Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and attack on uncontrollable facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final judgment. The appellant argued the lower court violated procedural rules by ignoring submitted evidence and misapplying substantive law regarding a disputed path. The court rejected these claims as inadmissible because the grounds were too vague to identify specific legal violations and because they attacked the appellate court's uncontrollable assessment of facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 no. 1 and 5 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if its grounds are vague and fail to cite the specific substantive law violated, or if they challenge the appellate court's uncontrollable evaluation of evidence and facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1568 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1568/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Δ. και της Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κεραμιδά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοντοσέα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-4-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 80/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 3-4-2017 έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου κατά της 6/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και αφού εξαφανίστηκε η εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την από 9-12-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος. Με την αγωγή αυτή ο ενάγων-αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος να άρει την αναφερόμενη κατασκευή στην οποία προέβη στον περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα του μονοπατιού, το οποίο κατέστη κοινόχρηστο λόγω της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, που εμποδίζει την κοινή χρήση του και προσβάλλει την προσωπικότητά του και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη ενέργειά του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, που είναι αντίστοιχη αυτής του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1681/2018).
Εννοιολογικό, επομένως, στοιχείο του αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρείται κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί στη γέννηση ή στη κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1795/2008).
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 422/2021, ΑΠ 701/2020, ΑΠ 1293/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά παράβαση του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε με την αγωγή του. Ότι, ειδικότερα, ενώ με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος προέβη στην κατασκευή παράνομου τοιχίου αντιστήριξης στην ιδιοκτησία του ύψους έξι μέτρων, με αποτέλεσμα τα υλικά της εκσκαφής και της κατασκευής αυτής να έχουν επιπέσει και να έχουν εξαφανίσει τμήμα του κοινόχρηστου μονοπατιού, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το τοιχίο δεν έχει καταλάβει το επίδικο τμήμα του μονοπατιού.
Ότι, επίσης, το δικαστήριο δέχθηκε λανθασμένα ότι έγιναν επιχωματώσεις ανατολικά του τοιχίου, η ύπαρξη των οποίων, όμως, όπως ισχυρίζεται, δεν αποκλείει την ύπαρξη μπαζών εκσκαφής και δυτικά του τοιχίου, απ' όπου διέρχεται το κοινόχρηστο μονοπάτι. Ότι, επομένως, το Δικαστήριο προκειμένου να αχθεί στην απόρριψη της αγωγής του εξέλαβε ως προταθέντα ισχυρισμό την κατασκευή του τοιχίου εντός του μονοπατιού, ενώ τέτοιο ισχυρισμό δεν πρότεινε με την αγωγή του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο δέχθηκε, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, ότι οι επιχωματώσεις έγιναν ανατολικά του τοιχίου, δηλαδή εντός της ιδιοκτησίας του εναγομένου και όχι δυτικά αυτού και μάλιστα στο επίδικο τμήμα του μονοπατιού.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και επομένως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως σαφώς προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της, όπως αυτές θα εκτεθούν στη συνέχεια, η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε όχι λόγω της θέσης του τοιχίου και της θέσης των υλικών εκσκαφής και κατασκευής αυτού, αλλά επειδή το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, με βάση την οποία το περιγραφόμενο μονοπάτι κατέστη κοινόχρηστο και κατ' επέκταση και το επίδικο τμήμα αυτού, όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων με την αγωγή του.
Οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6, δημιουργούνται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται εκείνοι οι κανόνες δικαίου που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 1897/2009).
Τέτοιοι κανόνες είναι και εκείνοι των διατάξεων των άρθρων 529 και 438 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 529 και 438 ΚΠολΔ, οι οποίοι, όμως, είναι σαφώς κανόνες δικονομικού δικαίου (ΑΠ 582/2008, ΑΠ 177/2010), στηριζόμενος στους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που είναι αντίστοιχη του άρθρου 559 αρ. 19 ιδίου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2016, ΑΠ 1057/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου για τις αποδείξεις τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. .../25-9-2012 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Θεσ/κης Σοφίας Μουρατίδου - Ζαχαριάδου, ο ενάγων αποδέχθηκε αφενός μεν την κληρονομία του αποβιώσαντος στις 26-7-1969 πατέρα του Δ.
Σ. του Χ., ο οποίος "είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 7.192,21 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού της τοπικής κοινότητας ... της δημοτικής ενότητας ... της περιφερειακής ενότητας … της περιφέρειας Ιονίων Νήσων και στη θέση "...". Το άνω οικόπεδο συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
Φ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Φ., με ιδιοκτησία Λ. Φ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Φ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ. Φ., με ιδιοκτησία Α. Φ., με παλιό μονοπάτι, με ιδιοκτησία Ε. Φ.-Κ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Φ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Φ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ., από την οποία χωρίζεται με ξηρολάγκαδο, κατά τον παλιό τίτλο του έτους 1936 και εμφαίνεται μεταξύ των στοιχείων ...
στο επισυναπτόμενο στο παρόν τοπογραφικό διάγραμμα, με τις συντεταγμένες Ε.Γ.Σ.Α. και με την υπεύθυνη δήλωση του Ν. 651/77 του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Κ., ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο... Το άνω ιδανικό μερίδιο είχε περιέλθει στον αποβιώσαντα με το υπ' αριθμόν .../14-4-1936 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου του άλλοτε συμβολαιογράφου Καρυάς Βασιλείου Νικολάου Μπουρσινού, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρυάς στον τόμο ΙΖ και με αριθμό ......", αφετέρου δε την κληρονομία της αποβιώσασας στις 25-6-1990 μητέρας του Ι.
χας Δ. Σ., το γένος Ε. Β., η οποία "είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της ποσοστό 62,50% εξ αδιαιρέτου στο παραπάνω περιγραφόμενο οικόπεδο, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτήν, α) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με το παραπάνω υπ' αριθμόν .../14-4-1936 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου και β) κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της..".
Σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως των άμεσων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος (υπ' αριθ. .../1936 συμβόλαιο), το μεταβιβαζόμενο λόγω δωρεάς αιτία θανάτου ενιαίο ακίνητο περιγράφεται ως "χωράφιον και αγριονομή σύδενδρα εις θέσιν ?...? ή ?...?, εκτάσεως όσης και αν είναι, συνοριζόμενα με Π. Μ. Φ. και κληρονομίας Κ. και Π. Φ. και ξηρολάγκαδο...".
Το πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητο, εμβαδού 7.192,21 τ.μ., το οποίο συνορεύει με συνεχόμενο κληρονομιαίο ακίνητο, εμβαδού 4.525,94 τ.μ., που περιήλθε στους άμεσους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος με τον ίδιο τίτλο κτήσεως (υπ' αριθ. .../1936 συμβόλαιο), φέρεται, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, να επικοινωνεί με τη δημοτική οδό μέσω κοινοχρήστου μονοπατιού, το οποίο ξεκινούσε από τον κεντρικό δημοτικό δρόμο ..., διέσχιζε την ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ.
Φ. (Ε. Φ.), την ιδιοκτησία του εναγομένου και την ιδιοκτησία του ενάγοντος, συνέχιζε δε προς νότο, εξυπηρετώντας και άλλες ιδιοκτησίες. Η κατάσταση δε αυτή έχει, σύμφωνα με την αγωγή, τα χαρακτηριστικά αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, αφού από το συγκεκριμένο μονοπάτι και δια διάστημα δύο γενεών (80 ετών) πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) οι δύο συνεχόμενες γενεές δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση από την κοινοχρησία του μονοπατιού, από το οποίο φέρεται να εξυπηρετούνταν όλοι οι δημότες του οικισμού ...
για να μεταβαίνουν στις ιδιοκτησίες τους. Το μονοπάτι αποτυπώνεται στο από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Α. που επισυνάπτεται στην αγωγή και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής, εμφαίνεται δε με τα στοιχεία ... ενώ ο εναγόμενος εκτελώντας εργασίες κατασκευής τοιχίου αντιστήριξης και εκσκαφών εντός του ακινήτου του φέρεται, σύμφωνα με την αγωγή, να εναπόθεσε το Σεπτέμβριο του 2012 υλικά αυτών (εργασιών και εκσκαφών) εντός τμήματος του μονοπατιού, όπως αυτό εμφαίνεται στο πιο πάνω διάγραμμα με τα στοιχεία ...
