Legislator Case Law & Legislation
1568/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds regarding omitted facts in abuse of right claim.

Case Number 1568/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the First Instance Court of Thrace. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts supporting a claim of abuse of right, but the court rejected this appeal as inadmissible because the grounds were too vague and did not specify which facts were omitted. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appeal bond was forfeited to the public fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 262, 269, 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; If an appeal for abuse of right relies on multiple facts, the failure to consider any of them constitutes a ground for appeal only if the appeal specifically identifies which facts were omitted.

Keywords

AI generated
abuse of right claim inadmissible appeal omitted facts vague grounds code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Articles 262, 269 and 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 493 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 no. 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1428/2021
Supreme Court Case 602/2017
Supreme Court Case 2177/2014
Supreme Court Case 2192/2007
Supreme Court Case 1846/2005
Supreme Court Case 38/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1568 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1568/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α.Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Θαλασσινού, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ".....", ήδη λυθείσας και τεθείσας σε εκκαθάριση δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.3895/2010, που εδρεύει στην ...., οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στέλλα Εξάρχου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-1-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 240/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης και κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 2-4-2018 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι νέμεται με τις αναφερόμενες πράξεις νομής από το έτος 1978 το περιγραφόμενο οικόπεδο, εμβαδού 252,59 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. Γ.123 της Δημοτικής Κοινότητας και Ενότητας ..., όπου ανήγειρε ισόγεια οικία εμβαδού 98,85 τ.μ., με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος του οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία.

Ότι κατά τις αρχικές εγγραφές του Κτηματολογικού Γραφείου ..., παρά το γεγονός ότι δήλωσε την κυριότητά του επί του ακινήτου αυτού, στο σχετικά κτηματολογικά βιβλία εμφανίζεται εσφαλμένα το ακίνητο ως ανήκον στην πρώτη εναγομένη .... Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ως άνω ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, ώστε να αναγραφεί ο ίδιος ως αποκλειστικός κύριος του ακινήτου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την 166/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη .... Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 29-10-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη 240/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η έφεση ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ως απαράδεκτη, απορρίφθηκε δε η έφεση και ως προς την πρώτη εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη .... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 του Ν. 446/1976 συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία "..." (...), το οποίο αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Με το άρθρου 14 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι "Η ... απολαμβάνει των ακολούθων προνομίων και απαλλαγών:

α....., στ. Απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, ως και πάντων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον", ενώ με την παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίστηκε ότι " Εις απάσας τας δίκας της ... ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, ως και εις απάσας τας διαδικασίας ενώπιον δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής, εφαρμόζονται πάσαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου ως και αι ουσιαστικαί και δικονομικαί διατάξεις της νομοθεσίας περί Δημοσίων Κτημάτων".

Με το άρθρο 4 παρ. 1 του ΠΔ 56/1980 "Περί καθορισμού των πόρων κλπ της ...", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ. 6 του Ν. 947/1979, ορίστηκε ότι "1. Η ... απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, ως και πάντων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον.

Εις απάσας τας δίκας της ... ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, ως και εις απάσας τας διαδικασίας ενώπιον δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής, εφαρμόζονται πάσαι αι διά το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου ως και αι ουσιαστικαί και δικονομικαί διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων", ενώ με το άρθρο 17 του ΠΔ 811/1980 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και διαμορφώσεως εις ενιαίον κείμενον της περί ...

νομοθεσίας", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ. 1 του ως άνω Ν. 947/1979, επαναλήφθηκε αυτούσια η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ΠΔ 56/1980. Τέλος, με το ΠΔ 158/1997, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 2414/1996, η ..., νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που συστήθηκε με το Ν. 446/1979, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." (...

ΑΕ). Ορίζεται δε με το άρθρο 29 παρ. 1 του εν λόγω Π/Δτος ότι "1. Η ... απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων σαν να είναι αυτό το Δημόσιο. Σε όλες τις δίκες της ... ενώπιον κάθε δικαστηρίου όπως και σε όλες τις διαδικασίες ενώπιον δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για το Δημόσιο του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, όπως επίσης εφαρμόζονται και οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων".

Περαιτέρω, με τον ΑΝ 1539/1938, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, ορίζονται, στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι "Επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής", στο άρθρο 3 παρ. 3 ότι "Η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το Δημόσιον ήθελε αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα είτε ότι η κυριότης δεν ανήκει εις τον ενάγοντα" και στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι "Τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν".

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. (ΑΠ 1567/2022, ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 302/2020).

Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα ή η ένσταση, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις που να στηρίζουν την αγωγή ή την ένσταση, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ' αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 80/2016, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 104/2014).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο μέρος του, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προέβη σε ψευδή ερμηνεία των άρθρων 29 του ΠΔ 158/1997, 14 παρ. 2 του Ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ. β' του ΠΔ 56/1980 και 17 του ΠΔ 811/1980, καθώς παραλείπει να αναλύσει στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, ενώ παραλείπει επίσης να αναλύσει στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ποιες είναι οι συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων που εφαρμόζονται στα ακίνητα της ....

Ότι η προσβαλλόμενη παραλείπει να αναζητήσει και ερμηνεύσει ποιες είναι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 3 και 4 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 και 4 Ν. 3127/2003 περί δημοσίων κτημάτων, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος εάν τα κρίσιμα γεγονότα που δείχθηκε ως αποδειχθέντα υπάγονται ή όχι στον εφαρμοσθέντα από την προσβαλλόμενη απόφαση κανόνα.

Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραλείποντας λανθασμένα να αναφέρει και να ερμηνεύσει τις ανωτέρω διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων και να αποφανθεί αν οι διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 καταργούν σιωπηρά τις σχετικές διατάξεις του ΑΝ 1539/1938, όλως αυθαίρετα εξομοίωσε τα ανήκοντα στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης ακίνητα, ως ακίνητα ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτων, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει λανθασμένα τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 εδ.

β' του ΠΔ 158/1997, 14 παρ. 2 του Ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ. β' του ΠΔ 56/1980, 17 του ΠΔ 811/1980 και 29 παρ. 1 εδ. β' του ΠΔ 15/1997. Ισχυρίζεται, επίσης, ο αναιρεσείων με το τέταρτο μέρος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προέβη σε ψευδή ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 29 του ΠΔ 158/1997, 14 παρ. 2 του Ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ.

β' του ΠΔ 56/1980 και 17 του ΠΔ 811/1980, καθώς δέχθηκε ότι σε όλες τις δίκες της αναιρεσίβλητης εφαρμόζονται οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων, με αποτέλεσμα να δεχθεί περαιτέρω ότι τα ακίνητα της αναιρεσίβλητης είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας από τρίτους και να κάνει έτσι δεκτή την ένσταση της τελευταίας περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου τα ακόλουθα: ?Δυνάμει της με αριθμό πρωτ. 275633/2815/7.3.1980 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Δημοσίων Έργων, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 19.3.1980 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 28 αύξων αριθμός 1212), όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη με αριθμό 330086/127/6.10.1981 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας, Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στις 22.10.1981 στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος 32, αύξων αριθμός 584), παραχωρήθηκε δωρεάν και άνευ ανταλλάγματος από το δεύτερο εφεσίβλητο - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στην πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη ..., μία έκταση 2.060,511 στρεμμάτων από το αγρόκτημα .....

στην .... Η εν λόγω έκταση, που ανήκε στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Γεωργίας, απεικονιζόταν στο συνημμένο στη δεύτερη από τις παραπάνω αποφάσεις τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ περιελάμβανε τα τεμάχια με αριθμούς 114 (τμήματα), 117 (τμήμα), 766 (τμήμα), 767 (τμήμα), 768, 769, 214, 217, 222, 223, 225, 228, 229, 232, 235, 236, 238, 240, 242, 245, 247, 259, 282 και 285, των οποίων η κυριότητα, κατά τα οριζόμενα στις παραπάνω αποφάσεις, θα μεταβιβαζόταν στην πρώτη εναγομένη με τη μεταγραφή αυτών.

Η ως άνω παραχώρηση έλαβε χώρα προς εφαρμογή του εγκριθέντος οικιστικού προγράμματος της περιοχής της ... ... και υπό τους όρους αφενός μεν της ανάπλασης σε περίπτωση μη πραγματοποίησης ή αλλαγής του παραπάνω σκοπού, αφετέρου δε της αντιμετώπισης από την πρώτη εναγομένη με κριτήρια κοινωνικής σκοπιμότητας μέσα στο πλαίσιο του προγράμματος ανάπτυξης της ..., των τυχόν διεκδικήσεων, καταπατήσεων ή άλλων πραγματικών καταστάσεων, που βάρυναν την περιοχή.

Μεταξύ της προαναφερόμενης παραχωρηθείσας στην πρώτη εναγομένη έκτασης περιλαμβάνεται και ένα ακίνητο, εμβαδού 501,59 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση ..., στο Οικοδομικό Τετράγωνο Γ... και το οποίο, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της πόλης της ..., καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 21 025 43 18 002/0/0, με δικαιούχο κυριότητας κατά ποσοστό 100% τη πρώτη εναγομένη και με τίτλο κτήσης την προαναφερθείσα με αριθμό 330086/127/6.10.1981 ΚΥΑ, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Το επίδικο ακίνητο, του οποίου ο ενάγων ζητεί να αναγνωρισθεί κύριος, έχει έκταση 252,59 τ.μ. και αποτελεί τμήμα του ως άνω γεωτεμαχίου, ενώ αποτυπώνεται στο από Μάρτιο του έτους 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Δ., υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α. Ειδικότερα, αυτό συνορεύει βόρεια επί πλευρών Α-Β και Β-Γ, μήκους 5,08 μ.

και 12,12 μ., αντίστοιχα, με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 21 025 43 18 001/0/0, ανατολικά επί πλευράς Γ-Δ, μήκους 14,74 μ. με το υπόλοιπο τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 210 25 43 18 002/0/0, νότια επί πλευρών Δ-Ε, Ε-Ζ και Ζ-Η, μήκους 6,36 μ., 8,35 μ. και 2,49 μ. αντίστοιχα, με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 210 25 43 18 001/0/0 και δυτικά επί πλευράς Η-Α, μήκους 15,07 μ. με πεζοδρόμιο.

Επί του επιδίκου αυτού ακινήτου ο ενάγων άσκησε συνεχώς επί είκοσι και πλέον έτη διακατοχικές πράξεις. Ειδικότερα, ο ενάγων το έτος 1978 και ενόσω ακόμα κατοικούσε με την πατρική οικογένειά του στην περιοχή των ..... φύτευσε στο εν λόγω ακίνητο δέκα περίπου ελαιόδεντρα και διάφορα οπωροκηπευτικά, τα οποία και άρχισε να καλλιεργεί προς κάλυψη των διατροφικών αναγκών της οικογένειάς του.

