Legislator Case Law & Legislation
1569/2011 AI generated

1569/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1569/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1569/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεδομένου ότι η μεταγραφή στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργεί αναδρομικά, ήτοι από το θάνατο του κληρονομουμένου (ΑΚ 1199), αρκεί αυτή να γίνει και μεταγενεστέρως και δεν εμποδίζεται η χρησικτησία εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της κτήσης της νομής, αφού τίτλος τακτικής χρησικτησίας δεν είναι η δήλωση αποδοχής, αλλά η κληρονομική διαδοχή, γιατί αυτή συνιστά τρόπο απόκτησης κυριότητας.

Keywords

AI generated
rural land rights right of habitation farmers' movement contractor's lien rights of landlord co-tenant
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1569 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1569/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπακωνσταντίνου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... και 2. Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κόρακα, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-1-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2010 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2010 αίτησή του και με τους από 17-12-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το εδάφιο β' της ΑΚ 785, που, κατά την επιταγή της ΑΚ 1113, έχει ανάλογη εφαρμογή επί συγκυριότητας, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι οι μερίδες είναι ίσες. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1193, 1195, 1198 και 1846 ΑΚ, νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομία υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής της κληρονομίας ή το σχετικό κληρονομητήριο.

Δεδομένου ότι η μεταγραφή στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργεί αναδρομικά, ήτοι από το θάνατο του κληρονομουμένου (ΑΚ 1199), αρκεί αυτή να γίνει και μεταγενεστέρως και δεν εμποδίζεται η χρησικτησία εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της κτήσης της νομής, αφού τίτλος τακτικής χρησικτησίας δεν είναι η δήλωση αποδοχής, αλλά η κληρονομική διαδοχή, γιατί αυτή συνιστά τρόπο απόκτησης κυριότητας.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' υτό που προσιδιάζουν στη δύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι μία αγροτική έκταση που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., συνολικής επιφάνειας 500 τ.μ., με την υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά διώροφη οικία και συνορεύει βόρεια και δυτικά με άλλη όμορη ιδιοκτησία των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, νότια με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Α..

Το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά ποσοστό 22/24 εξ αδιαιρέτου στον Χ. Α. Μ., δικαιοπάροχο των εναγόντων, δυνάμει του υπ' αριθμόν .../7-2-1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Σάββα Σαμαρίδη, που νόμιμα μεταγράφηκε, από αγορά από την μέχρι :τότε αληθινή κυρία Ε. χήρα Α. Κ. και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 2/24 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμόν .../8-6-1961 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, από αγορά από τα παρεκκλήσια Αγίου Ιωάννη Μόριας και Αγίου Ιωάννη Κυπαρισσιών Μυτιλήνης.

Πριν την αγορά του εν λόγω ακινήτου ο δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε αποκτήσει την κυριότητα, νομή και κατοχή ενός αγροτικού ακινήτου εκτάσεως 11.500 τ.μ. περίπου ομόρου με το ως άνω ακίνητο που αγόρασε, από κληρονομία, εκ δημόσιας και ιδιόγραφης διαθήκης του θείου του Θ. Μ. και του αμφιθαλούς αδελφού του Α.

Μ. οι οποίες δημοσιεύτηκαν νόμιμα κατά τα έτη 1944 και 1955 αντίστοιχα, την κληρονομιά των οποίων αποδέχθηκε σιωπηρά με την πάροδο απράκτου της προθεσμίας προς αποποίηση αυτής. Τα ανωτέρω όμορα ακίνητα του, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων αφαιρώντας την περίφραξη που υπήρχε στο όριό τους τα ενοποίησε εν τοις πράγμασι σε ένα ενιαίο ακίνητο, το οποίο έχει συνολική έκταση 12.007,57 τ.μ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, κατά το έτος 1961, δηλαδή μετά την αγορά του προαναφερθέντος ακινήτου σύναψε προφορικά με τον Δ. Κ. (πεθερό του εναγομένου) σύμβαση αγρομίσθωσης, αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας του παραχώρησε τη χρήση του όλου ακινήτου, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου με τη συμφωνία να το καλλιεργεί και να του αποδίδει μέρος των καρπών ως μίσθωμα, αλλά και να επιστατεί στο κτήμα και να φροντίζει τα οπωροφόρα δένδρα που υπήρχαν σ' αυτό για να μην καταστραφούν, καθώς ο Χ.

