Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling general mention suffices without specific itemized analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the revocation of a gift due to ingratitude. The appellant argued the lower court failed to consider specific documentary evidence and witness testimony submitted to prove the recipient's misconduct. The court held that a general reference to all evidence types in the judgment is sufficient, and the appeal was inadmissible because the lower court properly evaluated the weight of the witness testimony without needing separate analysis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-evaluate the weight of evidence, and an appeal based on failure to consider specific evidence is inadmissible if the judgment generally acknowledges all submitted means and the lower court's assessment is not arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1569 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1569/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Δ. Κ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κωνσταντόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. χας Ε. Κ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Κουτσουμπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6280/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 709/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 2032 έως 2034 και 505 έως 511 του ΑΚ προκύπτει ότι η δωρεά αιτία θανάτου, και αν ακόμη συμφωνήθηκε αμετάκλητη, ανακαλείται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμά του αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή το σύζυγό του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση προς διατροφή του δωρητή.
Ως αχαριστία εννοείται οποιαδήποτε βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, η οποία αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων που επικρατούν στην κοινωνία για την ηθική ή την ευπρέπεια και οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού. Η ανάκληση δε της δωρεάς γίνεται με δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο και επιφέρει τα αποτελέσματά της αφότου περιέλθει προς αυτόν, εφόσον ο λόγος που τη θεμελιώνει είναι νόμιμος και αληθινός.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο και στο αποδεικτικό πόρισμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, περί ακυρότητας της ανάκλησης δωρεάς λόγω αχαριστίας: "Δυνάμει του …/30-03-1981 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κατσούλα-Γρηγοράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ε.
σύζυγος Μ. Μ. μεταβίβασε στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη θυγατέρα της ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 61,56 τ.μ., αποτελούμενο από τρία (3) κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους που βρίσκεται σε πολυκατοικία επί των Οδών … στη θέση "…" …και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτίως με ιδιοκτησία Δ.
Κ., ανατολικώς με οδό … και δυτικώς με ιδιοκτησία Σ. Ρ.. Περαιτέρω, η ανωτέρω δωρήτρια με την από 21-31989 εξώδικη δήλωσή της προς την ενάγουσα ανακάλεσε την ως άνω δωρεά για λόγους αχαριστίας της τελευταίας και συγκεκριμένα γιατί μετά τη δωρεά η ενάγουσα επέδειξε έναντι αυτής πλήρη αδιαφορία, καίτοι ήταν υπερήλικη και ασθενής και είχε και οικονομική ένδεια.
Την ως άνω εξώδικη δήλωση ακολούθησε και συμβολαιογραφική δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς (βλ. την με αριθμό …/17-01-1990 πράξη της συμβολαιογράφου Ν. Ερυθραίας Αικατερίνης Ζαχαρία-Μπασούκου), με την οποία η δωρήτρια επανέλαβε ότι ανακαλεί τη δωρεά, λόγω αχαριστίας της ενάγουσας, καθόσον η τελευταία αδιαφόρησε παντελώς γι' αυτήν.
Στις 26-05-1993 η δωρήτρια απεβίωσε σε ηλικία 91 ετών, έκτοτε δε η εναγομένη-αναιρεσείουσα θυγατέρα αυτής και αδελφή της ενάγουσας, κατέλαβε και κατέχει το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο είναι ημιυπόγειο, κατασκευής 1961, και είναι πλήρως αποπερατωμένο πλην του πατώματος της κουζίνας και της τραπεζαρίας που είναι από μπετόν (χωρίς επένδυση πλακιδίων κλπ), αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (έτους 1997) περίπου 5.500.000 δραχμών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέδραμε ενεργώς τη δωρήτρια καθ' όλο το χρονικό διάστημα πριν την κατάρτιση της δωρεάς μέχρι την ανάκληση αυτής, αλλά και μετά την ανάκλησή της έως το θάνατο της μητέρας της (1993), αφού προέκυψε ότι μετέβαινε στην οικία της τελευταίας, προκειμένου να φροντίσει την προσωπική καθαριότητα αυτής, την καθαριότητα του επιδίκου, την παρασκευή φαγητού και τη συνόδευε σε κλινικές και εργαστήρια για να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά την κατάρτιση της δωρεάς συμπεριφέρθηκε άσχημα στη μητέρα της, ούτε φάνηκε αχάριστη απέναντί της, δεδομένου ότι ήταν η μοναδική θυγατέρα της που διέμενε πλησίον της, αφού η εναγομένη δεν είχε τη δυνατότητα να περιποιείται τη δωρήτρια μητέρα της, διότι μέχρι το έτος 1989 έμενε εκτός Αθηνών, επειδή ο σύζυγός της ήταν δημόσιος υπάλληλος (πυροσβέστης) και υπηρετούσε στην επαρχία, οι δε δύο άλλες θυγατέρες της δωρήτριας διέμεναν μακριά της.