Το έτος 1982 όταν πλέον απέκτησε δική του οικογένεια, καθότι παντρεύτηκε με την Ε. (Λ.) Π. και από το γάμο αυτό απέκτησε δύο τέκνα, Κ. και Γ., που γεννήθηκαν τα έτη 1982 και 1984 αντίστοιχα, ο ενάγων για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της νέας οικογένειάς του ανήγειρε εντός του ως άνω επιδίκου ακινήτου μία μικρή ισόγεια (με στέγη από ελενίτ) οικία, εμβαδού 16 τ.μ., την οποία αργότερα και συγκεκριμένα, την 1.6.1985, επέκτεινε κατά 40 τ.μ.

Πλησίον δε αυτής, στις 11.11.1985 κατασκεύασε με τσιμεντόλιθους και έναν επιφανειακό βόθρο διαστάσεων 3,00 Χ 3,00 Χ 2,20 μ. Στην οικία αυτή, η οποία τελικά κατόπιν διαδοχικών επεκτάσεων έχει εμβαδόν 98,85 τ.μ., ο ενάγων ζει μέχρι σήμερα μαζί με τη σύζυγό του, ενώ σε αυτή μεγάλωσαν και τα δύο τέκνα τους μέχρι να παντρευτούν.

Ο ενάγων περιλαμβάνει ανελλιπώς στις σχετικές δηλώσεις ακίνητης περιουσίας (Ε9), που υποβάλλει στις αρμόδιες αρχές τόσο την ως άνω οικία, όσο και την εδαφική έκταση των 252,59 τ.μ., επί της οποίας αυτή έχει ανεγερθεί, ενώ καταβάλλει και τους αναλογούντες σε αμφότερες φόρους. Ωστόσο, μολονότι από το έτος 1978 και μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (Απρίλιος 2018), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, ο ενάγων κατείχε συνεχώς και κατά τρόπο σταθερό το παραπάνω ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού και με πρόθεση εξουσίασής του όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, δεν κατέστη κύριός του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρ. 1045 ΑΚ), καθότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης....

της εναγομένης ως ουσιαστικά βάσιμης. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 2 του ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ. β' του π.δ. 56/1980, 17 του π.δ. 811/1980 και 29 παρ. 1 εδ. β' του π.δ. 155/1997, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, προβλέπουν ρητά ότι σε όλες τις δίκες της εδώ εναγομένης ...

ενώπιον κάθε Δικαστηρίου εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, και όλες οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων, το ανωτέρω ακίνητο το οποίο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και από τις 22.10.1981, με τη μεταγραφή της προαναφερθείσας με αριθμό 330086/127/16.10.1981 ΚΥΑ περιήλθε στην κυριότητα της πρώτης εναγομένης, τυγχάνει - όπως άλλωστε και όλα τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κτήματα - ανεπίδεκτο νομής εκ μέρους τρίτου...

Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα και με όσα σχετικά αναφέρονται στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, ρητά ορίζεται στην κείμενη νομοθεσία περί συγκρότησης της εναγομένης ..., ότι σε όλες τις δίκες της ... ενώπιον κάθε Δικαστηρίου εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, και όλες οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων?.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, σε σχέση με την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 29 του ΠΔ 158/1997, 14 παρ. 2 του Ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ.

β' του ΠΔ 56/1980 και 17 του ΠΔ 811/1980, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, σε όλες τις δίκες της αναιρεσίβλητης ... εφαρμόζονται οι ουσιαστικές διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων. Τέτοιες δε διατάξεις που εφαρμόζονται στα ακίνητα της αναιρεσίβλητης είναι και αυτές των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 3 και 4 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, που προβλέπουν το ανεπίδεκτο της νομής τρίτου επί των ακινήτων του Δημοσίου, καθώς και το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτών.

Η παράλειψη δε του Εφετείου αναφέρει στη μείζονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 3 και 4 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 και πολύ περισσότερο να αναλύσει τις διατάξεις αυτές, όπως και η παράλειψη του Εφετείου να αναλύσει στην ίδια πρόταση την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 29 του ΠΔ 158/1997, 14 παρ. 2 του Ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ.

β' του ΠΔ 56/1980 και 17 του ΠΔ 811/1980, τις οποίες, σημειωτέον, διατάξεις αναφέρει εν πολλοίς στη μείζονα πρόταση της απόφασής του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν κατέστησε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, αφενός μεν οι διατάξεις αυτές στηρίζουν την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε οι παραδοχές της απόφασης στηρίζονται στο πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούν την εφαρμογή τους.

Επομένως, αφού συμπληρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο πάνω διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος κατά το ως άνω μέρος του ως αβάσιμος (άρθρ. 578 ΚΠολΔ). Η δε περαιτέρω αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνεται στον εξεταζόμενο λόγο, περί σιωπηρής κατάργησης των διατάξεων του ΑΝ 1539/1938 από τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 θεσπίζεται κατ' αρχήν εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, καθώς, υπό τους εκεί ειδικά προβλεπόμενους όρους θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα.

Έτσι, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ` εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος, υπό τις ρητά οριζόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, χωρίς όμως περαιτέρω να καταργείται, έστω και σιωπηρά, ο ΑΝ 1539/1938. Τούτο συνάγεται και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου, ο οποίος συνίσταται στην κατ` εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η εκδοχή του αναιρεσείοντος. 'Αλλωστε, στον ίδιο νόμο 3127/2003 δεν περιέχεται, όσον αφορά το άρθρο 4, η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται (ΟλΑΠ 11/2015).

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος του είναι αβάσιμα. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολ 12/1991, ΑΠ 432/2022, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 684/2019 ΑΠ 1650/2018).

Πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, και συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι με τον πρώτο λόγο της έφεσής του πρότεινε τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραλείπει στη μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού να αναλύσει την αληθή έννοια του κανόνα δικαίου που εμπεριέχεται στις διατάξεις των άρθρων 29 του ΠΔ 158/1997, 14 παρ. 2 του Ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ.

β' του ΠΔ 56/1980 και 17 του ΠΔ 811/1980, παραλείποντας παντελώς να αναλύσει στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ποιες είναι οι συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων που εφαρμόζονται στα ακίνητα της ..., κατά την αναφορά του στον πρώτο λόγο της έφεσής του και κατά τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της εφεσιβληθείσας υπ' αριθμ. 166/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Ότι το Εφετείο δεν απάντησε στο λόγο αυτό της έφεσής του, υποπίπτοντας έτσι στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. Από την επισκόπηση της από 29-10-2019 έφεσης του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι "Λανθασμένα η εκκαλουμένη εξομοίωσε τα ανήκοντα στην κυριότητα της πρώτης εφεσίβλητης (ενν.

τη ... ΑΕ) ακίνητα, ως ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτων και λανθασμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2 του Ν. 446/1976, 4 παρ. 1 εδ. β' του ΠΔ 56/1980, 17 του ΠΔ 811/1980 και 29 παρ. 1 εδ. β' του ΠΔ 15/1997, του άρθρου 29 παρ. 1 εδ. β' του ΠΔ 158/1997, λόγω δήθεν εφαρμογής όλων των διατάξεων της νομοθεσίας περί δημοσίων κτημάτων ως προς τα παραχωρούμενα σε αυτήν ακίνητα..., ήτοι των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 3 και 4 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 περί δημοσίων κτημάτων...".

Ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απάντησε στο λόγο αυτό της έφεσης, καθώς με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο, ως ανήκον προηγουμένως στο Ελληνικό Δημόσιο και στη συνέχεια στην αναιρεσίβλητη, είναι ανεπίδεκτο νομής εκ μέρους τρίτου, όπως άλλωστε και όλα τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κτήματα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με το λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή ο ισχυρισμός που προτάθηκε δεν λήφθηκε υπόψη, θα πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 302/2023, ΑΠ 201/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το τρίτο μέρος του αυτού ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αξιολογήσει ορθά τα αναφερόμενα στην προσθήκη των προτάσεών του για τη διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, προς επίρρωση του ισχυρισμού του περί μη εφαρμογής της εν λόγω διάταξης στα ακίνητα ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης.

Ότι ειδικότερα, η ρύθμιση του άρθρου 4 του ανωτέρω νόμου, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των ΟΤΑ ή άλλων Ν.Π.Δ.Δ. Ότι όμως, η αναιρεσίβλητη απόφαση αρκέστηκε να αναφέρει απλώς ότι "... Ο ενάγων ουδόλως στηρίζει την κρινόμενη αγωγή του στη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, όπως ο ίδιος ρητά αναφέρει στην προσθήκη των έγγραφων προτάσεών του (σελ. 12) ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου...".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι τον ισχυρισμό αυτό περί μη εφαρμογής του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 στα ακίνητα της αναιρεσίβλητης πρότεινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, αρκούμενος να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό αυτό πρότεινε με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο με τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και εμμέσως πλην σαφώς τον απέρριψε, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται εν προκειμένω ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς δεν ανέλυσε στη μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού την έννοια της διάταξης αυτής. Ότι ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη παραλείπει στη μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού να αναφέρει ποια κατά την κρίση της είναι η αληθής έννοια του κανόνα δικαίου που εμπεριέχεται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, απορρίπτοντας την αντένστασή του από το άρθρο αυτό έναντι της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.

Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών στην αντιμετώπιση της αντένστασής του από το άρθρο 281 ΑΚ, κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε ήδη στη νομική σκέψη που εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα ή η ένσταση και πολύ περισσότερο η ανάλυση των διατάξεων αυτών, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα.

Περαιτέρω, στον ΚΠολΔ προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης η έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι δε διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα ή την ένσταση αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 80/2016, 104/2014, 951/2013, 282/2010).

Στην προκείμενη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έκρινε την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος νόμιμη, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες για τη στήριξή του ελλείψεις δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης, ούτε οι ελλείψεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 711/2017, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 131/2015).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 83/2023, ΑΠ 1867/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 59/2020). Τέλος, ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέβαλε κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη ασκεί καταχρηστικά το επί του επιδίκου ακινήτου δικαίωμα κυριότητάς της κατ' άρθρο 281 ΑΚ, τον αυτοτελή δε αυτό ισχυρισμό, που απορρίφθηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως αβάσιμος, επανέφερε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου με το δεύτερο λόγο της έφεσής του.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσίβλητη με τη συμπεριφορά της και με τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που διαμορφώθηκαν στο χρονικό διάστημα που κατείχε το επίδικο ακίνητο, του δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση ότι δεν υφίσταται πλέον το δικαίωμά της επί του επιδίκου και πάντως ότι δεν θα το ασκήσει σε βάρος του, καθόσον, όπως αποδεικνύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, εκτός από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο υπ' αριθμ.

πρωτ. 6622/4.6.1985 και 29/13.11.1985 επιστολές της αναιρεσίβλητης που αυτή απέστειλε στο Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Ν. ..., δεν υφίστατο άλλη όχλησή του από αυτήν μέχρι τις 30.05.2017, που του απέστειλε την από 18.05.2017 εξώδικη δήλωσή της, ήτοι για χρονικό διάστημα τριάντα δύο συναπτών ετών. Ότι επίσης, η αναιρεσίβλητη είχε ήδη ομολογήσει την από μέρους του καλόπιστη νομή του επιδίκου, όπως αποδείχθηκε από το προσκομιζόμενο από τον ίδιο από 20.7.1993 απόσπασμα της υπ' αρ. 408/1993 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου ..., που λήφθηκε κατά την υπ' αρ. 17/15-7-1993 συνεδρίασή του.

