1569/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 816/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 816/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1569/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει τούτων νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τους κληρονόμους της ανωτέρω αποβιώσασας διαδίκου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1569 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1569/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ ΑΡΡΕΝΩΝ ΚΑΙ ΘΗΛΕΩΝ-ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ", που εδρεύει στο Μεσολόγγι και τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή του ....., δικηγόρο, κάτοικο ....., ο οποίος έχει διορισθεί ως εκκαθαριστής αυτού, και 2. Χ2. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωστόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ......, 2. Ψ1 και 3. ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη που δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη (.....) απεβίωσε στις 10-3-2005 και κληρονομήθηκε από τα παιδιά της Ψ1 (2η αναιρεσίβλητη) και ..... (3η αναιρεσίβλητη) οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 816/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 816/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων(κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει του θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ...... αποβίωσε στις 10-3-2005. δηλαδή πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι δε δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, που είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη συζήτηση, αφενός ως αντίδικοι των αναιρεσειόντων και αφετέρου ως κληρονόμοι της αποβιώσασας ομοδίκου τους.
Ενόψει τούτων νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τους κληρονόμους της ανωτέρω αποβιώσασας διαδίκου.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του .[άρθρο 1051 Α.Κ.].
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1046 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο νομής του ακινήτου υπέρ εκείνου ο οποίος επικαλείται την ύπαρξη διανοία κυρίου νομής κατά την έναρξη και κατά τη λήξη του απαιτούμενου από τα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, χρονικού διαστήματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ακάλυπτος χώρος, εμβαδού 150 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται εντός της πόλης του ......, στην ενορία ....., εκτείνεται βορείως του παρακείμενου προς αυτόν και κατεδαφισθέντος ήδη κατά το έτος 2000-2001 ερειπωμένου κτιρίου της μη αμφισβητούμενης κυριότητας των εναγομένων με την ονομασία "Χάνι ....", που είχε από τη βόρεια πλευρά του (δηλαδή προς το μέρος του επιδίκου)τέσσερα ανοίγματα, και έχει όριο προς βορράν δημοτικό κοινόχρηστο χώρο, συνεχομένως του οποίου βρίσκεται το μνημείο της Εθνικής Αντίστασης, ενώ ο συνεχόμενος προς ανατολάς αυτού (επιδίκου) ακάλυπτος χώρος, εμβαδού 900 τ.μ.
περίπου, ανήκει στη μη αμφισβητούμενη κυριότητα των εναγόντων. Το επίδικο αυτό ακίνητο, μαζί με το συνεχόμενο προς νότον αυτού κτίσμα (χάνι), αποτελεί το ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους κυριότητας των ετών 1901 και 1913 των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγομένων Z1 και K1, αλλά και στους μεταγενέστερους χρονικά τίτλους των ετών 1952, 1993 και 1994 των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους, ήτοι: 1) στο υπ' αριθμ. .....
προικοσυμβόλαιο του τότε συμβολαιογραφούντος Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος Κ. Κακκαβά, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο το ακίνητο αυτό (επίδικος ακάλυπτος χώρος και κτίσμα) μεταβιβάσθηκε, λόγω συστάσεως προίκας, από τον αρχικό ιδιοκτήτη του ..... στον Z1 (προικολήπτη), ενόψει του γάμου της κόρης του ....., 2) στο υπ' αριθμ. .....
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Πλούταρχου Ματραπήλια, με το οποίο ο Z1 πώλησε και μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον K1 3) στη νομίμως μεταγραφείσα υπ'αριθμ. .... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Δημητρίου Γεωργακόπουλου, με την οποία η Ψ1, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος στις 13-8-1951 πατέρα της K1, αποδέχθηκε την κληρονομία αυτού, στην οποία περιλαμβανόταν και το ανωτέρω ακίνητο (επίδικο με το προς νότον κτίσμα), 4) στη νομίμως μεταγραφείσα ...
πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Ξανθίππης Κωνσταντίνου, με την οποία οι εναγόμενες, σύζυγος και τέκνα του αποβιώσαντος την 20-9-1990 χωρίς διαθήκη , αποδέχθηκαν, αφενός την επαχθείσα σ' εκείνον κληρονομία της αποβιώσασας την 17-8-1988, χωρίς διαθήκη, μητέρας του Ψ1 και αφετέρου την επαχθείσα σ'αυτούς κληρονομία εκείνου στην οποία περιλαμβάνεται και το ανωτέρω ακίνητο και 5) στο υπ' αριθμ. ......
διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Ξανθίπης Κωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο έγινε διανομή της κληρονομίας της Ψ1, μεταξύ των κληρονόμων αυτής και βάσει της διανομής περιήλθε στην κυριότητα των εναγομένων, κατά αδιαίρετα ποσοστά 2/10 στην πρώτη και 4/8 σε καθεμιά από τις λοιπές, το επίδικο ακίνητο και το παληό ισόγειο κτίσμα.
