1569/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1569/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 11/10/2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1569 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1569/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανίκα, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Πολιτάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2013 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 89/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2012/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/12/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 11/10/2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 10- 4-2012 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 17-4-1977 στο λογιστικό της κλάδο και ότι από 1-4-1991 κατείχε το βαθμό του τμηματάρχη ενώ δυνάμει της με αριθμό 3650/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών προήχθη από 1-5-2002 στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη θέση την οποία κατείχε μέχρι τη συνταξιοδότησή του στις 13-8-2009. Ότι η απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη καθόσον απορρίφθηκε η κατ’ αυτής αναίρεση δυνάμει της 2167/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε το σύνολο του αναλογούντος επιδόματος ευθύνης του Προϊσταμένου Τμήματος για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2004 έως 16-8-2009, που συνταξιοδοτήθηκε, το οποίο προσδιορίζει επακριβώς κατά μήνα και κατ’ έτος και το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 11.304,30
ευρώ, καθώς και το σύνολο των αναλογούντων εξόδων παράστασης για το χρονικό διάστημα από 2-5-2008 έως 16-8-2009 το οποίο επίσης προσδιορίζει επακριβώς κατά μήνα και κατ’ έτος και το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.962,67 ευρώ και ότι συνεπώς για τις ως άνω αιτίες του οφείλει το συνολικό ποσό των 13.266,97 ευρώ και ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει αναδρομικά το επίδομα του Προϊσταμένου του Τμήματος από την 1-5-2002 και β) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες ( ήτοι για τις αξιώσεις για το επίδομα Προϊσταμένου Τμήματος και για το επίδομα εξόδων παράστασης) το συνολικό ποσό των 13.266,97 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής του.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 342/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία το Ειρηνοδικείο έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλη ως προς το πρώτο ( βλ. παραπάνω υπό το στοιχείου α) αίτημα της αγωγής και παρέπεμψε την εκδίκαση αυτής ως προς το αίτημα αυτό στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώ ανέβαλε τη συζήτηση του δευτέρου (βλ. παραπάνω υπό στοιχείο β) αιτήματος της αγωγής εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η επί του πρώτου αιτήματος δίκη. Ακολούθως, με την από 18-6-2013 κλήση του ενάγοντος, η υπόθεση εισήχθη στο σύνολο της προς εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), το οποίο με την υπ’ αριθμ. 89/2014 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 13.266, 97 ευρώ, νομιμοτόκως.
2.- Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εναγομένη άσκησε την από 29-1-2014 έφεση, επί της οποίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 2012/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, η έφεση έγινε εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ’ ουσία, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη ως προς τη διάταξή της που δίκασε το δεύτερο αίτημα (καταψηφιστικό) και επιδίκασε τα αιτηθέντα ποσά, και κηρύχθηκε απαράδεκτη η από 18-6-2013 κλήση κατά το μέρος που με αυτή εισήχθη προς συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής.
3.- Κατά της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση, από 4 - 12 - 2015 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που εξετάζονται στη συνέχεια. Η αίτηση ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας, επί του παρόντος, δεν προκύπτει επίδοση και η οποία δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΚΠολΔ 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 564 παρ.3). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί παραδεκτή.
4.- Επειδή στο άρθρο 216 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου, δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως, και πρέπει για το λόγο αυτό, όταν προβάλλεται αξίωση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού, να καθορίζεται το ποσό αυτό. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και επιδεκτική εκτελέσεως.
Οι δικονομικές αυτές αρχές ισχύουν και όταν εγείρεται αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, γιατί ο έχων έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσεως δεν μπορεί να περιορισθεί στην υποβολή αιτήματος διαπιστώσεως απλών πραγματικών περιστατικών, χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά.
Επομένως η αναγνωριστική αγωγή που εγείρεται με σκοπό να αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος απέκτησε την ιδιότητα του οφειλέτη ύστερα από τη συντέλεση των πραγματικών αυτών γεγονότων, πρέπει να απορρίπτεται ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον δεν καθορίζεται η οφειλή του εναγομένου που είναι το αντικείμενο της διαφοράς (ΑΠ 662/2002 Νομος).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπιση κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 των διαδικαστικών εγγράφων και δη της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στην ένδικη αγωγή τα ανωτέρω αναφερόμενα πραγματικά υπό το στοιχείο 1 της παρούσης γεγονότα και ζήτησε με αυτή να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει αναδρομικά το ανάλογο οφειλόμενο επίδομα του Προϊσταμένου Τμήματος από 1-5-2002 το οποίο προσδιορίζει με σαφήνεια και λεπτομερώς κατά τρόπο ορισμένο στο ιστορικό της αγωγής στο ποσό των 11.304, 30 ευρώ.
