Supreme Court dismisses appeal for insurance claim due to failure to prove document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's decision denying his insurance claim for permanent disability. The appellant argued that the insurance policy and medical commission decision were distorted, but failed to submit the specific documents required to prove this alleged distortion. Consequently, the court ruled that the appeal was baseless because the appellant could not demonstrate the factual basis for the alleged errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appellant must submit the specific documents alleged to be distorted to prove the factual basis of the error, otherwise the appeal is inadmissible or baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1568 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1568/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: I. N.. P., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Γρομιτσάρη.
Της αναιρεσιβλήτου: ... "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Σταμούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 11-11-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 181/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 108/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, το οποίο είχε δεχθεί την από 15-1-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής ασφαλίσματος λόγω επαγγελματικής μόνιμης ανικανότητάς του από ατύχημα, που τον καθιστούσε ανίκανο για κάθε εργασία και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της αναιρεσίβλητης - εναγομένης και απέρριψε την αγωγή.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 2496/1997 "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του αυτού ως άνω Ν. 2496/1997 "αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει καθυστέρηση" και κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ίδιου νόμου "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της". Από την ως άνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται αφενός μεν να είναι γεγεννημένη η απαίτηση, δηλαδή να έχει επέλθει το δικαιοπρακτικό γεγονός από το οποίο πηγάζει, δηλαδή το γεγονός από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του ασφαλιστή (ασφαλιστική περίπτωση), και είναι αδιάφορο η γνώση ή άγνοια του δικαιούχου (Α.Π.129/1968) και αφετέρου να είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης.
Η επιδίωξη δε αυτή δεν είναι δυνατή εάν εκ νομικών λόγων εις τον δικαιούχο αποκλείεται η άσκηση της αγωγής. Τουναντίον, πραγματικοί λόγοι εμποδίζοντες την άσκηση της αγωγής δεν λαμβάνονται υπόψη για την έναρξη της παραγραφής, δηλαδή αυτή αρχίζει να τρέχει παρά την ύπαρξη των πραγματικών κωλυμάτων, τα οποία ενδεχομένως αποτελούν λόγους αναστολής (Α.Π.603/2006, Α.Π.684/1984, Α.Π.1138/1983).
Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Συνεπώς το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει το ύψος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής (Α.Π.666/2010, Α.Π.233/2007). Δεν εφαρμόζεται, όμως, αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσεως της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 του Α.Κ. (Α.Π.524/2021, Α.Π.1158/2017, Α.Π.59/2016, Α.Π.1368/ 2010).
Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η (νέα) πενταετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξελίξεως (Α.Π.1743/2011, ΑΠ 604/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.α' του Α.Κ. "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π.1/2016, Ολ.Α.Π.2/2013, Ολ.Α.Π.7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.Α.Π.28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.3/2020, Ολ.Α.Π.7/2006, Α.Π.958/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.136/2022, Α.Π.383/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της 01604884/7-8-2008 σύμβασης ασφάλισης που συνήφθη στο Αγρίνιο μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), η τελευταία υποσχέθηκε την καταβολή ασφαλίσματος στον πρώτο, λόγω επαγγελματικής ανικανότητας από ατύχημα, ποσού 24.000 ευρώ, σε περίπτωση δε που το ατύχημα θα είχε ως αποτέλεσμα ανίατη τραυματική ή μετατραυματική πάθηση του εγκεφάλου, που θα τον καθιστούσε ανίκανο για κάθε εργασία, συμφωνήθηκε το τετραπλάσιο του ως άνω ποσού, ήτοι το ποσό των 96.000 ευρώ.
Στις 21-12-2008 ο ενάγων υπήρξε θύμα βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης από τους L. D., E. D., K. D. και E. R., σύμφωνα με την 86-95/7-10-2013 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Μεσολογγίου, ήτοι υπέστη πολλαπλά κατάγματα κρανίου ΑΡ μετωπιαία με οστικές παρασχίδες εξερχόμενες από το θλαστικό τραύμα ΑΡ μετωπιαία και συνοδό οξύ επισκληρίδιο αιμάτωμα και υποκείμενη θλάση ΑΡ μετωποβρεγματοκροταφοϊκής και νοσηλεύθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών από την 22-12-2008 μέχρι την 22-1-2009 και ακολούθως από 11-3-2009 μέχρι 17-3-2009 και από 3-4-2009 μέχρι 11-4- 2009.
Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, διαπιστώθηκε ότι λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη από το συμβάν της 21-12-2008 παρουσίασε επιληπτικές κρίσεις, εξαιτίας των οποίων νοσηλεύθηκε στο παραπάνω Νοσοκομείο από 3-10-2009 έως 7-10-2009 και έκτοτε επισκέφθηκε κατ' επανάληψη τα Εξωτερικά Ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Αγρινίου, όπου oι επιληπτικές κρίσεις αντιμετωπίζονταν φαρμακευτικά ...Σύμφωνα δε με την 09905/2013/2849/31-5-2013 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α.
ο ενάγων εξαιτίας του παραπάνω ατυχήματος κρίθηκε ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67%, κατά ιατρική πρόβλεψη, από 28-12-2009 έως 31-12-2015 και το αποτέλεσμα αυτό του γνωστοποιήθηκε στις 10-7-2013 ...του απονεμήθηκε δε σύνταξη αναπηρίας από 28-12-2009 ως 31-12-2015, με δε τις 1212 και 1213/10-8-2016 αποφάσεις του Διευθυντή του ΙΚΑ Αγρινίου παρατάθηκε η απονομή της σύνταξης αναπηρίας από 1-1-2016 μέχρι 31-12-2020.
Ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή καταβολής του ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, με κατάθεση αυτής στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου στις 29-1-2015 και επίδοσή της στην εναγομένη στις 20-2-2015, όπως εκθέτει η τελευταία και δεν αρνείται ο ενάγων. 'Ομως, η παραγραφή της ανωτέρω αξιώσεως (που στηρίζεται στη σύμβαση και όχι σε αδικοπραξία), που...
άρχισε μόλις έληξε το έτος, στο οποίο συνέπεσε η αφετηρία αυτής (22-12-2008 - επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που κατέστησε δικαστικά επιδιώξιμη την επίδικη αξίωση), ήτοι από 01-01-2009 και σε κάθε περίπτωση, αν δηλαδή ήθελε γίνει δεκτό ότι οι επιληπτικές κρίσεις του ενάγοντος που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον καθιστούν ανίκανο για κάθε εργασία και στηρίζουν την ένδικη αξίωση, ήταν απρόβλεπτες, κατά τα ιατρικά δεδομένα, από την αρχή, όπως κατ' εκτίμηση ισχυρίζεται στην αγωγή του, διαπιστώθηκαν στις 3-10-2009 όταν και, όπως προαναφέρθηκε, νοσηλεύθηκε για την αιτία αυτή, οπότε η παραγραφή άρχισε την 1-1-2010 και συμπληρώθηκε πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, διότι παρήλθε έως την άσκηση αυτής (20-2-2015) χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, το (οποίο) συμπληρώθηκε την 1-1-2015, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός, αφού ούτε ο ενάγων επικαλείται τέτοιο, ούτε και αποδείχθηκε.
Ως χρόνος έναρξης της παραγραφής της ένδικης αξίωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί η 31-5-2013, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο του αναγνωρίσθηκε το ποσοστό αναπηρίας από την Α'/θμια Υγειονομική Επιτροπή ΚΕ.Π.Α., αφού αυτός έλαβε γνώση της πάθησής του τουλάχιστον στις 3-10-2009, είναι δε αδιάφορο..., αν ο ενάγων δεν μπορούσε κατά το χρόνο αυτό να προσδιορίσει το ύψος της ζημίας του.
Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την παραπάνω ένσταση παραγραφής που πρόβαλε η εναγομένη, γενομένου δεκτού και ως ουσία βάσιμου του σχετικού δεύτερου λόγου της έφεσής της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης -εναγομένης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα εκκαλούμενη απόφαση και, αφού έκρινε, με επάλληλη (κύρια και επικουρική) αιτιολογία, ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής, απέρριψε κατά παραδοχή αυτής την αγωγή του αναιρεσείοντος.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.2496/1997 και 251 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 21-12-2008 και οι επιληπτικές κρίσεις του αναιρεσείοντος, που τον καθιστούσαν ανίκανο για κάθε εργασία, διαπιστώθηκαν στις 3-10-2009, ενώ η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 20-2-2015, και, ως εκ τούτου, από το τέλος του έτους 2008, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση του αναιρεσείοντος, ήτοι από 1-1-2009 (κατά την πρώτη, κύρια, αιτιολογία), και σε κάθε περίπτωση από 1-1-2010 εφόσον ήθελε γίνει δεκτό ότι οι επιληπτικές κρίσεις ήταν από την αρχή απρόβλεπτες, οπότε η αξίωση του αναιρεσείοντος γεννήθηκε εντός του 2009 (κατά τη δεύτερη, επικουρική, αιτιολογία), ήταν δε δυνατή αντιστοίχως η δικαστική επιδίωξή της, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (20-2-2015), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός, όντος αδιαφόρου του χρόνου κατά τον οποίο αναγνωρίσθηκε το ποσοστό αναπηρίας από την Α'/θμια Υγειονομική Επιτροπή ΚΕ.Π.Α., καθώς και του χρόνου κατά το οποίο ο ενάγων προσδιόρισε το ύψος της ζημίας του, και, συνεπώς, η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος υπέκυψε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του Ν.2496/1997 πενταετή παραγραφή, με αποτέλεσμα να καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης παραγραφής και να δικαιολογείται η, κατά παραδοχή αυτής, απόρριψη της αγωγής.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, κατά το μέρος που με τους ίδιους ως άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται και η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή, όπως προαναφέρθηκε, η ένσταση παραγραφής που πρόβαλε η εναγόμενη με εναρκτήριο χρόνο αυτής την 1-1-2010, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη κύρια επάλληλη αιτιολογία επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντων ως αβάσιμων των κατ' αυτής ως άνω αναιρετικών λόγων, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αφορούν την επικουρική επάλληλη αιτιολογία, είναι προεχόντως αλυσιτελείς και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, αφού τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση κύρια επάλληλη αιτιολογία.
Η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) της το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π.582/2023, Α.Π.1081/2020, Α.Π. 1563/2014).
Για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον 'Αρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ή αναπόδεικτος (Α.Π.1414/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του (παραμόρφωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου), είναι, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων στην αναίρεσή του δεν παραθέτει το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ώστε από τη σύγκριση με το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα.
Κατά δε το δεύτερο σκέλος του (παραμόρφωση του περιεχομένου της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α.) είναι αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει την απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί το περιεχόμενό της ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, δεν θα επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, καθόσον η αναιρεσίβλητη που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11/11/2020 αίτηση του I. P. για αναίρεση της υπ` αριθ. 181/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