Το ότι το επίδικο ακίνητο μαζί με το συνεχόμενο χάνι είναι το ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους των εναγομένων και των ως άνω δικαιοπαρόχων τους επιβεβαιώνεται και από τον τίτλο κτήσεως της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Χ1, ήτοι το υπ' αριθμ. ..... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Χαράλαμπου Παππά, στο οποίο το ακίνητο (οικόπεδο), εκτάσεως 1.500 τ.μ., που περιήλθε με τη διανομή στην κυριότητα της εν λόγω δικαιοπαρόχου των εναγόντων φέρεται να έχει ως δυτικό όριο το χάνι ....., δηλαδή το ερειπωμένο ισόγειο κτίσμα με τον συνεχόμενο προς βορράν ακάλυπτο χώρο (επίδικο) και όχι τη δημοτική οδό ....., στην οποία έχει πρόσοψη κατά τη δυτική της πλευρά η ιδιοκτησία των εναγομένων.
Επομένως οι εναγόμενες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο. Αντίθετα οι ενάγοντες δεν έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με τους επικαλούμενους παράγωγους τρόπους, της μεταβίβασης δηλαδή προς αυτούς του επιδίκου από την Χ1, λόγω δωρεάς και σύστασης προίκας, αντίστοιχα, , με τα υπ' αριθμ. ....
και ..... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Δημητρίου Μακρή, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αφού με τα συμβόλαια αυτά η τελευταία μεταβίβασε στους ενάγοντες το ακίνητο που είχε περιέλθει στην κυριότητα αυτής με το ανωτέρω ...... διανεμητήριο συμβόλαιο, στο οποίο όμως δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο.
Εξάλλου οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου ούτε με τακτική χρησικτησία, όχι μόνο γιατί δεν άσκησαν σ' αυτό διακατοχικές πράξεις επί συνεχή δεκαετία, αλλά και διότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό τους το στοιχείο της καλής πίστης, αφού ευχερώς θα μπορούσαν να διαπιστώσουν, αν κατέβαλαν τη συνήθη επιμέλεια, ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης της ρηθείσης δικαιοπαρόχου τους.
Ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγομένων K1 από το έτος 1913 και μέχρι το έτος 1951, που αποβίωσε, κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από την έγγαμη θυγατέρα του Ψ1, νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τον επίδικο ακάλυπτο χώρο ως λειτουργικά αναπόσπαστο τμήμα του συνεχόμενου προς νότον ισογείου κτίσματος, στο οποίο λειτουργούσε εργαστήριο πετάλωσης αλόγων (χάνι).
Συγκεκριμένα το επίδικο χρησιμοποιείτο από τους κατόχους των προς πετάλωση ζώων ως χώρος αναμονής αυτών, από τον οποίο και τα οδηγούσαν στη συνέχεια μέσα στο πεταλωτήριο (κτίσμα), μέσω των ανοιγμάτων που υπήρχαν σ' αυτό προς το μέρος του επιδίκου, ενώ το τμήμα του ίδιου κτίσματος που είχε πρόσοψη στην οδό .....
ο K1 του χρησιμοποιούσε ως καφενείο. Την ίδια χρήση ως καφενείο έκανε από το έτος 1960, που έπαψε να λειτουργεί το πεταλωτήριο, και μέχρι το έτος 1994, μετά από παραχώρηση αυτού από την απώτερη δικαιοπάροχο των εναγομένων, κληρονόμο του K1, Ψ1, η ......, οι οποία για τις ανάγκες του καφενείου τοποθετούσε ενίοτε και στο επίδικο τραπέζια και καθίσματα.
Μετά το θάνατο του K1 τον Αύγουστο του έτους 1951 και μέχρι το έτος 1959-1960 το ανωτέρω πεταλουργείο εκμεταλλεύονταν οι ...... και ......, στους οποίους η άνω δικαιοπάροχος των εναγομένων Ψ1 είχε παραχωρήσει το χάνι κατά χρήση, χωρίς αντάλλαγμα. Η εν λόγω δικαιοπάροχος των εναγομένων κατά τη δεκαετία 1960-1970 επέβλεπε και επόπτευε το επίδικο προς αποτροπή κατάληψής του από τρίτους.