Με το άνω περιεχόμενο, η αγωγή, στην οποία καθορίζεται πλήρως η αξιούμενη αναγνώριση της υποχρέωσης από τον αναιρεσείοντα καταβολής στον ενάγοντα συγκεκριμένου χρηματικού ποσού ως οφειλόμενο από αυτή που είναι το αντικείμενο της διαφοράς, είναι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορισμένη.
Το Μονομελές Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη δεν απέρριψε την αγωγή ως προς το αναγνωριστικό αίτημα αυτής, ήτοι να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα αναδρομικά το επίδομα του Προϊσταμένου από 1-5-2002 το οποίο προσδιορίζει στο ιστορικό της αγωγής κατά τα ως άνω, ως αόριστη δεν έσφαλε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσία και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάσσει, αν ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με το δικόγραφο της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου απαιτείται η οριστική και κατ’ ουσία παραδοχή της ανακοπής ή της έφεσης και η εν όλω ή εν μέρει απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής ή της κυρίας παρέμβασης και, περαιτέρω, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά εκτείνεται και στο πεδίο της εκούσιας εκτέλεσης, εφόσον αυτή είναι απότοκη της επιδικασθείσας και με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλισθείσας απαίτησης. Αν η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, το ποσό αποδίδεται με αίτηση του δικαιούχου με τους τόκους από τον χρόνο επίδοσης, στον αντίδικο του δικαιουμένου σε επαναφορά, της απόφασης που ανατρέπει την απόφαση που εκτελέστηκε, αφού από τότε καθίσταται υπερήμερος, κατά το άρθρο 340 του ΑΚ, ο γενεσιουργός λόγος δε της εναντίον του απαιτήσεως για την απόδοση του ποσού αυτού είναι η εξαφάνιση της απόφασης που εκτελέστηκε (βλ. ΟλΑΠ 5/2001 ΕλλΔνη 42.379).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη-εναγόμενη, με το πρώτο λόγο της αναίρεσής της, επικαλούμενη την εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 89/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, με την εκ μέρους της καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 13.266,97 ευρώ ως κεφάλαιο και του ποσού των 8.523,74 ως τόκους στις 8-4-2014 καθώς και την προσκόμιση του σχετικού εγγράφου καταβολής των ως άνω ποσών, το οποίο είχεν προσκομίσει με επίκληση με τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, καθώς και την με την προσβαλλόμενη εν μέρει εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά την καταψηφιστική της διάταξη και την κήρυξη απαράδεκτης της από 18-6-2013 κλήσης του ενάγοντος με την οποία εισήχθη προς συζήτηση η ένδικη αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα λόγω εκκρεμοδικίας ως προς αυτό(ανωτέρω υπό στοιχείο β της αγωγής αίτημα) ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη άφησε αδίκαστη την αίτησή της που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της στο Εφετείο περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δεν έλαβε υπόψη της το προσκομισθέν επίκληση έγγραφο αποδεικτικό καταβολής του ποσού των 21.810,36 ευρώ στον ενάγοντα και δεν διέταξε την επιστροφή του ανωτέρω ποσού σε αυτήν.
Με βάση τα ως άνω εκτεθέντα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης για παραβίαση των εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 και 11 λόγων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος καθόσον για να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίσθηκε πρέπει, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 914 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο να έχει δεχθεί την έφεση κατ’ ουσίαν και να έχει απορρίψει την αγωγή ολικά ή εν μέρει και επιπλέον να έχει αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε και τα στοιχεία αυτά να παρατίθενται στο σχετικό λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση τα εν λόγω στοιχεία δεν παρατίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης και δη δεν παρατίθεται ότι η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ολικά ή εν μέρει με την προσβαλλόμενη. Αντίθετα από την ίδια την προσβαλλόμενη αποδείχθηκε ότι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 18-6-2013 κλήσης για συζήτηση του αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος που με αυτή εισήχθη προς συζήτηση το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη εν μέρει ως προς την καταψηφιστική της διάταξη ενώ ως προς την παραδοχή του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής δεν εξαφανίστηκε.
