Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding document interpretation and factual assessment in pharmaceutical dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by RAFARM and Pharmex against the Athens Court of Appeal's decision rejecting their lawsuit against Leo Pharma. The appellants argued that the lower court incorrectly calculated profits by including their own sales data in a document prepared by IMS, claiming a diagnostic error in interpreting the evidence. The court rejected this claim because the appeal grounds were too vague to allow a review of the document's content and because the profit assessment involved factual evaluation beyond the scope of appellate review. Consequently, the appeal was inadmissible, the security deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1, 577 para.3, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact content of the contested document, preventing a comparison with the lower court's findings, and if the challenged decision involves the evaluation of factual circumstances which escapes appellate control.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1569 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1569/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "RAFARM (ΡΑΦΑΡΜ) Α.Ε.Β.Ε ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ" που εδρεύει στο Νέο Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΕΞ Α.Ε." που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Πατηνιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "LEO PHARMACEUTICAL PRODUCTS LTD. A/S" και τον διακριτκό τίτλο "LEO PHARMA A/S" που εδρεύει στο Ballerup Δανίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Καρδιοπούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4058/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 751/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-5-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 6-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 751/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Aθηνών, που απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών εταιριών κατά της υπ' αριθ. 4058/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή κατ` ουσίαν η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 532/2011).
Με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Περαιτέρω το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 10 και 17 Ν. 1733/1987 "περί μεταφοράς τεχνολογίας, εφευρέσεων, τεχνολογικής καινοτομίας και σύστασης επιτροπής ατομικής ενέργειας", έχει χαρακτήρα απόλυτο και αποκλειστικό, με την έννοια ότι το δικαίωμα αυτό, του οποίου αντικείμενο αποτελεί ένα άϋλο αγαθό (εφευρετική ιδέα) και του οποίου το περιεχόμενο εμφανίζει ηθική (μη περιουσιακή) αλλά και περιουσιακή, κατ' εξοχήν, διάσταση, παρέχει στον δικαιούχο την εξουσία να εκμεταλλεύεται, εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, παραγωγικά την εφεύρεσή του και ιδίως:
α) να παράγει, προσφέρει ή διαθέτει στην αγορά, να χρησιμοποιεί και να κατέχει τα προϊόντα που προστατεύονται από το δίπλωμα αυτό, β) να εφαρμόζει, προσφέρει ή διαθέτει στην αγορά την προστατευόμενη από το δίπλωμα μέθοδο, γ) να παράγει, προσφέρει ή διαθέτει στην αγορά, να χρησιμοποιεί και να κατέχει για τον ίδιο σκοπό το προϊόν, που η παραγωγή του είναι αποτέλεσμα της προστατευόμενης από το δίπλωμα μεθόδου, δ) να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να εκμεταλλεύεται παραγωγικά, κατά την έννοια των προηγουμένων εδαφίων, την εφεύρεση ή να εισάγει, χωρίς τη συναίνεσή του, τα προϊόντα που προστατεύονται από το δίπλωμα.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 11 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου το χρονικό διάστημα της παρεχόμενης από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστασίας είναι είκοσι (20) έτη και αρχίζει από την επομένη της ημέρας κανονικής καταθέσεως της αιτήσεως για τη χορήγησή του (ΑΠ 1344/2012). Τόσο το δικαίωμα στην εφεύρεση, όσο και το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας μπορούν να προσβληθούν από τρίτους.
Σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας ο κάτοχός του δικαιούται, κατ' άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του ν. 1733/1987, να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ σε περίπτωση υπαίτιας (από δόλο ή αμέλεια) προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο ζημιωθείς κάτοχός του δικαιούται επιλεκτικά να απαιτήσει την αποκατάσταση της ζημίας ή την απόδοση της ωφέλειας από την αθέμιτη εκμετάλλευση της ευρεσιτεχνίας ή την πληρωμή ποσού ανάλογου προς το τίμημα της άδειας εκμεταλλεύσεως (ΑΠ 1344/2012), επί πλέον δε, δικαιούται να απαιτήσει από τον προσβολέα και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ (ΑΠ 1192/2003).
