε., είχε κατά την ανωτέρω ημερομηνία την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανακόπτουσας... Στο εν λόγω συμφωνητικό, το οποίο υπογράφουν ο εκκαλών και ο προαναφερόμενος Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος της εφεσίβλητης συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων επί λέξει τα ακόλουθα: <<...συμφωνούμε τα εξής αναφορικά με την υφιστάμενη και εκκαθαρισμένη οφειλή στον Κ.

Β. της αποκλειστικών συμφερόντων μας εταιρείας G... S.A. (διαχειρίστριας του τάνκερ Μ…., ιδιοκτησίας της πρώτης από εμάς) ύψους 180.000 USS εκ της συμφωνηθείσας αμοιβής του για τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης που παρείχε για να καταστεί δυνατή η αγορά του εν λόγω πλοίου: 1. Η οφειλόμενη αυτή αμοιβή (180.000 USS) θα καταβληθεί στον Κ.

Β. από την πρώτη από εμάς K… Inc, η οποία αναγνωρίζει την οφειλή αυτή και αναλαμβάνει αυτή την υποχρέωση καταβολής της σ' αυτόν, στο σύνολό της, το αργότερο μέχρι τις 10-1-2016...... Το χρέος που αναγνωρίστηκε με αυτό το συμφωνητικό αφορά δραστηριότητα της ανακόπτουσας εταιρείας απολύτως εντασσόμενη στους καταστατικούς σκοπούς αυτής, δεν τη δεσμεύει υπέρμετρα ούτε αποτελεί ασυνήθιστη και έκτακτη σύμβαση, αφού συνδέεται άμεσα με την επίτευξη του εταιρικού της σκοπού (αγορά του πλοίου).

Η σύμβαση δε αυτή φέρει, κατά το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο, τον χαρακτήρα της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο IV.A, όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενό της, ερμηνευόμενο σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όπως οι έννοιες αυτές αναλύονται ανωτέρω υπό στοιχείο IV.B.

Τούτο διότι με την εν λόγω σύμβαση αναγνώρισε η ανακόπτουσα το χρέος που η ίδια ως κυρία του ανωτέρω πλοίου είχε έναντι του ατόμου (εφεσιβλήτου) που μεσολάβησε για την αγορά του και συμμετείχε στις σχετικές διαπραγματεύσεις, ανεξαρτήτως του ότι στις διαπραγματεύσεις αυτές φαίνεται ότι συμμετείχε και η προαναφερόμενη μετέπειτα διαχειρίστρια εταιρεία του πλοίου αυτού, η οποία εξάλλου, όπως προαναφέρεται, διοικείται κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα με την ανακόπτουσα.

Η εν λόγω σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους δημιουργεί αυτοτελή ενοχή της ανακόπτουσας εταιρείας, ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (βλ. υπό στοιχείο IV.A,), καθόσον από το περιεχόμενό της πρόδηλον καθίσταται ότι η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να καταβάλει η εταιρεία στον αντισυμβαλλόμενό της την οφειλόμενη κατά τα ανωτέρω αμοιβή του...

Σημειώνεται ότι ο πέμπτος και έκτος λόγοι εφέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί δεν αναφέρονται σε κεφάλαια της εκκαλουμένης αλλά σε επιχειρήματα που δομούν το σκεπτικό της...>>. Υπό το παρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εξεταζόμενος ενδέκατος λόγος της αναίρεσης, ενόψει της μη πληττόμενης με λόγο αναίρεσης κρίσης του Εφετείου περί του χαρακτήρα του επίδικου από 15-10-2015 έγγραφου συμφωνητικού, ως σύμβασης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, της συνεπεία αυτής, και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, δημιουργίας νέας αυτοτελούς ενοχής, ανεξάρτητης από την αιτία της μέχρι τότε οφειλής από την επικαλούμενη σύμβαση μεσιτείας, και εντεύθεν της απαλλαγής της νέας ενοχής από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν από τη σύμβαση μεσιτείας, εντεύθεν του απαραδέκτου της πρότασης των, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, αιτιάσεων που προβάλλονται με αυτούς, καθόσον αφορούν την απαίτηση στηριζόμενη στην έννομη σχέση από τη σύμβαση μεσιτείας και όχι εκείνη από τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία <<K…. INC>>, για αναίρεση της 750/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και της 380/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών από την Υπηρεσία, κωλυομένου και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ο νεότερος αυτής Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