Συνεπώς με την προσβαλλόμενη δεν έχει απορριφθεί η αγωγή και εντεύθεν το υποβληθέν αίτημα επαναφοράς στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη η οποία το απέρριψε σιωπηρώς δεν έσφαλε καθόσον το αίτημα αυτό δεν ήταν νόμιμο. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη ότι άφησε αδίκαστη τη νομίμως και παραδεκτώς προβληθείσα με τις προτάσεις του ως άνω αίτησή του, πρέπει να απορριφθεί όπως συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η αιτίαση του αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, που περιέχεται στον ίδιο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη το προσκομισθέν και επικληθέν με τις προτάσεις του έγγραφο της Τράπεζας περί καταβολής επιδικασθέντος με την πρωτόδικη απόφαση ποσού, ως αλυσιτελής.
6.- Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η συμβατική παραίτηση του μισθωτού από τις πέραν των ελαχίστων νόμιμων αποδοχών συμβατικές αποδοχές ή από αξίωση αποζημίωσης λόγω υπερημερίας ή αδυναμίας του εργοδότη ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, υπό την επιφύλαξη πάντοτε ότι δεν θίγονται οι ελάχιστες νόμιμες αποδοχές και ότι η παραίτηση δεν αντίκειται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, είναι σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 454 του ΑΚ έγκυρη και δεν προσκρούει, καθεαυτή, στις διατάξεις των άρθρων 679, 174, 178, 179 και 150 του ίδιου Κώδικα.(Α.Π. 1159/1999 δημ. στη Νόμος).
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 3, 174 και 679 Α.Κ. 8 ν. 2112/20, 11 παρ. 1 ν. 547/37 4 α.ν. 1843/39, 5 παρ. 1 ν.4 539/45, 14 ν. 551/14, 8 ν. 4020/59 η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του, είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας είτε μετά από αυτή. Αντίθετα η απαγόρευση και η ακυρότητα δεν αφορούν στον υπέρ τα νόμιμα όρια συμβατικό μισθό και στις απαιτήσεις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Μορφή παραιτήσεως από το μισθό αποτελεί και ο κατά το άρθρο 871 του ΑΚ συμβιβασμός του μισθωτού με τον εργοδότη ως προς μισθολογικές αξιώσεις, ο οποίος είναι μεν άκυρος όσον αφορά τις παραπάνω αξιώσεις, ως προς τις οποίες απαγορεύεται η παραίτηση, είναι όμως έγκυρος, όταν ως προς τις πραγματικές ή νομικές προϋποθέσεις των εν λόγω αξιώσεων του μισθωτού επικρατεί σοβαρή αμφιβολία και σε κάθε περίπτωση, ως προς αυτές, για τις οποίες επιτρέπεται η παραίτηση (ΑΠ. 843/2002 δημ.
στη Νόμος). Περαιτέρω κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, που συνάγεται από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και άρα είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, η παραίτηση του εργαζομένου, έστω και με τη μορφή της άφεσης χρέους κατ’ άρθρο 454 του Α.Κ., από το δικαίωμα λήψης των κατά νόμο ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημοσίας τάξης ( ΑΠ 1035/2012,ΑΠ 1554/2011, ΑΠ 495/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, είχε προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας στις 17-4-1977 και παρέμεινε στην υπηρεσία μέχρι την 13-8-2009, που συνταξιοδοτήθηκε, εξελιχθείς υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, τον οποίο κατείχε από 1-5-2002, μετά την έκδοση της 3650/2006, αμετάκλητης ήδη, απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης παρελείφθη κατά την ως άνω προαγωγική κρίση, αναγνωρίστηκε ότι θα έδει να προαχθεί από τότε.
Μετά την επίδοση της ως άνω Εφετειακής απόφασης στην εναγομένη, που έλαβε χώρα την 2-6-2006, η τελευταία με έγγραφο της προς τον ενάγοντα, του δήλωσε τη συμμόρφωσή της προς το διατακτικό της απόφασης αυτής και την καταβολή των αντίστοιχων διαφορών αποδοχών μεταξύ των δύο βαθμών (Τμηματάρχη και Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου).
Όμως η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το επίδομα Προϊσταμένου Τμήματος, χορηγούμενο σε όλους τους εντεταλμένους Τμηματάρχες της, ανεξάρτητα μάλιστα από την άσκηση των οικείων καθηκόντων (του Προϊσταμένου του Τμήματος), αλλά το κατέβαλε το μικροτέρου ποσού επίδομα του αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος.
Η καταβολή του επιδόματος αυτού, πέραν της υπ’ αριθμ. ...-6-1989 Πράξης του Διοικητή της εναγομένης, που το προέβλεπε, προβλεπόταν επίσης και από τις Επιχειρησιακές συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που συνήφθησαν μεταξύ της εναγομένης και του συνδικαλιστικού σωματείου των υπαλλήλων της. Η εναγομένη ισχυρίστηκε στον πρώτο βαθμό και επαναλαμβάνει με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι έχει εξοφλήσει την σχετική απαίτηση του ενάγοντος δια της καταβολής προς αυτόν του ποσού των 13.721,15 ευρώ την 30-8-2006, "ως μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη και του Εντεταλμένου Τμηματάρχη", όμως ο ως άνω ισχυρισμός, διατυπούμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι αόριστος, καθόσον, όπως και στη νομική σκέψη διαλαμβάνεται, για το ορισμένο της ένστασης εξόφλησης θα πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά από την εναγομένη και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν, ως διαφορές, για την κάθε μία αιτία (διαφορά βασικού μισθού και ποικίλων επιδομάτων), ως και εκείνο το οποίο καταβλήθηκε για την εξόφληση της συγκεκριμένης αγωγικής απαίτησης, ώστε να είναι εφικτό να ερευνηθεί εάν το χορηγούμενο σχετικό επίδομα ανήρχετο στο προσήκον, με βάση το βαθμό του ενάγοντος, ύψος.
Περαιτέρω η εναγομένη, σε συνάρτηση με τον προηγούμενο ισχυρισμό της, διατείνεται ότι ο ενάγων δια της εισπράξεως του ανωτέρω ποσού των 13.721,15 ευρώ, δήλωσε, προ της θέσεως της υπογραφής του στην οικεία απόδειξη, ότι ουδεμία πλέον απαίτηση διατηρεί κατά της Τράπεζας (αναιρεσείουσας)από την παραπάνω απόφαση (3650/2006 του Εφετείου) και προαγωγή του, παραιτηθείς κατά τον τρόπο αυτό από το δικαίωμα να αξιώσει επιπλέον ποσό από την αιτία αυτή.
Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ως άνω επίδομα (όπως άλλωστε και τα έξοδα παράστασης), προβλέπονται από τις ισχύουσες ΣΣΕ και συνεπώς συγκαταλέγονται στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των υπαλλήλων της εναγομένης, και συνεπώς δεν χωρεί παραίτηση από αυτή, όπως διαλαμβάνεται και στη μείζονα σκέψη, απορριπτομένου, επομένως, ως αβασίμου του δευτέρου λόγου της έφεσης".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες: σχετικά με θέμα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στην κρίση ότι η παραίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από το δικαίωμα διεκδίκησης των επιδίκων δικαιωμάτων ήταν άκυρη, ήτοι στη βασιμότητα της σχετικής ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Είναι δε ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης εφόσον όχι μόνον δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας στις οποίες στηρίχθηκαν η μείζων και η ελάσσων σκέψη της απόφασης, αλλά ούτε και οι διατάξεις αυτών, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι εφαρμογής των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 3,174 και 679 του Α.Κ.
και της γενικής αρχής του εργατικού δικαίου που πηγάζει από αυτές περί μη νόμιμης παραίτησης από τη λήψη των κατά νόμο ελαχίστων ορίων των αποδοχών του, ήτοι αν συγκαταλέγονταν τα αιτούμενα επιδόματα στα ελάχιστα νόμιμα όρια των μισθών και των αποζημιώσεων των υπαλλήλων της εναγομένης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης εκ τού άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος κατ’ ουσίαν και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω κεφάλαιο .
Ενόψει όλων των ως άνω εκτεθέντων η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγο της αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατάθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 2012/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή και όχι από αυτόν που εξέδωσε την αναιρεθείσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