Ότι ειδικότερα, σύμφωνα με το ανωτέρω απόσπασμα, το Δημοτικό Συμβούλιο ... συνεδρίασε με θέμα "Ολοκλήρωση προγράμματος νομέων ..." και επικαλέστηκε το με αρ. 1301/93 έγγραφο της Κοινοπραξίας ... - Δήμου ..., παραθέτοντας το περιεχόμενό του: "... Σύμφωνα με το πρόγραμμα οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής και βάσει του εγκεκριμένου Κανονισμού Δικαιούχων (άρθρ. 7.2) η αρμόδια Τεχνική Επιτροπή ενέκρινε κατ' αρχήν τις αιτήσεις 99 νομέων...

Με τις αποφάσεις αριθμ. 1332/2017/23.1.1991 και 14-50/235/17.7.1991 του Δ.Σ. της ... και τις αποφάσεις αριθμ. 60/5.2.91 και 326/2.7.91 του Δημοτικού Συμβουλίου ..., εγκρίθηκε η διάθεση των οικοπέδων στους ως άνω 99 νομείς και καθορίστηκαν τα αντίστοιχα τιμήματα... Από τις υπόλοιπες 18 αιτήσεις νομέων η Τεχνική Επιτροπή ενέκρινε μόνο την αίτηση του Α.

Λ. σύμφωνα με το άρθρο 7.1 του Κανονισμού Δικαιούχων, ενώ απέρριψε τις υπόλοιπες 17 αιτήσεις, όπως φαίνεται και στα συνημμένα πρακτικά των συνεδριάσεών της. Παρακαλούμε για την έγκριση του αποτελέσματος της κρίσης της αρμόδιας Τεχνικής Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 7.2 του Κανονισμού Δικαιούχων". Ότι από το εν λόγω έγγραφο σαφώς διαγιγνώσκεται ότι από τις 19 αιτήσεις που υποβλήθηκαν σε εκείνη τη συνεδρίαση, οι 18 απορρίφθηκαν και μόνο η δική του έγινε δεκτή και όπως αποτυπώνεται στο ως άνω απόσπασμα, "...

Ύστερα από τα παραπάνω το Δημοτικό Συμβούλιο θεωρεί ότι το πρόγραμμα διάθεσης οικοπέδων της ... στους νομείς των γειτονικών Γ1-Γ2-Γ3 ... έχει ολοκληρωθεί (τουτέστιν η δική του αίτηση ήταν η τελευταία που εγκρίθηκε). Εξουσιοδοτεί τον κ. Προεδρεύοντα να υπογράψει και να υποβάλει την απόφασή αυτή στη Νομαρχία πριν από την επικύρωση των πρακτικών από το Δημοτικό Συμβούλιο...".

Ότι αν και εγκρίθηκε η ένταξή του στον πίνακα δικαιούχων-νομέων της επίδικης έκτασης, η αναιρεσίβλητη ουδέποτε έκτοτε προέβη, ως η πλέον αρμόδια κατά προορισμό, σκοπό και θέση στις αναγκαίες ενέργειες για την ολοκλήρωση της εν λόγω μεταβίβασης στον ίδιο με βάση τις κείμενες διατάξεις και τον κανονισμό της, όπως έκανε με τις άλλες 99 περιπτώσεις νομέων της περιοχής.

Ότι η αναιρεσίβλητη όντας σε δεσπόζουσα θέση, έπρεπε να ρυθμίσει του όρους και τις προϋποθέσεις της νομιμοποίησης της κατοχής της γης από τον ίδιο και τη στεγαστική του αποκατάσταση, όπως έκανε με τους 99 έτερους νομείς και η ίδια έπρεπε να προβεί σε θετικές ενέργειες για τη συνέχιση της διαδικασίας (καθορισμός τιμήματος, πιστώσεως κλπ) κατά το σκοπό ίδρυσής της και τον καταστατικό σκοπό της Κοινοπραξίας της με το Δήμο ...

και ότι σε αντίθεση με αυτόν ουδέποτε ενήργησε τα δέοντα για την παραχώρηση της επίδικης έκτασης στον ίδιο, αποποιούμενη στην πράξη των εν λόγω δικαιωμάτων της (καταβολή τιμήματος) και δημιουργώντας ταυτόχρονα στον ίδιο την πλήρη πεποίθηση ότι ουδέποτε θα διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο. Ότι επιπροσθέτως, η μακροχρόνια αδράνεια της αναιρεσίβλητης και η χρόνια παράλειψή της, σε πλήρη αντίθεση με τον καταστατικό σκοπό της και τους όρους παραχώρησης σε αυτήν από το Ελληνικό Δημόσιο της επίδικης έκτασης, που ήταν η αντιμετώπιση από τη ...

