1569/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1569/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του αποκτηθέντος απ' αυτόν πράγματος προϋποθέτει η κτήση να έγινε σε εκτέλεση της εντολής, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως (με δικαιοπραξία ή υλική πράξη) ή την φύση του αντικειμένου (κινητό, ακίνητο κλπ), και για λογαριασμό του εντολέα, όχι δε απλώς επ' ευκαιρία της εντολής και χωρίς καμιά εσωτερική με την εντολή συνάφεια.
Full text
Απόφαση 1569 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1569/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Κ. του Ν. και 2. Μ. συζ. Α. Κ. το γένος Γ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Αλεξανδρή.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Θ. Κ., κατοίκου ..., το γένος Γ. Δ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Κοιλανίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19056/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1168/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Μαΐου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", προκύπτει ότι η εντολή είναι ενοχική σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή κατά δε την διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ "ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεση της", επομένως και το πράγμα που αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής.
Η σύμβαση αυτή, και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΚ 158). Η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του κτηθέντος πράγματος ή δικαιώματος εξαρτάται από το περιεχόμενο της εντολής. Έτσι αν το πράγμα ή το δικαίωμα αποκτήθηκε κατά τους κανόνες της άμεσης αντιπροσωπεύσεως, ο εντολέας γίνεται άμεσα κύριος ή δικαιούχος και ο εντολοδόχος υποχρεούται σε απόδοση μόνο της κατοχής του πράγματος, αν όμως το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), αποκτήθηκε σε εκτέλεση της εντολής, κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομα του εντολοδόχου αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ο εντολοδόχος υποχρεούται στην μεταβίβαση του πράγματος, σε περίπτωση δε αρνήσεώς του εξαναγκάζεται σε τούτο με την καταδίκη του σε δήλωση της σχετικής βουλήσεως κατόπιν αγωγής του εντολέα (Κ.Πολ.Δ. 949).
Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του αποκτηθέντος απ' αυτόν πράγματος προϋποθέτει η κτήση να έγινε σε εκτέλεση της εντολής, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως (με δικαιοπραξία ή υλική πράξη) ή την φύση του αντικειμένου (κινητό, ακίνητο κλπ), και για λογαριασμό του εντολέα, όχι δε απλώς επ' ευκαιρία της εντολής και χωρίς καμιά εσωτερική με την εντολή συνάφεια.
Επομένως, η υποχρέωση απόδοσης δεν περιλαμβάνει ό,τι ο εντολοδόχος απέκτησε με μέσα μεν του εντολέα αλλά για δικό του λογαριασμό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ζήτημα της ευθύνης λόγω υπαίτιας μη εκπληρώσεως της συμβάσεως της εντολής ή συντρέχουσας τυχόν αδικοπραξίας ή και αξιόποινης πράξης, όπως λ.χ.
υπεξαίρεσης (άρθρο 375 Π.Κ.), ο εντολοδόχος είναι δυνατόν να υποχρεωθεί σε αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 Α.Κ., σε συνδυασμό με τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 και 714 του ίδιου Κώδικα, η αποζημίωση δε αυτή μπορεί κατά τις περιστάσεις να συνίσταται και στην αυτούσια απόδοση του πράγματος, κατ' άρθρο 297 εδ.
β' ΑΚ, σε τρόπον ώστε, αν η κτήση του πράγματος έγινε από τον εντολοδόχο κατά παράβαση της συμβάσεως της εντολής για δικό του λογαριασμό και ιδίω ονόματι, να υποχρεωθεί και στη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στον εντολέα. Το τελευταίο όμως είναι διαφορετικό της περίπτωσης που με την αγωγή επιδιώκεται η απόδοση του πράγματος που αποκτήθηκε σε εκτέλεση της εντολής, κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομα του εντολοδόχου αλλά για λογαριασμό του εντολέα.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι ενάγοντες-σύζυγοι και νυν εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) κατοικούσαν από το έτος 1968 στη ...
μέχρι το έτος 1991, που επανήλθαν στην Ελλάδα, και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη ... . Αυτοί, κατά το έτος 1984 αποφάσισαν να αγοράσουν ακίνητο κοντά στη ... και γι' αυτό, δυνάμει του υπ' αριθ. .../20-12-1984 πληρεξουσίου εγγράφου, που συντάχθηκε ενώπιον του νόμιμου αναπληρωτή του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, όρισαν την εναγομένη και νυν εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία, σημειωτέον, τυγχάνει αδελφή της δεύτερης απ' αυτούς, πληρεξούσιά τους, παρέχοντας σ' αυτήν την ειδική εντολή να αγοράσει αντ' αυτών και για λογαριασμό τους από οποιοδήποτε αντί οιουδήποτε τιμήματος οποιαδήποτε ακίνητα κτήματα, οπουδήποτε στην Ελλάδα, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, αστικά ή αγροτικά, ως αυτοτελείς χωριστές ιδιοκτησίες ή ιδανικά μερίδια αυτών.
Για την εκτέλεση της εν λόγω εντολής τους οι ενάγοντες απέστειλαν τμηματικά στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 920.000 δραχμών, μέσω της Ο. Κ., μητέρας και πενθεράς αντίστοιχα αυτών, η οποία τηρούσε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και η οποία (Ο. Κ.) στις 20-11-1984 έδωσε την πληρεξουσιότητα στη εναγομένη να αναλάβει από τον ως άνω λογαριασμό της το ποσό των 560.000 δραχμών, και στις 20-12-1984 της έδωσε και δεύτερη πληρεξουσιότητα να αναλάβει από αυτόν (τραπεζικό λογαριασμό) και το ποσό των 360.000 δραχμών.
Τα ως άνω δύο ποσά, με βάση τα εν λόγω πληρεξούσια η εναγομένη τα ανέλαβε από την προαναφερόμενη τράπεζα και σε εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτήν εντολής από τους ενάγοντες προβαίνει στις 22-1-1985 στην αγορά στο όνομα και για λογαριασμό των εναγόντων ποσοστού 5,245% εξ αδιαιρέτου κατ' ισομοιρίαν ενός αγρού, συνολικής έκτασης 7.626 τ.μ., που βρίσκεται στον Άγιο Μάμα Χαλκιδικής στην τοποθεσία "Πόρτες", για την οποία (αγορά) συντάχθηκε το υπ' αριθ. .../22-1-1985 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Μεταξά. Από την ανάγνωση του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου προκύπτει ότι η εναγομένη-εντολοδόχος ήταν και πωλήτρια του ακινήτου, αφού ήταν κυρία αυτού, γεγονός που οι ενάγοντες έμαθαν όταν τους απεστάλη στην Αυστραλία αντίγραφο αυτού, μετά πάροδο αρκετού χρόνου από τον ως άνω χρόνο καταρτίσεως της πωλήσεως, συγχρόνως δε αυτή (εναγομένη) τους απέστειλε και ένα ιδιόγραφο σημείωμα στο οποίο ανέφερε το τίμημα της πώλησης, το οποίο αναγράφετο στο συμβόλαιο και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για τη σύναψη αυτού (συμβολαίου) και γενικά για την ολοκλήρωση σ' αυτούς της μεταβιβάσεως του ακινήτου.
Πιο συγκεκριμένα η εναγομένη, στα πλαίσια της υποχρέωσής της να τους πληροφορήσει σχετικά με την υπόθεση που της ανατέθηκε, τους ανέφερε ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας ήταν 680.000 δραχμές, η αμοιβή της συμβολαιογράφου και τα έξοδα μεταγραφής ήταν 15.322 δραχμές, η αμοιβή του δικηγόρου ήταν 35.000 δραχμές, τα πάγια τέλη ύδρευσης ήταν 7.000 δραχμές και τα έξοδα για την μετάβαση και επιστροφή τρεις φορές στον τόπο, όπου βρισκόταν το ακίνητο ήταν 15.000 δραχμές.
Ως προς τα εν λόγω, από πλευράς της εναγομένης, επικαλούμενα έξοδα προς εκτέλεση της δοθείσης σ' αυτήν εντολής από τους ενάγοντες πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από την ανάγνωση του προαναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου δεν προκύπτει σύμπραξη δικηγόρου και άρα δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 35.000 δραχμών, πέραν του ότι η εναγομένη ούτε καν επικαλείται ποιος ήταν ο δικηγόρος, ούτε κάποια σχετική απόδειξη προσκομίζει, αρκούμενη απλώς στον ισχυρισμό ότι δεν ενθυμείται το όνομα αυτού.
Αλλά και έρευνα στο σχετικό υποθηκοφυλακείο για την συγκεκριμένη υπόθεση δεν απαιτείτο, αφού η ίδια ήταν η ιδιοκτήτρια του πωληθέντος ακινήτου και ασφαλώς εγνώριζε την ύπαρξη η μη βαρών επ' αυτού, δεν υπήρχαν δε τέτοια επ' αυτού, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο. Αλλά ούτε και η δαπάνη των 7.000 δραχμών δεν αποδεικνύεται, αντιθέτως προέκυψε ότι το εν λόγω ακίνητο δεν είχε σύνδεση υδρεύσεως, προϋπόθεση απαραίτητη για να δικαιολογεί καταβολή παγίων τελών ύδρευσης, αλλά ούτε και το ως άνω ποσό των 15.000 δραχμών ως εξόδων μεταβάσεως της εναγομένης στον Άγ.
Μάμα, όπου κείται το ακίνητο, δικαιολογείται, δεδομένου ότι η ίδια ως ιδιοκτήτρια αυτού το γνώριζε. Δαπάνη αποδεικνυόμενη ότι καταβλήθηκε από την εναγομένη είναι αυτή των 60.255 δραχμών που αναλογεί στο φόρο μεταβίβασης και όχι αυτή των 63.000 δραχμών, ως αβασίμως διατείνεται αυτή (εναγομένη). Ως τίμημα πωλήσεως αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο αυτό των 680.000 δραχμών, το οποίο όμως αν είναι η πραγματική αξία αυτού ή όχι δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης, καίτοι εκ πρώτης όψεως φαίνεται υπερτιμημένο, αν ληφθεί υπόψη η εκτίμηση στην οποία προβαίνει η αρμόδια οικονομική εφορία το έτος 1982, όταν αγοράσθηκε αυτό από την εναγομένη, και η οποία εκτιμά την αξία του στο ποσό των 400.000 δραχμών.
Έτσι, η εναγομένη, μολονότι τυπικά δεν υπερέβη τα όρια της δοθείσας εντολής, αφού, σύμφωνα με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο, είχε την ευχέρεια να επιλέξει η ίδια οποιοδήποτε ακίνητο και σε οποιαδήποτε τιμή η ίδια θα ενέκρινε, το οποίο (ακίνητο) θα ήταν κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπως η βούληση των εναγόντων της γνωστοποιήθηκε, ανεξαρτήτως του γενικού περιεχομένου του ως άνω σχετικού πληρεξουσίου προς αυτήν, ωστόσο διαφαίνεται κατά την εκτέλεση αυτής (εντολής) ότι η εναγομένη μάλλον τα συμφέροντα αυτής είχε ως στόχο και όχι τα συμφέροντα των εντολέων της-εναγόντων.
Πάντως, ανεξαρτήτως όλων των ανωτέρω, απέμεινε στην εναγομένη ως υπόλοιπο ποσό από το ως άνω συνολικό ποσό που της δόθηκε για την εκτέλεση της εντολής, το ποσό των 179.744 (920.000 - 680.000 - 60.256) δραχμών, το οποίο δεν απέδωσε στους ενάγοντες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη στις 13-2-1986 προέβη στην αγορά ποσοστού εξ αδιαιρέτου 16,19% ενός αγρού ευρισκομένου στην Αγ.
Τριάδα του Νομού Θεσσαλονίκης, συνολικής έκτασης 5.250 τ.μ., για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθ. .../13-2-1986 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Χρυσοστόμου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτή (εναγομένη) στην αγορά του ως άνω ακινήτου προέβη στα πλαίσια της δοθείσας σ' αυτήν εντολής και για λογαριασμό αυτών, ενεργώντας ως έμμεσος αντιπρόσωπός τους με χρήματά τους, διατεινόμενοι ότι τελικώς το συνολικό ποσό που αυτή δαπάνησε για την αγορά του ως άνω πρώτου ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 255.578 δραχμών, όπως αυτό ανέλυαν στην αγωγή τους.
Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η εναγομένη στην ως άνω αγορά του δεύτερου ακινήτου προέβη αποκλειστικά για τον εαυτό της, ανεξαρτήτως του αν δαπάνησε το προαναφερόμενο υπόλοιπο ποσό που οι ίδιοι της κατέβαλαν γι' αυτή (αγορά), αφού η εντολή που της παρείχαν οι ενάγοντες έληξε με την αγορά στο όνομά τους του πιο πάνω πρώτου ακινήτου.
Αυτό αποδεικνύεται, εκτός άλλων, και από τις δύο εξώδικες δηλώσεις που απέστειλαν οι ενάγοντες στην εναγομένη στις 25-7-2005 την πρώτη και στις 24-1-2006 την δεύτερη, τις οποίες αμφότεροι οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν, όπου, αφού διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι αυτή (εναγομένη) κατά την ανατεθείσα σ' αυτήν εντολή εξοικονόμησε για τον εαυτό της το υπερτίμημα από την αγοραπωλησία του πρώτου ακινήτου, ενώ, επίσης, τους χρέωσε με έξοδα τα οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, κατόπιν αυτού ζητούσαν, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από τις παράνομες πράξεις της, να προβεί στις εξής ενέργειες:
α) να προχωρήσει σε ανταλλαγή των δύο ως άνω ακινήτων λαμβάνοντας πίσω το δικό της ακίνητο στον Άγιο Μάμα Χαλκιδικής και μεταβιβάζοντας στους ίδιους το ακίνητο που απέκτησε με τα χρήματά τους στη Αγία Τριάδα Θεσσαλονίκης και β) να τους μεταβιβάσει το ως άνω ακίνητο στην Αγία Τριάδα καθώς και άλλο ένα που αγόρασε για τον εαυτό της στη Χαλκιδική, προκειμένου να ανορθώσει τη ζημία που υπέστησαν, αφού, όπως εκθέτουν στο ως άνω δεύτερο εξώδικο, με τα χρήματά τους, αυτή (εναγομένη) αγόρασε ακίνητα για τον εαυτό τους.
Ο περαιτέρω ισχυρισμός της δεύτερης ενάγουσας κατά τη διάρκεια της παροχής διασαφήσεων που της ζητήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνιστάμενος στο ότι το έτος 2005 πληροφορήθηκε από την μητέρα της ότι η εναγομένη - αδελφή της χρησιμοποίησε τα χρήματα που αυτή και ο σύζυγός της (ενάγοντες) της απέστειλαν για την αγορά του εν λόγω δεύτερου ακινήτου δεν αποδεικνύει από μόνος του, και αληθής υποτιθέμενος, ότι κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας αυτής ενήργησε ως έμμεσος αντιπρόσωπός τους και στα πλαίσια της εντολής που της δόθηκε, η οποία, όπως αποδείχθηκε, περατώθηκε, έστω και πλημμελώς με την αγορά του πρώτου ακινήτου, κατ' ισομοιρίαν στους ενάγοντες, δηλαδή του κείμενου στον Άγιο Μάμα Χαλκιδικής".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε του αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που επιδιώκετο με την ένδικη αγωγή η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα, να συμπράξει η τελευταία στην κατάρτιση συμβολαίου μεταβίβασης κατά πλήρη κυριότητα και κατ' ισομοιρίαν προς τους ενάγοντες του ως άνω αγορασθέντος στο όνομα της εναγομένης δεύτερου ακινήτου που βρίσκεται στην Αγία Τριάδα του Νομού Θεσσαλονίκης, καθόσον για την αγορά του τελευταίου η εναγομένη ενήργησε ως έμμεσος αντιπρόσωπός τους, αγοράζοντας αυτό στο όνομά της, για λογαριασμό όμως αυτών (εναγόντων) και με τα χρήματα που της είχαν δώσει, σε εκτέλεση της εντολής που της χορήγησαν δυνάμει του προρρηθέντος πληρεξουσίου εγγράφου, που συντάχθηκε ενώπιον του νόμιμου αναπληρωτή του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Μελβούρνη της Αυστραλίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 και 719 του ΑΚ, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι η εναγομένη απέκτησε την κυριότητα του ως άνω δεύτερου ακινήτου αποκλειστικά για τον εαυτό της, χωρίς να ενεργήσει ως έμμεσος αντιπρόσωπος των εναγόντων, αγοράζοντας το εν λόγω ακίνητο επ' ονόματι και για λογαριασμό της ίδιας και όχι των εναγόντων, ούτε σε εκτέλεση της εντολής που της είχαν χορηγήσει δυνάμει του πιο πάνω πληρεξουσίου εγγράφου, έστω και αν χρησιμοποίησε προς τούτο μέρος των χρημάτων που της είχαν δώσει προς εκτέλεση της άνω εντολής, δεν πληρούσαν το πραγματικό της άνω διατάξεως του άρθρου 719 του ΑΚ, για την εφαρμογή του οποίου πρέπει να συντρέξουν οι ως άνω προϋποθέσεις της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως.
Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς ότι δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διατάξεως του άρθρου 719 του ΑΚ, προκειμένου να δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, ότι η εναγομένη απέκτησε την κυριότητα του ως άνω δεύτερου ακινήτου αποκλειστικά για τον εαυτό της, χωρίς να ενεργήσει ως έμμεσος αντιπρόσωπος των εναγόντων για την αγορά του ακινήτου αυτού, ανεξάρτητα αν χρησιμοποίησε προς τούτο μέρος των χρημάτων που είχαν διαθέσει σ' αυτήν οι ενάγοντες για την εκτέλεση της άνω εντολής.
Η προβαλλόμενη δε από τους αναιρεσείοντες αιτίαση ότι με την αγορά του πρώτου ακινήτου στο όνομά τους δεν έληξε η εντολή που είχαν δώσει στην εναγομένη, όπως αντίθετα δέχεται το Εφετείο, αφού με την τελευταία παρείχετο σ' αυτήν η δυνατότητα αγοράς περισσότερων ακινήτων εφόσον επαρκούσαν τα χρήματα που έθεσαν στην διάθεσή της, δεν συνιστά αντίφαση προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες, η αγορά του δεύτερου οικοπέδου δεν έγινε σε εκτέλεση της εντολής κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου περί λήξης της εντολής δεν ασκούσε καμιά ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι, και αν ακόμη η εντολή εξακολουθούσε να ισχύει, μόνο η χρησιμοποίηση των χρημάτων που είχαν δοθεί σε εκτέλεση αυτής για την αγορά του δεύτερου ακινήτου στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης, χωρίς καμιά εσωτερική συνάφεια με την εντολή, δεν πληρούσε το πραγματικό του άρθρου 719 ΑΚ.
Για τον ίδιο λόγο, δεν συνιστά αντίφαση και ασάφεια της προσβαλλόμενης απόφασης η κρίση του Εφετείου, ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης το τίμημα που αγοράσθηκε το πρώτο των ως άνω ακινήτων επ' ονόματι των εναγόντων σε εκτέλεση της ένδικης εντολής, αφού, κι αν αυτό ήταν μεγαλύτερο του πράγματι καταβληθέντος και το εξοικονομηθέν πλέον του πραγματικού χρησιμοποιήθηκε από την εναγομένη για την αγορά του δεύτερου ακινήτου που αγοράσθηκε στο όνομά και για λογαριασμό της, δεν θεμελιώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 719 του ΑΚ, στο οποίο και μόνο έχει έρεισμα η ένδικη αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημά της.
Οι αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων θα ασκούσαν επίδραση στην έκβαση της δίκης μόνο στην περίπτωση που η αγωγή είχε έρεισμα σε υπαίτια μη εκπλήρωση της συμβάσεως της άνω εντολής, συνισταμένη σε αδικοπραξία της εναγομένης για την χρησιμοποίηση μέρους του άνω ποσού για την αγορά του δεύτερου ακινήτου για λογαριασμό της, με αίτημα την μεταβίβαση με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του δεύτερου αυτού ακινήτου, ως αυτούσια αποζημίωσή τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714, 914, 297, 298 ΑΚ, τέτοιο όμως έρεισμα δεν είχε η ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, και δέχεται και το Εφετείο, του οποίου η ουσιαστική έρευνα εξαντλείται στη θεμελίωση αυτής, ως προς το παραπάνω αίτημα, στο άρθρο 719 του ΑΚ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σε αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση (ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή. Ειδικότερα, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε σωστά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με όσα διαλαμβάνονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δηλαδή του υπ' αριθ. .../20-12-1984 πληρεξουσίου εγγράφου του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη ..., και συγκεκριμένα, ενώ αναφέρεται σ' αυτό, ότι η εντολή των εναγόντων προς την εναγομένη αφορά την αγορά περισσοτέρων ακινήτων για λογαριασμό τους, δέχεται ότι μετά την κατάρτιση της πρώτης αγοραπωλησίας η εντολή έληξε, δεν προβάλλεται σφάλμα ως προς την ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση όπως ακριβώς έχει, αλλά ως προς το τι δέχθηκε το δικαστήριο από την συνεκτίμηση των αποδείξεων, που το οδήγησαν στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα του προρρηθέντος δεύτερου ακινήτου σε εκτέλεση της εντολής που δίδεται σ' αυτήν με το ως άνω πληρεξούσιο.
Συνεπώς, ο κρινόμενος λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι σ' αυτόν αποδίδεται σφάλμα του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1).
Για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 580/1998), εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού (ΑΠ 1084/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ως εκ τούτου είναι αναιρετέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, "παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει ότι το τίμημα που αναγράφεται στην πρώτη αγοραπωλησία είναι υπερτιμημένο και παρά το γεγονός ότι δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη κατά την εκτέλεση της εντολής ενήργησε προς προστασία των ίδιων αυτής συμφερόντων και πάντως όχι προς το συμφέρον αυτών των εντολέων της, εν τέλει δέχεται ότι η πραγματική αξία του ακινήτου της πρώτης αγοραπωλησίας δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης, μολονότι το ζήτημα αυτό ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια της ύπαρξης αντίφασης στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το πιο πάνω άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-05-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1168/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