Την κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο και στα ακόλουθα περιστατικά: α) όταν μετά την ανάκληση της δωρεάς ο σύζυγος της ενάγουσας πήγε στην οικία της δωρήτριας για να τη μεταφέρει στον λιμάνι του Πειραιά προκειμένου να. μεταβεί στην Κρήτη για διακοπές, όπως συνήθιζε, όπου την ανέμενε η εγγονή της Ε. Τ., διαπίστωσε ότι η πεθερά του (δωρήτρια) δεν είχε την ταυτότητα και το βιβλιάριο των καταθέσεών της, αφού της τα είχε αφαιρέσει η εναγομένη, για να ματαιώσει τη μετάβασή της στην Κρήτη, β) μετά την ανάκληση της δωρεάς έτος 1989, όταν η ενάγουσα πήγε να επισκεφθεί την δωρήτρια σε κλινική πλησίον του ηλεκτρικού σταθμού Νέου Ηρακλείου η εναγομένη προκάλεσε σε βάρος της επεισόδιο λέγοντάς της "να φύγεις και να μη ξαναπατήσεις εδώ", γ) λίγο πριν το θάνατο της δωρήτριας (1993) η ενάγουσα την επισκέφθηκε προκειμένου να την περιποιηθεί αλλά δέχτηκε επίθεση από την εναγομένη, η οποία τη χτύπησε στο πρόσωπο λέγοντάς της "να μη ξαναπατήσεις εδώ, το σπίτι είναι δικό μου", εννοώντας το επίδικο.
Τα παραπάνω εναρμονίζονται πλήρως με το υπάρχον στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό και δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, που περιέχεται στην εισηγητική έκθεση, δεδομένου ότι η μαρτυρία της τελευταίας περιέχει αντιφάσεις.
Ειδικότερα η εν λόγω μάρτυς κατέθεσε "δεν γνωρίζω αν η ενάγουσα υπέπεσε σε παράπτωμα μετά τη σύσταση της δωρεάς μέχρι το 1985. Δεν μπορώ να σας απαντήσω αν υπέπεσε η ενάγουσα σε παράπτωμα από το 1985 και μετά...", "όταν έγινε η ανάκληση η γιαγιά ήταν σε κατάσταση αναλαμπής", όπου διαφαίνεται ότι η δωρήτρια λόγω γήρατος είχε επιβαρημένη πνευματική κατάσταση.
Περαιτέρω το περιστατικό που αναφέρει η μάρτυς της εναγομένης ότι μετά την ανάκληση της δωρεάς η ενάγουσα μετέβη στην οικία της δωρήτριας μητέρας της για να της ζητήσει το λόγο και σε διαπληκτισμό που επακολούθησε την απώθησε και την έριξε κάτω και αληθές υποτιθέμενο δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αχαριστίας, για τον οποίο ανεκλήθη η ένδικη δωρεά, αφού η ανάκληση είχε ήδη προηγηθεί.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάκλησης της ανωτέρω δωρεάς και, δεχόμενο την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι η ανωτέρω ανάκληση της επίμαχης δωρεάς, που έγινε με την …/1990 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ζαχαριά, είναι άκυρη.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2032 έως 2034 και 505 έως 511 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στη συμπεριφορά της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης κατά το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της επίδικης δωρεάς και μέχρι την ανάκλησή της, δε συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάκληση αυτής (δωρεάς).
Η επιπλέον δε αναφορά από την προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικών, που ανάγονται (και) στη συμπεριφορά της ενάγουσας πριν την κατάρτιση και μετά την ανάκληση της δωρεάς, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της, αφορά πλεοναστικές αιτιολογίες, προς ενίσχυση της κρίσεως του Δικαστηρίου για τη μη ύπαρξη λόγου ανάκλησης και, συνεπώς, δεν πρόκειται για εσφαλμένη υπαγωγή περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα. Επίσης, κρίνοντας το Εφετείο, όπως ανωτέρω, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και με βάση τα οποία δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ανακλήσεως της πιο πάνω δωρεάς αιτία θανάτου και, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, συνακόλουθα δε, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η αναιρεσείουσα προς επιστήριξη του ως άνω λόγου αναίρεσης (από τον αριθ.19) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και τις αιτιάσεις ότι: α) στερείται αιτιολογίας, διότι δεν περιλαμβάνει "συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με καθορισμό τόπου, χρόνου και τρόπου συνδρομής, ενεργώς, της αναιρεσίβλητης δωρεοδόχου προς τη μητέρα της δωρήτρια, αλλά περιέχει πορίσματα, γενικές κρίσεις και τεκμήρια, όπως "συνέδραμε ενεργώς" "συμπεριφέρθηκε άσχημα", "φάνηκε αχάριστη", "διέμενε πλησίον της", "έμενε εκτός Αθηνών", "οι δε δύο άλλες θυγατέρες της δωρήτριας διέμεναν μακριά της" χωρίς να προσδιορίζει διεύθυνση, και β) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ (το Εφετείο) στηρίζει την κρίση του για τη μη ύπαρξη λόγου ανάκλησης και σε περιστατικά που επισυνέβησαν μετά την ανάκληση της δωρεάς, στη συνέχεια αναφέρει, ότι το προαναφερόμενο περιστατικό που κατέθεσε η μάρτυς της εναγομένης περί διαπληκτισμού μεταξύ της δωρήτριας και δωρεοδόχου, και αληθές υποτιθέμενο, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αχαριστίας, για τον οποίο ανεκλήθη η ένδικη δωρεά, αφού η ανάκληση είχε ήδη προηγηθεί.
Οι υπό στοιχείο α' αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε διατυπώνεται σαφώς. Επίσης, απαράδεκτες είναι και υπό στοιχείο β' αιτιάσεις, αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύεται ο από τον αριθ.19 του άρθρου 550 ΚΠολΔ λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας αναφέρεται σε επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, όπως εν προκειμένω.
Άλλωστε, δεν υφίσταται η επικαλούμενη αντίφαση, δεδομένου ότι η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στα προαναφερόμενα περιστατικά μετά την ανάκληση της δωρεάς, έγινε, όπως προαναφέρθηκε, προς ενίσχυση της κρίσης για τη μη ύπαρξη λόγου ανάκλησης της δωρεάς. 2.- Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ14/2004).
Ο ως άνω λόγος ιδρύεται και όταν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο λόγο έφεσης, όχι όμως όταν τον απέρριψε, έστω και σιωπηρώς και υπό την προϋπόθεση ότι ο προβαλλόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγμα που δε συμβαίνει όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΟλΑΠ 2/1989).
Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκην ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν' απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.
Εάν συνεπώς το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας σχετικούς με την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον τρίτο λόγο της έφεσής της με τον οποίο παραπονέθηκε, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε αφενός να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ανάκλησης της δωρεάς και αφετέρου να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου..
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης και να την κρίνει βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχθηκε και ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη και, συνεπώς, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αμέσως πιο πάνω λόγο έφεσης.
Επίσης, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα, ήτοι τον διατυπούμενο με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης της εναντίον της ένδικης αξίωσης, η οποία συνίσταται στο ότι ενώ η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη γνωρίζει ότι τα στοιχεία που αναφέρει η μητέρα της- δωρήτρια στην ανάκλησή της είναι βάσιμα και υποστατά, εν τούτοις μη σεβόμενη τη βούληση της τελευταίας, ζητεί την ακύρωση της ανάκλησης, στον οποίο και δεν απάντησε.
Ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώνεται, δεν είναι νόμιμος, αφού δεν μπορεί να στηρίξει την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Ενόψει, επομένως, της μη νομιμότητας της ένστασης αυτής, το Εφετείο σωστά εκ του πράγματος την απέρριψε από το λόγο αυτό και, έτσι, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο, αλλά και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της βασιμότητας του λόγου ανάκλησης της δωρεάς.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από 21-3-1989 εξώδικη δήλωση της δωρήτριας Ε. Μ. περί ανάκλησης της δωρεάς, β) την …/17-1-1990 πράξη της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Αττικής Αικατερίνης Μπασούκου- Ζαχαριά, γ) την από 12-1-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της δωρήτριας Ε. Μ. και δ) την κατάθεση της μάρτυρος Χ.
Κ.. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στην 986/1998 Εισηγητική έκθεση και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τα ως άνω έγγραφα, τα δύο πρώτα μάλιστα από τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την κατάθεση της μάρτυρος Χ.
Κ., η οποία επίσης ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του τρίτου από τα υπόλοιπα έγγραφα. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από την κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την ύπαρξη λόγου ανάκλησης της δωρεάς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας της κατάθεσης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-3-2009 αίτηση της Α. συζύγου Δ. Κ. για αναίρεση της 709/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