με κριτήρια κοινωνικής σκοπιμότητας στα πλαίσια του προγράμματος ανάπτυξης της ..., των τυχόν διεκδικήσεων, καταπατήσεων ή άλλων πραγματικών καταστάσεων που βαρύνουν την περιοχή, να βρει και να περαιώσει με θετικές πράξεις μία οριστική επίλυση του στεγαστικού του προβλήματος και να ρυθμίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα είναι δυνατή η νομιμοποίηση της κατοχής της επίδικης έκτασης από τον ίδιο ή σε περίπτωση κωλύματος να βρει άλλον τρόπο για τη στεγαστική του αποκατάσταση, όπως η παραχώρηση άλλου οικοπέδου, όπως έπραξε σε έτερους νομείς, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ουδέποτε η αναιρεσίβλητη τον όχλησε με έγερση διεκδικητικής αγωγής και αποβολής του από το επίδικο ακίνητο για την επιδίωξη του δικαιώματος κυριότητάς της από το 1985 έως τις 30.05.2017 με την από 18.05.2017 εξώδικη όχλησή της, τούτη δε επτά περίπου έτη μετά τη λύση της και τη θέση της σε εκκαθάριση.

Ότι το αποτέλεσμα της ανωτέρω συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης ήταν να του δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της και για το λόγο αυτό υποβλήθηκε σε σημαντικές δαπάνες για τα εισοδήματά του και κόπους για την αξιοποίηση του επιδίκου με κατασκευές και συνεχείς πληρωμές (πρόστιμα πολεοδομίας, φόροι κλπ), ώστε η μετά πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος επιδίωξη του δικαιώματός της και η ανατροπή της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώθηκε να έχει δυσμενείς, επαχθείς και αφόρητες συνέπειες για τον ίδιο, λαμβανομένου υπόψη τόσο της ηλικίας του, των εισοδημάτων του (όντας συνταξιούχος) και του γεγονότος ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί την πρώτη και κύρια κατοικία της οικογένειάς του.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον εξεταζόμενο λόγο, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, σε σχέση με την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα: ?Η ως άνω αντένσταση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος είναι μεν νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πλην όμως είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, όπως εξάλλου ομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων, η εναγομένη ..., μετά την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο, ενημερωθείσα τόσο για την προαναφερόμενη επέκταση της ισόγειας οικίας του ενάγοντος, όσο και για την κατασκευή του παραπάνω βόθρου πλησίον αυτής, απέστειλε άμεσα στο Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών του Νομού ...

τις με αριθμούς πρωτ. 6622/4.6.1985 και 29/13.11.1985 επιστολές της, με τις οποίες τον καλούσε να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες, δοθέντος του ότι ο ενάγων σε αμφότερες τις σχετικές κατασκευές, όπως εξάλλου και στην ανέγερση του πρώτου κτίσματος εντός του επιδίκου οικοπέδου, είχε προβεί δίχως να έχει εξασφαλίσει την απαραίτητη οικοδομική άδεια.

Μάλιστα με βάση το πρώτο από τα ανωτέρω έγγραφα εκδόθηκε και η με αριθμό 79748/18.6.1985 απόφαση του Νομάρχη ..., με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση του περιγραφόμενου σ' αυτό κτίσματος με δαπάνες και συνεργείο της πρώτης εναγομένης, η οποία, ως εκ τούτου, όχι μόνο δεν αδράνησε να ασκήσει το επί του παραπάνω ακινήτου δικαίωμα κυριότητάς της, παρά αντίθετα προσπάθησε εμπράκτως να το προασπίσει, ενημερώνοντας τις αρμόδιες αρχές για τις αυθαίρετες επί του εν λόγω ακίνητου κατασκευές του ενάγοντος, τις οποίες και προσφέρθηκε να κατεδαφίσει τόσο με ανθρώπινο δυναμικό, όσο και με τα μηχανήματα έργου, που διέθετε.

Βέβαια, η προρρηθείσα απόφαση του Νομάρχη ... μετά από εντολή του ιδίου δεν εκτελέστηκε, πλην, όμως, το αρμόδιο Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας ... με βάση τις με αριθμούς 110/1983, 92/1985 και 293/1986 εκθέσεις αυτοψίας, που συντάχθηκαν από τους υπαλλήλους του προς διαπίστωση των προαναφερόμενων, δίχως άδεια πραγματοποιηθεισών, οικοδομικών εργασιών του ενάγοντος (ανέγερση οικίας, επέκταση αυτής και κατασκευή βόθρου), δεν παρέλειψε να του επιβάλλει τα ανάλογα πρόστιμα τόσο ανέγερσης, όσο και διατήρησης αυθαίρετων οικοδομικών κατασκευών, και συγκεκριμένα, τα πρώτα εφάπαξ, ενώ τα δεύτερα καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τότε που κάθε μία από τις πιο πάνω κατασκευές έλαβε χώρα και μέχρι τη δεκαετία του 2010.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί ομολογίας εκ μέρους της πρώτη εναγομένης της καλόπιστης και χρόνιας άσκησης από τον ίδιο πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου, είναι παντελώς αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, από το από 20.7.1993 απόσπασμα της με αριθμό 448/1993 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου ..., που ελήφθη κατά την με αριθμό 17/15.7.1993 συνεδρίασή του, το οποίο (απόσπασμα) επικαλείται ο ενάγων προς απόδειξη τους ως άνω ισχυρισμού του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Μεταξύ του Δήμου ... και της εναγομένης ..... είχε συσταθεί κοινοπραξία με σκοπό την ολοκλήρωση του προγράμματος νομέων .... Στην ως άνω συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ... διαβάστηκε το με αριθμό 1301/1993 έγγραφο της Κοινοπραξίας αυτής το οποίο αναφέρει ότι "από το 1989 είχαν υποβληθεί στην Κοινοπραξία 117 αιτήσεις καταπατητών - νομέων για αγορά των οικοπέδων της ...