Με το άρθρο 17Α του ίδιου νόμου, ρυθμίζεται η απόδειξη και το δικαίωμα ενημέρωσης προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών περί προσβολής δικαιωμάτων του νόμου αυτού. Σύμφωνα με τα παραπάνω, σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο νόμος καθιερώνει αδικοπρακτική αξίωση του ζημιωθέντος δικαιούχου, ενόψει του ότι η προσβολή του εν λόγω δικαιώματος συνιστά παράνομη πράξη.
Επομένως, ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δικαιούται αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι ο προσβολέας βαρύνεται με υπαιτιότητα και υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στη ζημία και στο ζημιογόνο γεγονός, η ζημία δε που αποκαθίσταται είναι τόσο η θετική όσο και το διαφυγόν κέρδος (άρθρο 298 ΑΚ). Επειδή, όμως, ο υπολογισμός του διαφυγόντος κέρδους είναι δυσχερής, το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 1733/1987 υιοθετεί ένα σύστημα τριπλού υπολογισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης, αφού ο δικαιούχος έχει την ευχέρεια, αντί να ζητήσει τη θετική και αποθετική ζημία, να αξιώσει εναλλακτικά την απόδοση της ωφέλειας από την παράνομη εκμετάλλευση της ευρεσιτεχνίας ή την πληρωμή ποσού ανάλογου προς το τίμημα της άδειας εκμεταλλεύσεως.
Μάλιστα, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5 του ίδιου ως άνω άρθρου, μπορεί, για ολική ή μερική αποζημίωσή του, να ζητήσει την απόδοση των ίδιων των προϊόντων, όλων ή μέρους αυτών, που κατασκευάστηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού. Με τον τρόπο αυτόν, ο νόμος αποβλέπει στη διευκόλυνση της άσκησης της αποζημιωτικής αξίωσης του ζημιωθέντος δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, προκειμένου να καταστεί αυτή αποτελεσματική.
Ωστόσο, το σύστημα αυτό, δεν παύει να λειτουργεί στο πλαίσιο του αποκαταστατικού χαρακτήρα της αποζημίωσης, που αποτελεί κύρια αρχή στο ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. β'και 299 ΑΚ και αποβλέπει κυρίως στην παροχή αντισταθμίσματος, εξισορροπητικού της ζημίας και όχι στον πλουτισμό εκείνου που ζημιώθηκε.
Κατ' ακολουθίαν, η αποζημίωση περιορίζεται στην πλήρη αποκατάσταση της πραγματικής περιουσιακής ζημίας του συγκεκριμένου δικαιούχου χωρίς να εξυπηρετεί κυρωτικούς ή άλλους σκοπούς. Σε περίπτωση κοινής προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας εφαρμόζεται το άρθρο 926 ΑΚ. Σύμφωνα με τα παραπάνω, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ανωτέρω ευθύνης είναι α) προσβολή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, β) υπαιτιότητα του εναγομένου προσβολέα του εν λόγω δικαιώματος, γ) ζημία, κατά την παραπάνω έννοια, του ενάγοντος δικαιούχου, και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της ζημίας (ΑΠ 1192/2003).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά τον νόμο, της αγωγής (ΑΠ 381/2006).
Έτσι, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010).
Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 119/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010, ΑΠ 443/2011).
Για να ιδρύεται, πάντως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ. 562 §2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1363/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έκρινε την αγωγή ορισμένη και δεν απέρριψε αυτή λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι η κάθε μία από αυτές είχε διακριτό και αυτοτελή ρόλο και συνακόλουθα, ενώ θα έπρεπε, δεν αναφέρεται στην αγωγή το διακριτό ποσό κέρδους που αποκόμισε η κάθε μία από αυτές και συγκεκριμένα η μεν πρώτη από την παραγωγή του σκευάσματος Cipocal, η δε δεύτερη από την κυκλοφορία του στην αγορά.
Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί λόγω αοριστίας, καθόσον εσφαλμένα περιελήφθη σ' αυτήν αίτημα εις ολόκληρον καταβολής του ίδιου ποσού αποζημίωσης από αμφότερες, ήτοι του ποσού που αποτελούσε τη φερόμενη ωφέλεια της δεύτερης εξ αυτών και το οποίο ποσό είναι ανεξάρτητο από αυτό της αμοιβής της πρώτης, ως προς την οποία, έτσι, δεν γίνεται σχετική επίκληση του αντίστοιχου οφέλους της.
Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) εξέθετε με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: α) είχε λάβει από τον Οργανισμό Βιομηχανικής ιδιοκτησίας το υπ' αριθ. 3025668/27-2-1998 πιστοποιητικό κατάθεσης μετάφρασης ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με συνέπεια το εν λόγω ευρωπαϊκό δίπλωμα που αφορούσε τη χημική ουσία της "ένυδρης καλσιποτριόλης" να αποκτήσει ισχύ στην Ελλάδα έως τις 8-1-2014, β) οι αναιρεσείουσες (εναγόμενες) ενεργώντας από κοινού προσέβαλαν υπαίτια και παράνομα το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας της, η μεν πρώτη κατασκευάζοντας, η δε δεύτερη διαθέτοντας στην αγορά φαρμακευτικό σκεύασμα που περιείχε την ως άνω δραστική ουσία, γ) προέβησαν στις ως άνω ενέργειες εν γνώσει τους ότι αυτή (χημική ουσία της "ένυδρης καλσιποτριόλης") αποτελούσε το περιεχόμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας αυτής (ενάγουσας - αναιρεσίβλητης) και δ) από τη ζημιογόνα για την ίδια ως άνω δραστηριότητά τους επωφελήθηκαν αυτές τα κέρδη που αποκόμισαν.
Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθούν αμφότερες οι αναιρεσείουσες, σε ολόκληρον η κάθε μία, να της καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό που αυτές ωφελήθηκαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, καθώς επίσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι η παράνομη και υπαίτια προσβολή από τις αναιρεσείουσες του διπλώματος ευρεσιτεχνίας της αναιρεσίβλητης, η πρόκληση από την προσβολή αυτή ζημίας στην αναιρεσίβλητη δικαιούχο, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ως άνω παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της προκληθείας στην αναιρεσίβλητη ζημίας.
Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, τον οποίο είχαν παραδεκτώς προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούσες με σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη απορρίψεως ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της αγωγής, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).
Εσφαλμένη, κατ` ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ` αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 1399/2011).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ` αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 887/2019, ΑΠ 901/2010).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 926 ΑΚ και 17 παρ. 2 περ. 2 του ν. 1733/1987, καθόσον, σε κάθε περίπτωση η μη νόμιμη ωφέλεια που προέκυψε από την προσβολή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας αφορά μόνον τη δεύτερη από αυτές.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα φαρμακευτική εταιρεία (αναιρεσίβλητη) είναι δικαιούχος του με αριθμό κατάθεσης 94904583.5/7-1-1994 και με ημερομηνία δημοσίευσης 679154/29-10-1997 ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τίτλο "Νέα κρυσταλλική μορφή ενός αναλόγου της βιταμίνης D", μετάφραση του οποίου έχει καταθέσει στον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και έχει λάβει το με αριθμό 3025668 σχετικό πιστοποιητικό, βάσει του οποίου το ως άνω ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ισχύει στην ελληνική επικράτεια έως την 8-1-2014.
Το εν λόγω δίπλωμα αφορά στην ένυδρη μορφή της χημικής ουσίας "καλσιποτριόλη". Σε προγενέστερη (...14-6-2007) αγωγή που ασκήθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων, εκδόθηκε η... με αριθμό 4984/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η δεύτερη εναγομένη ανέθεσε την 1-4-2006 στη δεύτερη (ενν.
πρώτη) την παρασκευή και συσκευασία ενός φαρμάκου, το οποίο έλαβε την εμπορική ονομασία "Cipocal", που περιείχε την ως άνω δραστική ουσία του μονοϋδρίτη της καλσιποτριόλης και ότι εντεύθεν προσβλήθηκε το ως άνω δικαίωμα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας... Για τον λόγο αυτόν απαγορεύθηκε στις εναγόμενες (ήδη αναιρεσείουσες) να παράγουν, κατέχουν και διαθέτουν στην ελληνική αγορά, να εξάγουν το ως άνω ιδιοσκεύασμα που προαναφέρθηκε με την ονομασία "Cipocal" και κατασχέθηκε κάθε σκεύασμα των εναγομένων που περιείχε την εν λόγω δραστική ουσία του μονοϋδρίτη της καλσιποτριόλης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, εν όψει της πολυετούς εμπορικής δραστηριότητας των εναγομένων στο χώρο της παρασκευής και εμπορίας φαρμάκων, λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, (ότι) ήταν γνωστό σε αυτές το εν λόγω δικαίωμα της ενάγουσας επί του ενδίκου διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η κρίση αυτή ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι παρά την άσκηση της πρώτης από 14-6-2007 ως άνω αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα με αριθμό 4984/2013 απόφαση, οι εναγόμενες συνέχισαν την παραγωγή του σκευάσματος "Cipocal", αν και με βάση αυτήν έλαβαν αναμφίβολα γνώση της προσβολής.