Μ. διέμενε στην Αθήνα. Κατά τον ίδιο χρόνο (1961) που ο Χ. Μ. αγόρασε το ως άνω επίδικο ακίνητο επισκεύασε με δικά του χρήματα την υπάρχουσα σ' αυτό ημιερειπωμένη τότε διώροφη αγροικία, και την παραχώρησε κατά χρήση, ύστερα από συμφωνία στον Δ. Κ. για να διαμένει εκεί με την οικογένεια του, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες επιστασίας που του παρείχε στο κτήμα του.

Το έτος 1963 ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων νυμφεύθηκε την κόρη του Δ. Κ., και ο εναγόμενος, κατόπιν συμφωνίας με τον Χ. Μ., υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση του ακινήτου και εγκαταστάθηκε στην ως άνω διώροφη οικία που επισκευάστηκε, με την γυναίκα του, αναλαμβάνοντας έναντι του Χ. Μ. όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με την παραπάνω μίσθωση ο πεθερός του.

Έκτοτε ο εναγόμενος διέμενε σ' αυτήν και καλλιεργούσε το μισθωθέν ακίνητο, κυρίως με τριφύλλι αλλά και με λαχανικά και κηπευτικά, καθώς και τα διάφορα οπωροφόρα δένδρα που υπάρχουν σ' αυτό, αποδίδοντας κατ' έτος στον Χ. Μ. ως μίσθωμα μέρος των καρπών από την καλλιέργεια. Το έτος 1988 ο Χ. Μ. απεβίωσε και κατέλιπε την από 10-10-1971 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 3391/4-10-1988 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την εν λόγω διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του σε όλα τα περιουσιακά του, στοιχεία που υπήρχαν κατά το θάνατο του, τους ενάγοντες γιο και εγγονό του, αντίστοιχα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Την παραπάνω, κληρονομιά οι ενάγοντες αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμόν .../24-5-1991 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Νικόλαου Οικονομόπου-λου, και με την υπ' αριθμόν .../3-3-1997 συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Πέρσας Αβαγιάννη, οι οποίες αμφότερες μετεγράφηκαν νόμιμα.

Μετά το θάνατο του Χ. Μ., οι ενάγοντες ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του, υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση του επιδίκου και έκτοτε ο εναγόμενος αναγνωρίζοντας αυτούς ως τους νέους εκμισθωτές του ακινήτου, κατέβαλε εις αυτούς ετησίως μέρος των καρπών ως μίσθωμα, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ή των ιδίων επί της διώροφης αγροικίας και του αγορασθέντος οικοπέδου των 500 τ.μ., που ήταν κτισμένη η εν λόγω αγροικία.

Κατά το έτος όμως 2003 ο εναγόμενος για πρώτη φορά αντιποιούμενος την νομή των εναγόντων επί του επιδίκου, ισχυρίστηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Μ., το έτος 1963 του εδώρησε ατύπως ενόψει του γάμου του με την κόρη του Δ. Κ., την ως άνω διώροφη αγροικία και το οικόπεδο των 500 τ.μ, που είναι κτισμένη και έκτοτε κατακρατεί αυτά ισχυριζόμενος όχι τα απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, αρνούμενος να τα αποδώσει στους ενάγοντες.

Ο ισχυρισμός αυτός που προβάλλεται από τον εναγόμενο δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ως κύριος και νομέας της ως άνω διώροφης αγροικίας και του οικοπέδου των 500 τ.μ. που την περιβάλλει, κατά το έτος 1980, προέβη σε εκτεταμένες επισκευές της εν λόγω αγροικίας καταβάλλοντας μεγάλο χρηματικό ποσό για την επισκευή της, ύστερα από άδεια που του χορηγήθηκε με την υπ' αριθμόν .../1980 οικοδομική άδεια του αρμόδιου Πολεοδομικού γραφείου Μυτιλήνης, με επιβλέποντες μηχανικούς για την εκτέλεση των εργασιών τους Γ.

Β. και Δ. Γ., επισκευές στις οποίες προφανώς αυτός δεν θα προέβαινε αν όντως κατά το έτος 1963 είχε δωρήσει ατύπως την επίδικη οικία στον εναγόμενο, όπως αυτά αβάσιμα ισχυρίζεται. Εξάλλου, τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, δεν αποδείχθηκε ότι τον συνδέει συγγενική σχέση ή φιλία με τον εναγόμενο ή τον πεθερό του Δ.