στην ... που κατέχουν εδώ και 20-30 χρόνια και εντός των οποίων οι περισσότεροι είχαν ανεγείρει αυθαίρετα κτίσματα για αυτοστέγαση. Σύμφωνα με το πρόγραμμα οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής και βάσει του εγκεκριμένου "Κανονισμού Δικαιούχων" (άρθρο 7.2) η αρμόδια Τεχνική Επιτροπή ενέκρινε κατ' αρχήν τις αιτήσεις 99 νομέων, οι οποίοι αποτελούσαν όλες τις γνωστές περιπτώσεις που είχαν επανειλημμένα επισημανθεί και καταγραφεί σε τοπογραφικά διαγράμματα του ΥΠΕΧΩΔΕ και της ....

Η επιτροπή καθόρισε επίσης το ακριβές σχήμα και εμβαδόν των προς διάθεση στους ανωτέρω νομείς οικοπέδων. Με τις αποφάσεις αριθμ. 1332/217/23.1.1991 και 1450/235/17.7.1991 του Δ.Σ. της ... και τις αποφάσεις αριθμ. 60/5.2.1991 και 326/2.7.1991 του Δημοτικού Συμβουλίου ..., εγκρίθηκε η διάθεση των οικοπέδων στους ως άνω 99 νομείς και καθορίστηκαν τα αντίστοιχα τιμήματα.

Από τις υπόλοιπες 18 αιτήσεις νομέων η Τεχνική Επιτροπή ενέκρινε μόνο την αίτηση του Α. Λ. (νυν ενάγοντος) σύμφωνα με το άρθρο 7.1 του "Κανονισμού Δικαιούχων", ενώ απέρριψε τις υπόλοιπες 17 αιτήσεις. Παρακαλούμε για την έγκριση του αποτελέσματος της κρίσης της αρμόδιας τεχνικής επιτροπής". Κατόπιν των ανωτέρω και ύστερα από συζήτηση το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι "εγκρίνει την αίτηση του Α.

Λ. και τον εντάσσει στον πίνακα των δικαιούχων νομέων οικοπέδων ... - ...". Τέλος, το Δημοτικό Συμβούλιο θεώρησε με την ως άνω απόφασή του ότι το πρόγραμμα διάθεσης οικοπέδων της ... στους νομείς των γειτονικών Γ1 - Γ2 - Γ3 ... έχει ολοκληρωθεί. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται σαφώς ότι η εναγομένη ... ουδέποτε αναγνώρισε τον ενάγοντα ως καλόπιστο νομέα.

Αντίθετα, τον αναγνώρισε ως κακόπιστο νομέα - καταπατητή, ο οποίος όμως θα μπορούσε να αιτηθεί την αγορά του καταπατηθέντος εκ μέρους του ακινήτου έναντι τιμήματος. Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη ύστερα από την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Δημοτικού Συμβολίου ... σε οποιαδήποτε ενέργεια προκειμένου να μεταβιβαστεί σ' αυτόν η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου έναντι καθορισθέντος τιμήματος.

Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ... ήταν αυτή που θα έπρεπε να είχε την πρωτοβουλία για να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη μεταβίβαση. Εξάλλου, από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης που τυγχάνουν γείτονες του ενάγοντος, που όμως έχουν τακτοποιήσει τα δικά τους οικόπεδα, προέκυψε ότι ο ενάγων σαφώς γνώριζε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταβίβαση σ' αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου του ήταν η καταβολή τιμήματος, καθότι η μεταβίβαση από την εναγομένη ...

θα γινόταν αιτία πώλησης και όχι αιτία παραχώρησης, αφού αυτή δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα (βλ. σχετ. άρθρο 4 παρ. 5 γ' του ν. 446/1976, 4 παρ. 2, 14 και 16 του π.δ. 811/1980). Ναι μεν μεταξύ των σκοπών της πρώτης εναγομένης, η οποία δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β' υποπερ. αα του ν. 3895/2010 έχει ήδη λυθεί και τεθεί σε εκκαθάριση, περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε, και η συμβολή στη δημιουργία κατάλληλης στέγασης με προσιτό κόστος και ικανοποιητικό οικιστικό περιβάλλον για άτομα χαμηλής και μεσαίας περιουσιακής και εισοδηματικής κατάστασης, όπως ο ενάγων, πλην, όμως, η εκπλήρωση τους ως άνω σκοπού γίνεται με βάση ορισμένο σχέδιο και συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν, ούτε ο ενάγων επικαλείται την εκπλήρωσή τους.

Επίσης, ο ενάγων δεν προέβη όλα αυτά τα χρόνια, παρότι είχαν συμπληρωθεί εδώ και καιρό τα είκοσι χρόνια νομής του στο επίδικο, σε καμία πράξη τακτοποίησης του ακινήτου του, παρόλο που γνώριζε, όπως αποδεικνύεται, σαφώς τόσο ότι το οικόπεδο ανήκει κατά κυριότητα στην εναγομένη ..., όσο και ότι τα κτίσματά του ήταν στο σύνολό τους αυθαίρετα.

Μόνο ύστερα από την κοινοποίηση σε αυτόν της με αριθμό πρωτ. 6910/Οικ/25.8.2014 απόφασης του Δήμου ..., Διεύθυνση Δόμησης και Πολεοδομικού Σχεδιασμού, Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών, με την οποία εγκρίνεται η κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής του ενάγοντος και την κοινοποίηση σ' αυτόν της από 18.5.2017 εξώδικης δήλωσης της εναγομένης (βλ.