Συνεπώς, η πράξη των εναγομένων ήταν παράνομη και υπαίτια. Από την αδικοπραξία των εναγομένων, επήλθε ζημία στις περιουσιακές σχέσεις της ενάγουσας, εν όψει της χωρίς δικαίωμα εκμετάλλευσης της ευρεσιτεχνίας της από τη δεύτερη εναγομένη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ζημία προήλθε από ενέργειες αμφοτέρων των εναγομένων, εν όψει της παρασκευής του εν λόγω σκευάσματος από την πρώτη εναγομένη και της διάθεσής του στην αγορά από τη δεύτερη εναγομένη, περιστατικά εξάλλου τα οποία και αυτές συνομολογούν. Καθεμία ενέργεια των εναγομένων, από μόνη της, δεν ήταν ικανή να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε.
Συνεπώς, πρόκειται για αναγκαία αιτιότητα, με συνέπεια να ευθύνονται αυτές εις ολόκληρον. Εξάλλου, το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή στην ζημία αυτήν συνετέλεσαν, διαδοχικώς ενεργώντας, αμφότερες οι εναγόμενες, η μεν πρώτη παρασκευάζοντας το ως άνω ιδιοσκεύασμα με την ονομασία "Cipocal", η δε δεύτερη διαθέτοντάς το στην αγορά, καλύπτονται από το δεδικασμένο της ως άνω με αριθμό 4984/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, οι εναγόμενες ευθύνονται εις ολόκληρον και είναι αδιάφορες οι επικαλούμενες εσωτερικές τους σχέσεις έναντι της ζημιωθείσας τρίτης (ενάγουσας). Περαιτέρω, η δεύτερη εκκαλούσα δεν προσκόμισε τα εμπορικά της βιβλία, πράγμα το οποίο θα μπορούσε ευχερώς να πράξει, εφόσον αυτά της ανήκουν και βρίσκονται στην κατοχή της.
Από αυτά θα μπορούσε να αποδειχθεί η κατά τις εκκαλούσες διαμόρφωση της οικονομικής απόδοσης του επίμαχου σκευάσματος "Cipocal". Ειδικότερα, θα μπορούσε να αποδειχθεί αν αυτή (η οικονομική απόδοση) ήταν υποδεέστερη από αυτήν την οποία δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και στατιστική προσέγγιση, ηλεκτρονική επεξεργασία δεδομένων και ανάλυση στοιχείων της αγοράς από την εξειδικευμένη προς τούτο αλλοδαπή εταιρεία ΙΜS στο 20% περίπου των φαρμακείων της επικράτειας.
Εξάλλου, τα εμπορικά βιβλία της δεύτερης από αυτές δεν μπορούν να υποκατασταθούν από απλούς υπολογισμούς τους οποίους οι εκκαλούσες ανάγουν στο λογιστήριο της δεύτερης από αυτές. Επιπλέον, οι ως άνω αιτιάσεις των εκκαλουσών ότι δεν λήφθηκαν υπόψη εκπτώσεις που επιβάλλονται από τον νόμο ή την ιδιωτική βούληση είναι απορριπτέες ως ουσία αβάσιμες.
Πιο συγκεκριμένα, ο προαναφερθείς στατιστικός υπολογισμός έγινε στη βάση της πραγματικής τιμής πώλησης και δεν αποδείχθηκε κάποια πρόσθετη έκπτωση ούτε ότι έλαβε χώρα κάποια πρόσθετη δαπάνη, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι εκκαλούσες....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών εταιριών κατά της υπ' αριθ. 4058/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή κατ` ουσίαν η αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926 του ΑΚ και 17 παρ. 1 και 2 του ν. 1733/1987, καθόσον, με βάση τις ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ως άνω παραδοχές του, η αποκαταστέα ζημία της αναιρεσίβλητης προκλήθηκε στο σύνολό της από την κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά αμφοτέρων των αναιρεσειουσών και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός του συγκεκριμένου οφέλους που αποκόμισε καθεμιά εξ αυτών από την προσβολή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από το άρθρο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτές επικαλέσθηκαν και συγκεκριμένα τα σχετικά έγγραφα-αγορανομικές διατάξεις, από τις οποίες προέκυπτε ότι οι φαρμακευτικές εταιρίες υποχρεούνται να προβαίνουν σε εκπτώσεις (REBATE θεσμοθετημένη και ακούσια έκπτωση και CLAW BACK, ήτοι υποχρεωτικός μηχανισμός αυτόματων επιστροφών με κυρώσεις και κίνδυνο αποκλεισμού από τη λίστα των φαρμακευτικών προϊόντων), καθώς επίσης και την έκπτωση στη χονδρική πώληση στην Ελληνική Επικράτεια, ποσοστού αρχικά 7,78, από δε το έτος 2011 ποσοστού 5,12%, γεγονός που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδήγησε σε εσφαλμένο υπολογισμό της ωφέλειας που αποκόμισε η δεύτερη αναιρεσείουσα.
Με τον λόγο αυτόν οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ενώπιον του Εφετείου τρία έγγραφα που αναφέρονται στις αγορανομικές διατάξεις που επέβαλαν τις προαναφερόμενες εκπτώσεις στις φαρμακευτικές εταιρίες. Τα έγγραφα όμως αυτά δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, καθόσον το περιεχόμενο αυτών περιορίζεται στην αναφορά των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, χωρίς περαιτέρω ειδικότερο προσδιορισμό που να αφορά τη διάθεση του φαρμάκου CIPOCAL από τις αναιρεσείουσες.
Σε κάθε περίπτωση ελήφθησαν υπόψη, πλην όμως το Δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα. Κατόπιν τούτου, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 2197/2007). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από την αναιρεσίβλητη εγγράφου που έχει καταρτισθεί από την εταιρία IMS, η οποία διενεργεί έρευνα αγοράς για πωλήσεις φαρμακευτικών προϊόντων και για την εξαγωγή συμπερασμάτων επιλέγει δειγματοληπτικά ορισμένα φαρμακεία, τα οποία κατόπιν της αποστέλλουν ηλεκτρονικά τα στοιχεία των πωλήσεών τους και ότι με βάση το εν λόγω έγγραφο η προσβαλλομένη, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο αυτού, προέβη στον υπολογισμό της ωφέλειας που προέκυψε για αμφότερες τις αναιρεσείουσες από την αναφερομένη αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, πλην όμως επειδή η εταιρία ερευνά τις πωλήσεις φαρμακευτικών προϊόντων, τούτο αφορά μόνον τη δεύτερη των αναιρεσειουσών και εσφαλμένα η προσβαλλομένη το συνέδεσε και με την πρώτη και το έκανε δεκτό κατ' ουσία, αποδίδοντας έτσι σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αόριστος, καθόσον οι αναιρεσείουσες δεν εκθέτουν στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος ως άνω εγγράφου. Έτσι, δεν μπορεί, με βάση το αναιρετήριο, να συγκριθεί το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού με εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, προεχόντως, αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι το έγγραφο αυτό, που έχει καταρτισθεί από την εταιρία IMS, έχει διαφορετικό περιεχόμενο, σε σχέση με αυτό που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ότι έτσι υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αλλά ότι μετά από συνεκτίμηση του περιεχομένου του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό και συγκεκριμένα, ότι η προκύψασα ωφέλεια δεν αφορούσε μόνον τη δεύτερη αναιρεσείουσα, αλλά και την πρώτη, πλην, όμως, το συμπέρασμα αυτό της προσβαλλομένης αφορά στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, συμφώνως και προς τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-5-2019 αίτηση 1) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "RAFARM (ΡΑΦΑΡΜ)" Α.Ε.Β.Ε. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και 2) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΕΞ Α.Ε." για αναίρεση της υπ` αριθ. 751/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