Κ., ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι υπήρχε κάποιος άλλος λόγος, που να δικαιολογεί την επικαλούμενη δωρεά, εκ μέρους του Χ. Μ. προς αυτόν, και μάλιστα το 1963, δύο δηλαδή χρόνια μετά την αγορά του επιδίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές τα Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, αφού νεμήθηκαν αυτό με διάνοια συγκυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ήτοι "την υπ' αριθμ. .../24.5.1991 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που νόμιμα μεταγράφηκε κατά το έτος 1991, όπως αυτή συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε με την υπ' αριθμόν .../3.3.1997 συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομίας" για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (10.2.2004) και πάντως (με τον επικαλούμενο επίσης στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας), αφού νεμήθηκαν αυτό με διάνοια συγκυρίου πάνω από είκοσι χρόνια με συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, έχοντας εκφέρει όμοια κρίση, είχε δεχθεί την περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με τον πρωτότυπο πιο πάνω τρόπο, ήτοι την τακτική και την έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 10141, 1045 και 1051 ΑΚ), διέλαβε στην απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρεται, ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως συγκληρονόμοι δυνάμει της από 10.10.1971 ιδιόγραφης διαθήκης του κατά το έτος 1988 αποβιώσαντος Χ. Μ., πατέρα του πρώτου και παππού του δευτέρου, την κληρονομία του οποίου - στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο - αποδέχτηκαν με την .../24.5.1991 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Νικόλαου Οικονομόπουλου, όπως συμπληρώθηκε με τη δήλωσή τους αποδοχής κληρονομίας .../3.3.1997 ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Πέρσας Αβαγιάννη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με τακτική και πάντως με έκτακτη χρησικτησία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της συγκυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους με τακτική χρησικτησία εξαιτίας της συμπληρωματικής πιο πάνω δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, αφού, το γεγονός της καθυστέρησης της συμπληρωματικής αυτής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, δεν εμπόδισε τους αναιρεσιβλήτους να νέμονται το επίδικο από την επαγωγή σε αυτούς της κληρονομίας, ήτοι από τον κατά το έτος 1988 θάνατο του κληρονομούμενου Χ.

Μ. με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη και, συνακόλουθα την απόκτηση από αυτούς της συγκυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, αφού, όπως προεκτέθηκε, τίτλος τακτικής χρησικτησίας δεν είναι η δήλωση αποδοχής της κληρονομίας, αλλά η κληρονομική διαδοχή. Το Εφετείο, επίσης, δέχεται με σαφήνεια ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Χ.

Α. Μ., άρχισε να χρησιδεσπόζει το επίδικο, αφότου καταρτίστηκαν τα αγοραπωλητήρια πιο πάνω - ... και .../1961 - συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Σάββα Σαμαρίνη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ασκώντας σ'αυτό τις πράξεις νομής που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή με τη σύναψη με τον πεθερό του αναιρεσείοντος, Δ.

Κ., για το μεγαλύτερο πιο πάνω ακίνητο - στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο - σύμβασης αγρομίσθωσης αόριστου χρόνου, στην οποία υπεισήλθε, κατόπιν συμφωνίας με τον Χ. Α. Μ., ο αναιρεσείων κατά το έτος 1963 - όταν νυμφεύτηκε τη θυγατέρα του Δ. Κ. - και επισκευή με δικά του χρήματα της υπάρχουσας στο επίδικο ημιερειπωμένης τότε διώροφης αγροικίας, την οποία και παραχώρησε αρχικά στο Δ.

Κ. για να διαμένει εκεί με την οικογένειά του και στη συνέχεια (το έτος 1963) στον αναιρεσείοντα, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες επιστασίας που του παρείχαν στο κτήμα του. Δέχεται, επίσης, με σαφήνεια το Εφετείο, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων συνέχισε να νέμεται το επίδικο μέχρι τον κατά το έτος 1988 θάνατό του και στη συνέχεια νέμονταν αυτό οι αναιρεσίβλητοι, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του, μέχρι το έτος 2003, οπότε ο αναιρεσείων "για πρώτη φορά αντιποιούμενος τη νομή των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) επί του επιδίκου, ισχυρίστηκε, ότι ο δικαιοπάροχός τους, Χ.

Μ., το έτος 1963, του δώρησε ατύπως ενόψει του γάμου του με την κόρη του Δ. Κ., την ως άνω διώροφη αγροικία και το οικόπεδο των 500 τ.μ., που είναι κτισμένη και έκτοτε κατακρατεί αυτή, ισχυριζόμενος ότι τα απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, αρνούμενος να τα αποδώσει στους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους)". Επομένως, οι πρώτος του κυρίου δικογράφου και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ. 19, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για ανεπαρκή αιτιολογία, γιατί το Εφετείο δεν αναφέρει συγκεκριμένα, ότι οι "μαρτυρικές καταθέσεις των Μ. Π., Δ. Κ. και Α. Α." λήφτηκαν υπόψη για το σχηματισμό του πορίσματος - το οποίο κατά τα άνω εδώ διατυπώνεται σαφώς - πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, όπως ορθά εκτιμάται, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 9 περίπτ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε αυτό την ένδικη αγωγή και ως προς τη βάση της ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1988 δικαιοπαρόχου των, Χ. Α. Μ., χωρίς σχετικό αγωγικό αίτημα. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μεν, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το αμέσως πιο πάνω αγωγικό αίτημα, δεν ασχολήθηκε όμως αυτό, αφού, όπως δέχθηκε περαιτέρω, κατά της πρωτόδικης απόφασης, ως προς την αμέσως πιο πάνω απορριπτική της κρίση δεν ασκήθηκε έφεση από μέρους των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων). Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με τις σ'αυτή ειδικότερες αιτιολογίες ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, ο ερευνώμενος αυτός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

III. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά. Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της εν λόγω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Επομένως, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται διαστολή "ποια από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι εκτιμήθηκαν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή απλώς για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο, γιατί χωρίς απόδειξη δέχτηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι "μετά το θάνατο του Χ. Μ., οι ενάγοντες ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του, υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση του επιδίκου και έκτοτε ο εναγόμενος αναγνωρίζοντας αυτούς ως τους νέους εκμισθωτές του ακινήτου κατέβαλε εις αυτούς ετησίως μέρος των καρπών ως μίσθωμα, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ή των ιδίων ..." πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά αιτιολογημένη άρνηση στην ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου), που προτάθηκε νόμιμα από αυτόν με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης στο Εφετείο, με τον οποίο ισχυρίστηκε, ότι έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), ως έχοντας στη νομή του το επίδικο από το έτος 1963, που του το δώρησε ατύπως, ενόψει του γάμου του, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Χ.

Μ., μέχρι σήμερα, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" προταθέντα, που η παράλειψή τους να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική τους βάση και αποτελούν αιτιολογημένοι άρνηση αυτής, αποκρουόμενοι με την παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Τέτοια άρνηση αποτελεί και η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της ταυτότητας του διεκδικούμενου ακινήτου. Πράγμα, επίσης, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' (και όχι και από τον αριθμό 19) πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προτάθηκε νόμιμα από αυτόν με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης στο Εφετείο και ειδικότερα, ότι "στις υπ' αριθμ. .../24.5.1991 και .../3.3.1997 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, επί των οποίων βασίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες αποδέχονται ότι το επίδικο ακίνητο "συνορεύει μεταξύ άλλων με ιδιοκτησίες Β.

Α. (αναιρεσείοντος), ήτοι νοτιοανατολικά με την επίδικη ιδιοκτησία και νοτιοδυτικά με έτερη ιδιοκτησία (του)", δηλαδή, ότι με τις πιο πάνω δηλώσεις αποδοχής, "οι αντίδικοι αποδέχτηκαν ένα ακίνητο, το όμορο του επιδίκου, καθώς γνώριζαν ότι το επίδικο (του) ανήκει", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά ανεπτυγμένη άρνηση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία το επίδικο δεν ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στους τίτλους των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια - από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ. β' - πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις "μαρτυρικές καταθέσεις των Μ. Π., Δ. Κ. και Α. Α." που πρότεινε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων με την έφεση και τις προτάσεις του στα δικαστήρια της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως απαράδεκτος, γιατί οι μαρτυρικές αυτές καταθέσεις αποτελούν αποδεικτικό μέσο και όχι "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης.

VI. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 2915/2001, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 2. του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση κ.λ.π, είναι δε αδιάφορο, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.

αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2915/2001, εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των διαδίκων.

Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης - ο πέμπτος, κατ' ορθή εκτίμησή του -, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την παραδοχή της ένδικης αγωγής, έλαβε παρά το νόμο υπόψη την .../1980 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού γραφείου Μυτιλήνης, δηλαδή έγγραφο, που οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του με τις προτάσεις τους της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως, αφού η επίκληση και προσκομιδή του από αυτούς είχε γίνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών τους, απαραδέκτως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απέκρουσε το εν λόγω έγγραφο ως απαράδεκτο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, αλλά, αντίθετα κρίνοντας παραδεκτή την ενώπιόν του με ρητή επίκληση προσκομιδή του, το έλαβε υπόψη και το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά αυτό.

VΙI. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει, άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ένορκη βεβαίωση της Δ.

Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης, για την οποία συντάχτηκε η πράξη ../10.10.2005 της εν λόγω Ειρηνοδίκη, καθώς και εκείνες των Μ. Π. και Α. Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Γεωργίου Μάρκου, για τις οποίες συντάχθηκε η πράξη .../15.3.2005 του εν λόγω συμβολαιογράφου, που λήφτηκαν με επιμέλεια του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ο οποίος και τις προσκόμισε με επίκληση, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ένστασής του για κτήση από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και, συγκεκριμένα, των θεμελιωτικών της ένστασης αυτής περιστατικών, ότι συντελέστηκε το έτος 1963 άτυπη δωρεά του επιδίκου και της διώροφης αγροικίας που είναι οικοδομημένη σ' αυτό από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) προς αυτόν και το είχε έκτοτε μέχρι σήμερα στη νομή του, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετία.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα από την ειδική σ' αυτή μνεία των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων με την επισήμανση ότι αυτές "λήφτηκαν με επιμέλεια του εναγομένου μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων" σε συνδυασμό με τις λοιπές σκέψεις που περιέχονται στην εν λόγω απόφαση για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος ενόψει μάλιστα και της αναφοράς της, ότι "τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, δεν αποδείχτηκε ότι τον συνδέει συγγενική σχέση ή φιλία με τον εναγόμενο ή τον πεθερό του Δ.

Κ., ούτε επίσης αποδείχτηκε ότι υπήρχε κάποιος άλλος λόγος, που να δικαιολογεί την επικαλούμενη δωρεά, εκ μέρους του Χ. Μ. προς αυτόν και μάλιστα το 1963, δύο δηλαδή χρόνια μετά την αγορά του επιδίκου", δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του κα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ανεξάρτητα από το εάν τις έκρινε μη πειστικές.

VΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όπως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου και τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο κάτω εγγράφων, ήτοι Α) των .../24.5.1991 και .../3.3.1997 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς, με το να δεχθεί ότι περιήλθε το επίδικο στους ήδη αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, ενώ από το συνδυασμό των ως άνω δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας προκύπτει, ότι αυτοί αποδέχθηκαν ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχό τους με κληρονομία από τους Α.

Δ. Μ. και Θ. Δ. Μ. και όχι ότι ο δικαιοπάροχός τους Χ. Α. Μ. το είχε αγοράσει με τα .../7.2.1961 και .../6.8.1961 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Σάββας Σαμαρίδη, δηλαδή οι εν λόγω δηλώσεις δεν περιλαμβάνουν και το επίδικο ακίνητο και Β) της .../1980 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Μυτιλήνης, με το να δεχθεί ότι αφορά στην επίδικη οικία, συνακόλουθα, ότι αποδεικνυόταν από αυτήν, ότι είχαν ενεργηθεί στην τελευταία πράξεις νομής από τον δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, ενώ από την απλή ανάγνωση της ως άνω οικοδομικής άδειας και τη θεώρηση του σχετικού διαγράμματος συνάγεται αβίαστα ότι αυτή αφορά στο μεγάλο οίκημα (τον λεγόμενο ...) που βρίσκεται στην όμορη ιδιοκτησία των 11,5 στρεμμάτων και όχι στην επίδικη οικία.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, προεχόντως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, εφόσον με αυτούς δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.7.2010 αίτηση και τους από 16.12.2010 πρόσθετους λόγους του Α. Β. του Ε. για αναίρεση της 169/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής έδρας Μυτιλήνης).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