Κατά την ίδια δεκαετία η άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ1, η οποία εργαζόταν στην Αθήνα, ως αδελφή νοσοκόμα στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, δεν ενήργησε στο επίδικο καμιά διακατοχική πράξη. Αυτή από το έτος 1970 και μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1979, που με τα προαναφερόμενα συμβόλαια δωρεάς και σύστασης προίκας μεταβίβασε το ακίνητό της στους ενάγοντες, ενεργώντας δια του αδελφού της Φ1, που έμενε στο ....., έκανε στο επίδικο ακίνητο τις ακόλουθες, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, ομοιόμορφες διακατοχικές πράξεις, ήτοι, τη 1-4-1970 και για 20 συνολικά ημέρες εκμίσθωσε το ακίνητό της, συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτό και το επίδικο, στον ....
για εγκατάσταση "Λούνα Πάρκ", τη 1-11-1972 και για ένα μήνα εκμίσθωσε το ίδιο ακίνητο για την ίδια χρήση στον επιχειρηματία ...... και στις 17-3-1974 εκμίσθωσε το ίδιο ακίνητο μέχρι την 7-4-1974 για την ίδια χρήση στον επιχειρηματία Π1, στον οποίο το εκμίσθωσε επίσης και κατά το έτος 1976, ως " Λούνα Παρκ", για το διάστημα από 15 Μαρτίου μέχρι 20 Απριλίου.
Η μίσθωση του ακινήτου της Χ1 που έγινε τη 1-10-1977, για αόριστη χρονική διάρκεια, από τον έμπορο αυτοκινήτων και γεωργικών μηχανημάτων ..... δεν αφορά το επίδικο. Πάντως η λύση της τελευταίας μίσθωσης πρέπει να επήλθε πριν την 18-3-1989, καθόσον από την ημερομηνία αυτή η δεύτερη ενάγουσα Χ2 αρχίζει να εκμισθώνει πάλι το ανωτέρω ακίνητο για να χρησιμοποιηθεί ως " Λούνα Παρκ".
Συγκεκριμένα οι ενάγοντες εκμίσθωσαν το μεταβιβασθέν σ' αυτούς ακίνητο, συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτό και τον επίδικο χώρο, στον Π1, για να χρησιμοποιηθεί ως "Λούνα Παρκ", κατά το έτος 1989 για διάστημα ενός μηνός, που άρχιζε την 18-3-1989, κατά το έτος 1990 για δύο μήνες που άρχιζαν στις 23-2-1990, κατά το έτος 1991 επίσης για δύο μήνες που άρχιζαν στις 8-2-1991, και κατά το έτος 1995 για 37 ημέρες, ήτοι από 24 Μαρτίου μέχρι 30 Απριλίου.
Για τα επόμενα έτη 1996 έως και 2000 ο μισθωτής Π1 κατέβαλε το μίσθωμα για τη μίσθωση του επιδίκου στις εναγόμενες. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ούτε με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν συμπληρώνουν εικοσαετή νομή στο επίδικο, με συνυπολογισμό ακόμη και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου τους Χ1, του συνολικού χρόνου νομής αυτών μη υπερβαίνοντος τους δώδεκα μήνες.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, τόσο κατά τη βάση της από παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτού, όσο και κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας από τους αναιρεσείοντες, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόδειξης των αναγκαίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ, περιστατικών, στα οποία θεμελιωνόταν η απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η άμεση δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Χ1 ασκούσε στο επίδικο ακίνητο, μέσω του αδελφού της Φ1, κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1970 μέχρι τις 20-4-1976, πράξεις νομής περιορισμένης χρονικής διάρκειας, εκμισθώνοντας αυτό σε τρίτους για ορισμένα μικρά χρονικά διαστήματα των ετών 1970, 1972, 1974 και 1976, και ότι στη συνέχεια και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες άσκησαν στο επίδικο τις ίδιες πράξεις νομής για μικρά χρονικά διαστήματα των ετών 1989 έως και 1995, με συνέπεια να μη συμπληρώνεται στο πρόσωπο αυτών, με το συνυπολογισμό στη δική τους νομή και του χρόνου νομής της άνω δικαιοπαρόχου τους, η απαιτούμενη από το άρθρο 1045 του ΑΚ εικοσαετία, δεν διασαφηνίζεται στην απόφαση ποιός είχε τη νομή του επιδίκου κατά τους ενδιάμεσους των χρονικών αυτών διαστημάτων χρόνους και ιδίως κατά το διάστημα από το έτος 1976 μέχρι και το έτος 1988, δηλαδή αν ασκούσε σ' αυτό τη νομή η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ψ1 ή οι αναιρεσείοντες και πριν απ' αυτούς η δικαιοπάροχός τους Χ1, ούτε εκτίθενται περιστατικά για το άν η τελευταία κατά το έτος 1976 που έπαψε να εκμισθώνει το επίδικο ακίνητο απώλεσε ή όχι τη νομή τούτου.
Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αλλά και ο πρώτος λόγος αυτής, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, κατ' ορθή εκτίμησή του, αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, δηλαδή αιτιάσεις που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 αναιρετικό λόγο, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 816/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