τη με αριθμό 11783γ'/2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ....., με έδρα το Πρωτοδικείο ... Κ. Γ.), με την οποία η εναγόμενη διαμαρτυρήθηκε έντονα σ' αυτόν για την άνευ δικαιώματος κατάληψη του επιδίκου ακινήτου της ιδιοκτησίας της, καλώντας τον παράλληλα να το αποδώσει ελεύθερο στην ίδια, αυτός (ενάγων) προβαίνει στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Από το σύνολο των παραπάνω αποδειχθέντων προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη ουδόλως επέδειξε αδράνεια ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων της επί του επιδίκου ακινήτου, ούτε εξάλλου προέβη σε ενέργειες τέτοιες που να δημιουργήσουν στον ενάγοντα την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμα της κυριότητας επί του επιδίκου οικοπέδου...

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εφησύχασε δεδομένου ότι το έτος 1985 είχε αποτραπεί η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων στην περιοχή ... και θεώρησε, μη ευλόγως όμως, ότι μπορεί να εξακολουθεί να νέμεται ανενόχλητος το επίδικο, χωρίς να καταβάλει αντίτιμο για την αγορά του από την κυρία αυτού εναγομένη ....

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αντένσταση του ενάγοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κυριότητας της πρώτης εναγομένης επί του επιδίκου ακινήτου, μέσω της προβολής της παραπάνω ένστασής της περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, η οποία ήδη κρίθηκε ουσιαστικά βάσιμη, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.? Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας την ανωτέρω αντένσταση του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη, μετά την παραχώρηση σ' αυτήν από το Ελληνικό Δημόσιο το έτος 1981 της κυριότητας ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, ενημέρωσε το έτος 1985 το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών του νομού ...

για τις αυθαίρετες κατασκευές του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο, στο οποίο αυτός είχε εγκατασταθεί και ζήτησε να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την προστασία της ιδιοκτησίας της. Δέχθηκε, επίσης το Εφετείο ότι στα πλαίσια της λειτουργίας της και του καταστατικού σκοπού της, που ήταν η συμβολή στη δημιουργία κατάλληλης στέγασης με προσιτό κόστος για άτομα χαμηλής και μεσαίας περιουσιακής και εισοδηματικής κατάστασης, όπως ο αναιρεσείων, συνέστησε κοινοπραξία με το Δήμο ...

για τη διευθέτηση του προβλήματος των αυθαιρέτων νομέων οικοπέδων της κυριότητάς της στην περιοχή ... του εν λόγω Δήμου, προκειμένου να παραχωρηθούν τα οικόπεδα αυτά κατά κυριότητα στους νομείς αυτούς έναντι τιμήματος. Ότι στα πλαίσια της λειτουργίας της κοινοπραξίας αυτής, το έτος 1989 υποβλήθηκαν σ' αυτήν 117 σχετικές αιτήσεις των καταπατητών νομέων της ανωτέρω περιοχής, από τις οποίες εγκρίθηκαν το έτος 1993 οι 100, μεταξύ δε αυτών περιλαμβανόταν και η αίτηση του αναιρεσείοντος.

Ότι όμως, ο τελευταίος δεν προέβη έκτοτε σε οποιαδήποτε ενέργεια προκειμένου να μεταβιβαστεί στον ίδιο η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου έναντι τιμήματος, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι η μεταβίβαση αυτή θα γινόταν από την αναιρεσίβλητη με πώληση και όχι με απλή παραχώρηση, δεδομένου μάλιστα, ότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα με βάση τον ιδρυτικό της νόμο.

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ήταν αυτή που θα έπρεπε να είχε την πρωτοβουλία για να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη μεταβίβαση στον αναιρεσείοντα. Δέχθηκε, τέλος, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι και κατά τα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν, ο αναιρεσείων δεν προέβη σε καμία πράξη για την τακτοποίηση του επιδίκου ακινήτου, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι η κυριότητα αυτού ανήκει στην αναιρεσίβλητη και ότι τα κτίσματα που είχε ανεγείρει σ' αυτό ήταν αυθαίρετα.

Με τα δεδομένα αυτά δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενέργεια της αναιρεσίβλητης να ζητήσει από αυτόν με εξώδικη δήλωσή της το έτος 2017 να της αποδώσει ελεύθερο το επίδικο ακίνητο, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, την οποία έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Τούτο δε, αν ληφθεί επί πλέον υπόψη, ότι, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, μόνη η αδράνεια της αναιρεσίβλητης να διεκδικήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου δεν κατέστησε καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός της με την προβολή της ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών που μεσολάβησαν κατά τα προεκτεθέντα και αφορούσαν τόσο τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όσο και της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι αυτή με τις ρηθείσες παραδοχές της παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμα.

Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στον ίδιο εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προσβάλλει την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά.

Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτά προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1428/2021, ΑΠ 602/2017, ΑΠ 2177/2014).

Συνεπώς, εάν το δικαστήριο παραλείπει να συνεκτιμήσει ένα ή περισσότερα περιστατικά των οποίων έγινε παραδεκτή επίκληση για τη θεμελίωση ενός τέτοιου ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 2192/2007, ΑΠ 1846/2005, ΑΠ 38/2004). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ, καθώς δεν έλαβε υπόψη περιστατικά που επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της αντένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα περιστατικά από αυτά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με την αντένστασή του παρέλειψε να συνεκτιμήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την εκτίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο, δεν θα καταλογισθούν μειωμένα κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου και την παρ. 2 της με αριθ. 134423 οικ/16.2 - 31.3.1988 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης - ΦΕΚ Β 11, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987, δεδομένου ότι η νομική εκπροσώπησή της στην αναιρετική αυτή δίκη δεν έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2022 αίτηση του Α. Λ. για αναίρεση της 240/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου