Supreme Court annuls local council judgment denying equal benefits to private employees due to legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment that denied specific financial benefits to private employees of a local municipality. The court found the lower court erred by failing to recognize that these employees already received supplementary allowances exceeding the statutory threshold for the special benefit. Consequently, the court ruled that extending the benefit without meeting legal prerequisites violated the principle of equality and exceeded legislative authority.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(8) and 13 of Law 2470/1997; Articles 8(6) and 12 of Law 3205/2003; Article 5(3) of Law 2685/1999; Article 131 of Presidential Decree 351/2003: The extension of a special statutory benefit to a group of employees without meeting the requisite legal conditions constitutes a violation of the principle of equality and an abuse of legislative authority.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1569 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1569/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αλμυρού" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Αλμυρό Βόλου και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Κοσμά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Γ., 2) Χ. Κ., 3) Π. Μ., 4) Α. Μ., 5) Η. Π. και 6) Κ. Σ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμυρού. Εκδόθηκαν η 33/ 2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 107/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 595/2014 αναβλητική απόφαση του Αρείου Πάγου, μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ιδίου θέματος από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 14-9-2017 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 25-11-2013 έκθεση του κωλυόμενου αρεοπαγίτη, Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγείται την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσίβλητων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα 6820, 6821, 6822, 6823, 6824 και 6825/23-9-2013 εκθέσεις επιδόσεως της Α. Σ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 107/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (3-12-2013), είχε επιδοθεί νομότυπα προς αυτούς.
Τότε, αφού έγινε συζήτηση, εκδόθηκε η 595/2014 απόφαση του παρόντος τμήματος, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης μέχρι να αποφανθεί η ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του νομικού ζητήματος που αναφέρεται στη συνέχεια. Ήδη, με την από 14-9-2017 κλήση του αναιρεσείοντος, της οποίας ακριβές αντίγραφο με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε και πάλι εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις 7759/8-11-2017 και 7769, 7770, 7771, 7772 και 7773/10-11-2017 εκθέσεις επιδόσεως του Γ.
Μ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου, η υπόθεση επαναφέρεται νομίμως προς συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που ορίσθηκε και αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή.
Επομένως, παρά τη δικονομική τους απουσία, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
2. Με την ένδικη, από 20-11-2009 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι, συνδεόμενοι από ετών με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα "Δήμο Αλμυρού" με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2009, υπαγόμενοι μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και ν. 3205/ 2003.
Κατόπιν αυτού, ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αντιστοίχως αναφερόμενα χρηματικά ποσά λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτών της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ήτοι 176 ευρώ μηνιαίως). Την αξίωσή τους στηρίζουν κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτούς των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που καθιερώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, λόγω του ότι (κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων) η χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης αυτών που ανακύπτει, κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ λόγω της παρανόμου παραλείψεως των οργάνων του εναγομένου να συντελέσουν στην έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και σ' αυτούς και στο συνυπολογισμό της κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους.
3. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 33/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμυρού. Με αυτήν η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά παραδοχή της κυρίας βάσεως αυτής. Ο εναγόμενος ΟΤΑ άσκησε έφεση, επιδιώκοντας να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Επ' αυτής εκδόθηκε η τελεσίδικη και ήδη προσβαλλόμενη 107/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή μόνο ως προς τον ενάγοντα Χ.
Κ., στον οποίο ύστερα από νέα κρίση επιδικάσθηκε μικρότερο ποσό, ενώ κατά τα λοιπά απορρίφθηκε. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα συνδέονταν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου.
Ότι υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ήτοι αρχικά στις διατάξεις του ν. 2470/ 1997 και από 1-1-2004 στις διατάξεις του ν. 3205/2003. Ότι κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος δεν έλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των αμειβόμενων σύμφωνα με τις ως άνω μισθολογικές διατάξεις.
Ότι η χορήγηση της ειδικής παροχής δεν συναρτάται με καμιά άλλη προϋπόθεση, όπως τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζόμενων. Ότι η μη χορήγησή της στους ενάγοντες συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος).
Ότι η υποχρέωση χορήγησης της ειδικής παροχής εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την, δια του άρθρου 28 παρ.4 του ν. 3205/2003, κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/ 2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, διότι το ποσό της παροχής διατηρήθηκε ως προσωπική, μισθολογική διαφορά ενός εκάστου δικαιούχου, μειούμενη μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη (άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003).
Ότι το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση (άρθρα 8 παρ.10 του ν. 2470/1997, 30 παρ.2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ.1 του ν. 3146/ 2003) δεν παρεμποδίζει τη χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής, διότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες παροχής εργασίας και, ως καταφανώς διαφορετικού είδους, δεν επιδέχεται συμψηφισμό με αυτήν κατά το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.
Ότι ομοίως δεν επιδέχεται συμψηφισμό η καταβολή εξόδων κίνησης στους ίδιους εργαζόμενους, διότι και αυτή, αν και γίνεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και αντιμετωπίζεται ως αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι πληρούν την προϋπόθεση της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και δικαιούνται την ένδικη ειδική παροχή, διότι για τη χορήγησή της, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα νομολογιακά δεδομένα, τα οποία ακολούθησε, δεν απαιτούνταν η συνδρομή ουδεμιάς ετέρας προϋποθέσεως.
4. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.
Μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες με το ποσό των 176 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους, αφού αυτοί, ως εργαζόμενοι ιδιωτικού δικαίου στον αναιρεσείοντα οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, λάμβαναν πρόσθετες μισθολογικές παροχές (επίδομα ειδικής απασχόλησης και έξοδα κίνησης, βλ.
παραπάνω αρ.3), οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 176 ευρώ (άρθρα 8 παρ.8 και 13 του ν. 2470/1997, 8 παρ.6 και 12 του ν. 3205/2003, 5 παρ.3 του ν. 2685/1999 και 131 του π.δ. 351/2003). Πέραν αυτού, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση ούτε της δημόσιας διοίκησης γενικά αλλά ούτε και του αναιρεσείοντος οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ειδικότερα για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί προηγουμένως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.
Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ' υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως, ισότητα δε στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 38/2017, ΑΠ 932/2015, πρβλ. ΟλΣτΕ 95/2013). Επομένως ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η ουσιαστική έρευνα του δεύτερου από τους λόγους της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α'), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα και, κατά παραδοχή αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως προς όλους τους ενάγοντες ως μη νόμιμη και κατά τις δύο νομικές βάσεις αυτής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (βλ. παραπάνω αρ.4) και κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ισονομίας διαπιστώνεται ούτε παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης, ειδικής παροχής στους ενάγοντες. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν επί σειράν ετών διακυμάνσεων της νομολογίας, οι οποίες μόνον εσχάτως ήρθησαν με την ως άνω απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 107/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Κρατώντας την υπόθεση, δέχεται την με αριθμό καταθέσεως 21/2010 έφεση κατά της 33/ 2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλμυρού.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 20-11-2009 αγωγή στο σύνολό της. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