προσβάλλοντας παράνομα έτσι την προσωπικότητα του ενάγοντος, που απορρέει από το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί ελεύθερα το μονοπάτι, σύμφωνα με τον προορισμό του. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος φέρεται να έκανε εκσκαφές και να εναπόθεσε υλικά στο πιο πάνω εδαφικό τμήμα, πλάτους 1,20 μ. και εμβαδού 16,3 τ.μ., το οποίο συνορεύει στην πλευρά ...
με ιδιοκτησία Ε. Φ. του Ζ., στην πλευρά ... με ιδιοκτησία εναγομένου και στην πλευρά ... επίσης με ιδιοκτησία εναγομένου. Κατόπιν αυτοψίας, που έλαβε χώρα στην ιδιοκτησία του εναγομένου από υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος - Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών - ΥΔΟΜ του Δήμου Λευκάδας, στις 31-10-2012, μετά από την με ημερομηνία 19-9-2012 αίτηση-καταγγελία του ενάγοντος προς την εν λόγω Υπηρεσία "σας παρακαλώ όπως προβείται σε έλεγχο κατασκευών...
οι εν λόγω κατασκευές έχουν καταπατήσει και αλλάζουν τη χάραξη του από πολλάκις ετών μονοπατιού δουλείας διόδου...", διαπιστώθηκε ότι "έχει κατασκευασθεί διαμόρφωση εδάφους του οικοπέδου με μπαζώματα και αντιστήριξή τους από πέτρινο ψηλό τοίχο χωρίς καμία μελέτη, κατά παράβαση της υπ' αρ. 1992/28-5-10 έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας.
Ο τοίχος έχει συνολικό ύψος που κυμαίνεται μεταξύ 4,7 Μ στο υψηλότερο σημείο του και 3,17 Μ στο χαμηλότερο. Ο τοίχος αυτός κατασκευάσθηκε καθ' υπέρβαση του τοίχου 0,3 Μ που εγκρίθηκε με την ανωτέρω άδεια. Το έδαφος που αντιστηρίζει πίσω του έχει όγκο περίπου 1.185,55 Μ3. Όλες οι ανωτέρω κατασκευές εκτιμάται ότι ανεγέρθηκαν περίπου τον Ιούνιο του 2010, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1992/28-5-10 έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας".
Η διαμορφωθείσα όμως επέμβαση δεν σχετίζεται καθόλου με το προπεριγραφόμενο εδαφικό τμήμα, αλλά αφορά διαφορετικό τμήμα της ιδιοκτησίας του εναγομένου, αφού το επίδικο διέρχεται, σύμφωνα με την αγωγή και το συνημμένο σ' αυτήν από Δεκεμβρίου 2014 διάγραμμα, δυτικά του πιο πάνω τοιχίου αντιστήριξης και στη βάση αυτού, ενώ, σύμφωνα με το σκαρίφημα που συνοδεύει την από 31-10-2012 έκθεση αυτοψίας, η πιο πάνω επέμβαση διαπιστώνεται ανατολικά του τοιχίου αντιστήριξης και δυτικά του κεντρικού δημοτικού δρόμου ..., τούτο δε ακριβώς διαπιστώνει και ο προϊστάμενος της αρμόδιας Υπηρεσίας με το υπ αριθμ.
πρωτ. 18181/15/Φ.1.16.2/6-4-2016 έγγραφό του "...σύμφωνα με την σελίδα 4 και 9 της από 09-12-14 αγωγής που κατέθεσε ο κ. Σ.ς αναφέρεται πως υπάρχουν υλικά επίχωσης από της αυθαίρετες κατασκευές (τοίχος) που κατασκευάσθηκαν από τον κ. Φ. και ζητεί με την αγωγή να άρει αυτές ώστε να καθαρίσει το μονοπάτι. Όμως στο τοπογραφικό που έχει προσκομισθεί στην παρούσα (α) σχετική, το οποίο συνοδεύει την αναφερόμενη αγωγή, διακρίνεται πως ο αυθαίρετος τοίχος δεν έχει καταλάβει τμήμα του υπό αμφισβήτηση μονοπατιού, όπως αυτό καθορίζεται στην αναφερόμενη αγωγή.
Συνεπώς και σύμφωνα με το στοιχείο αυτό, εφόσον ο αυθαίρετος τοίχος με όλα τα παρακολουθήματά του (ήτοι τη βάση έδρασης - μπαζώματα) βρίσκεται αποκλειστικά εντός ιδιοκτησίας Φ. και δεν καταλαμβάνει το περιγραφόμενο στην αγωγή μονοπάτι, εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι αυθαίρετες κατασκευές δεν υπάγονται στις απαγορεύσεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 4178/13 και μπορεί να δοθεί η αιτούμενη βεβαίωση...".
Στην ίδια πιο πάνω θέση και εντός του ακινήτου του εναγομένου (ανατολικά του τοιχίου αντιστήριξης και δυτικά του κεντρικού δημοτικού δρόμου ...) αποτυπώνει "παλιό μονοπάτι", που με διαφορετική κατεύθυνση καταλήγει στην ιδιοκτησία κληρονόμων Σ., ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Π. Κ., ο οποίος συνέταξε το από Νοεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο προσκομίζει με επίκληση ο εναγόμενος και απεικονίζει την ιδιοκτησία των Χ.
Σ. (ενάγοντος), Ε. Σ., Ε. Ζ. -, Σ., Ό. - Ν. Σ., δηλαδή το παραπάνω κληρονομιαίο ακίνητο με το ίδιο εμβαδόν (7.192,21 τ.μ.), σύμφωνα δε με σχετική δήλωση σε αυτό (τοπογραφικό διάγραμμα) "τα αναγραφόμενα στοιχεία για το εν λόγω οικόπεδο που είναι ιδιοκτησία μας είναι απόλυτα ακριβή, τα δε όρια του οικοπέδου τέθηκαν παρουσία μας και με υπόδειξη του Φ.
Γ. ή ?Μ.?, καθώς και του προέδρου της τοπικής κοινότητας δ.δ. ... Φ. Α.", πλην όμως εκ των ανωτέρω, ο μεν πρώτος αναφέρει ότι υπέδειξε μόνο τα όρια της ιδιοκτησίας κληρονόμων Σ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ...2013 ένορκη βεβαίωση του Γ. Φ. του Σ. ενώπιον της συμβ/φου Λευκάδας Ειρήνης Άνθη, ο δε δεύτερος δεν επιβεβαιώνει την πιο πάνω υπόδειξη εκ μέρους του, όπως προκύπτει από το μη ημερομηνία 10-5-2013 έγγραφο του προέδρου του τοπικού συμβουλίου ...
Α. Κ. Φ., ο οποίος, απαντώντας στο υπ' αριθ. πρωτ.../8-4-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος - Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών - ΥΔΟΜ του Δήμου Λευκάδας βεβαιώνει ότι "στο από Νοέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Κ. αναφέρεται ότι τα όρια του οικοπέδου τέθηκαν με υπόδειξη του Φ.
Γ. και δική μου. Σας δηλώνω κατηγορηματικά ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα όσον αφορά το άτομό μου είναι ψευδή. Εγώ ουδέποτε υπέδειξα τα όρια των ιδιοκτησιών που αναφέρονται στο διάγραμμα αυτό. Εξ άλλου, ως προς την ακρίβεια των στοιχείων (όρια και παλαιό μονοπάτι) που αναγράφονται στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα διαφωνώ".
Άλλωστε, από τη διενεργηθείσα αυτοψία της πιο πάνω Υπηρεσίας, παρουσία του προέδρου του Τ.Σ. ..., του μηχανικού Π. Κ., του ενάγοντος και μετά από έλεγχο των τεχνικών στοιχείων που υποβλήθηκαν δεν επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη μονοπατιού στη θέση που απεικονίζεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.
Κ. (σχετ. το υπ' αριθ. πρωτ. .../30-5-2013 έγγραφο του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος - Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών - ΥΔΟΜ του Δήμου Λευκάδας). Πέραν όμως του ότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε επέμβαση εκ μέρους του εναγομένου το Σεπτέμβριο του 2012 στο επίδικο εδαφικό τμήμα, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή, η οριοθέτηση μονοπατιού στο από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του Α.
Α. στηρίζεται στην προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα από Δεκεμβρίου 2013 έκθεση φωτοερμηνείας του ίδιου μηχανικού, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "1. Στο στερεομοντέλο του 1971 κλίμακας 1:10.000 εμφανίζεται ξεκάθαρη οριοθέτηση του μονοπατιού. Το ίχνος του ξεκινά από τον κοινοτικό δρόμο βορειοδυτικά της ιδιοκτησίας Σ., συνεχίζει νότια και ακολουθώντας το ανάγλυφο και συγκεκριμένα τις αναβαθμίδες που σχηματίζονται έως ότου συναντά την ιδιοκτησία (κόκκινο χρώμα) που δίδεται από το τοπογραφικό διάγραμμα Κ..
Το ίχνος του συνεχίζεται σε μικρότερο πλάτος διασχίζει το νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας ξεπερνά το ρέμα και σβήνει εκτός των ορίων της ιδιοκτησίας Σ.. 2. Κατά την εξέταση και επεξεργασία των στερεοσκοπικών αεροφωτογραφιών του έτους 1972, το μονοπάτι συνεχίζει να εμφανίζεται σε σχεδόν σύμπτωση μάλιστα με την φωτογραμμετρική αποτύπωση του προηγουμένου έτους (1871).
Αν και σε μειωμένη κλίμακα (1:15.000) σε σχέση με το 1971 (1:10.000), η στερεοσκοπική όραση του μοντέλου αεροφωτογραφιών του έτους 1972 και οι υψομετρικές μεταβολές λόγω αναβαθμίδων επιτρέπουν την παρατήρηση του μονοπατιού και επιβεβαιώνουν σύμπτωση με την απόδοση στερεομοντέλου του 1971...". Στην ίδια μελέτη σχετικά με τη θέση-κατεύθυνση του επιδίκου μονοπατιού στηρίζεται και η Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος - Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών - ΥΔΟΜ του Δήμου Λευκάδας, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
πρωτ. .../15-4-2014 έγγραφο με θέμα "απάντηση για μονοπάτι στον οικισμό ... Δήμου Λευκάδας", που υπογράφει ο προϊστάμενος της εν λόγω Υπηρεσίας "...Από την αυτοψία που διενεργήθηκε στην εν λόγω περιοχή στα σημεία με τις συντεταγμένες που προέκυψαν από τη νέα Φ/Ε μελέτη του τοπογράφου μηχανικού Α. Α. δεν επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη μονοπατιού εντός ή εκτός της ιδιοκτησίας Α.
Φ.., διότι στα πρώτα μέτρα κάτω από την υπάρχουσα δημοτική οδό το φυσικό έδαφος έχει καλυφθεί με επιχώσεις από τη διαπλάτυνση της οδού και από απορρίμματα και στη συνέχεια δεν υπάρχει εμφανές ίχνος επί του εδάφους. Η κλίση όμως του φυσικού εδάφους στο μεγαλύτερο τμήμα του δεν είναι απαγορευτική και συνάδει με την ύπαρξη παλαιού μονοπατιού σε αυτό.
Από τα στοιχεία της Υπηρεσίας μας, η Κοινότητα ... και ο Δήμος Λευκάδας δεν έχουν εκτελέσει έργο κατά μήκος του υπό διερεύνηση μονοπατιού. Στους χάρτες Γ.Υ.Σ. έτους 1970 περίπου και στο συγκεκριμένο τμήμα του οικισμού ... υπάρχει ίχνος μονοπατιού, το οποίο μάλιστα συνεχίζει σε μεγάλη απόσταση και προς τις δύο κατευθύνσεις βορειοανατολικά και νοτιοδυτικά και διακλαδίζεται σε δίκτυο άλλων μονοπατιών.
Το ίχνος αυτό σχεδόν συμπίπτει με το μονοπάτι που προκύπτει από την προαναφερθείσα Φ/Ε μελέτη..." και το υπ' αριθ. πρωτ. οικ. 11449/Φ.5.29.5/28-4-2015 διευκρινιστικό έγγραφο, που υπογράφει ο ίδιος προϊστάμενος "Σε συνέχεια του ανωτέρω σχετικού εγγράφου μας ως προς την ύπαρξη μονοπατιού στον οικισμό ..., σας παρέχουμε την ακόλουθη διευκρίνιση.
Στην προτελευταία παράγραφο του εγγράφου αναφέρεται ότι το μονοπάτι διερχόταν εκτός της ιδιοκτησίας Α. Φ... Όμως το ακριβές είναι ότι κατά το πρώτο τμήμα αυτού το μονοπάτι διερχόταν εκτός της ιδιοκτησίας Φ. (δυτικά του κατασκευασθέντος από αυτόν τοιχίου αντιστήριξης) και κατόπιν εισερχόταν εντός αυτής, όπως και εντός της ιδιοκτησίας Χ.
Σ., συνέχιζε δε εκτός αυτής με κατεύθυνση προς τα δυτικά". Ωστόσο η πιο πάνω αποτύπωση (θέση-κατεύθυνση) του επίδικου μονοπατιού στην από Δεκεμβρίου 2013 έκθεση φωτοερμηνείας δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική κατάσταση που επικρατεί σήμερα, καθ' όσον, α) η είσοδος του μονοπατιού από τη δημοτική οδό βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά από το επίπεδο της δημοτικής οδού υπερβαίνουσα τα 2.50 μ., β) το μονοπάτι κατά την είσοδό του στην ιδιοκτησία του εναγομένου διέρχεται πάνω από τον παλαιό φράκτη που υπάρχει τοποθετημένος στο σύνορο από αγκαθωτό σύρμα, ενώ κατά τη διαδρομή του εντός της ιδιοκτησίας του εναγομένου, γ) διασχίζει εγκαρσίως φυσικό οχετό απορροής ομβρίων (που σχηματίζει λαγκάδι), δ) υπερπηδά επτά παλαιές ξερολιθιές ύψους μέρχι και 1.60 μ.
που βρίσκονται εγκαρσίως ή διαγωνίως στον άξονά του, ε) υπερπηδά τέσσερις βράχους (ριζιμιά), στ) η κλίση του εδάφους απ' όπου αυτό διέρχεται είναι κατά τόπους υπερβολική κα φτάνει και το 45%, ζ) δεν υφίσταται έστω και υποτυπώδης οριοθέτηση του μονοπατιού κατά μήκος του με πέτρες ή υπολείμματα φράκτη ή άλλο μέσο, όχι μόνο πλησίον του άξονά του, αλλά και σε όλο το οικόπεδο και δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος επί τους εδάφους που να οδηγεί έστω και σε υποψία διέλευσης προσώπων ή ζώων κατά μήκος του ανωτέρω άξονα, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 20-10-2017 "τεχνική έκθεση - υλοποίηση σημείων άξονα φερόμενου μονοπατιού στην τοποθεσία … " του πολιτικού μηχανικού Α.
Γ., το από Οκτωβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου και τις φωτογραφίες που συνοδεύουν την τεχνική έκθεση. Για το λόγο αυτό άλλωστε στην από Δεκεμβρίου 2013 έκθεση φωτοερμηνείας διαπιστώνεται από τον Α. Α. αλλοίωση της θέσης του και της σύνδεσης του επιδίκου με άλλα μονοπάτια μετά το 1970 "Στην εικόνα του 1985 υπάρχει σαφής μεταβολή της γεωμετρίας του μονοπατιού και ακόμη περισσότερο στον ορθοφωτοχάρτη της Κτηματολόγιο Α.Ε.
του έτους 2008..." και "3. Κατά την εξέταση και επεξεργασία των στερεοσκοπικών αεροφωτογραφιών του 1985 το μονοπάτι δεν ήταν δυνατό να ψηφιοποιηθεί...". Για την ύπαρξη και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου βεβαιώνουν οι μάρτυρες Ι. Φ. και Γ. χα Ν. Λ. στις αντίστοιχες υπ' αριθ. 6085/2015 και 6086/2015 ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων.
Εκ των ανωτέρω μαρτύρων ο πρώτος γεννηθείς το 1954 βεβαιώνει ότι ο ίδιος και οι γονείς του για τη μετάβασή τους σε ακίνητο που διατηρούν στην περιοχή έκαναν χρήση του επιδίκου, το οποίο απ' ό,τι έχει ακούσει ήταν πολύ παλιό πριν το 1900 και από αυτό εξυπηρετούνταν όλο το χωριό, ενώ η δεύτερη γεννηθείσα το 1927 βεβαιώνει "...από τον καιρό που έχω αναμνήσεις και θυμάμαι, καθώς και απ' όσα μου έλεγε ο πατέρας μου από το επίδικο κοινόχρηστο μονοπάτι περνούσαμε με τους γονείς μου, όπως έκανε και ο πατέρας μου από παιδί με τους γονείς του (δηλαδή πριν το 1880) για να πάμε στο κτήμα μας στο ...
που σήμερα είναι ιδιοκτησία της Ε. Κ. (που είναι σύνορο με ιδιοκτησία Σ. Χ.), το μονοπάτι αυτό ξεκίναγε απέναντι από το κόνισμα του ... και ακολουθώντας νοτιοδυτική κατεύθυνση έφτανε στο κτήμα το δικό μας, στη συνέχεια αυτό συνέχιζε δυτικά και έφτανε στο κτήμα των Σ. (δηλαδή στο ακίνητο Χ. Σ.) και συνέχιζε διασχίζοντας το λαγκάδι εξυπηρετώντας και τα κτήματα των άλλων συγχωριανών μου στις τοποθεσίες ..., ...
και άλλες..., δηλαδή αυτό το μονοπάτι τουλάχιστον από το 1880 εξυπηρετούσε όλο το χωριό και τις ιδιοκτησίες των συγχωριανών μου (Φ., Β. κ.λπ.)...". Σύμφωνα όμως με την αποτύπωση στο από Δεκεμβρίου 2014 διάγραμμα Α. Α., το επίδικο δεν διέρχεται καθόλου από την όμορη του ενάγοντος ιδιοκτησία Ε. συζ. Ι. Κ., η οποία το Νοέμβριο του 2007 διαμαρτύρεται προς τον εναγόμενο για επέμβαση στο τμήμα του επιδίκου, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση στο ακίνητό της "είμαι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ. ...
στη θέση ... και έχει εμβαδόν περίπου ένα στρέμμα. Το οικόπεδό μου αυτό από αμνημονεύτων ετών επικοινωνούσε με τη δημοτική οδό, με μονοπάτι πλάτους 1,50 περίπου μέτρων, πλην όμως εσείς κατασκευάσατε τοίχο αντιστήριξης στο δικό σας ακίνητο, με αποτέλεσμα να καταστραφεί τελείως το μονοπάτι, καθιστώντας έτσι αδύνατη τόσο τη δική μου πρόσβαση στο ακίνητό μου, όσο και του έτερου ακινήτου ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ.
Σ.. που εξυπηρετούνταν από το συγκεκριμένο μονοπάτι...", όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 20-11-2007 εξώδικη πρόσκληση μετά διαμαρτυρίας, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 17-12-2007 ... Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθ. 16910/3-2-2006 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Λευκάδας Ακριβούλας Βλασσοπούλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Καρυάς στις 16-3-2006 (τ. 9, α.α. 169), η Ε.
συζ. Ι. Κ. αποδέχεται την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία του αποβιώσαντος στις 28-9-2004 πατέρα του Κ. Φ. του Ν., στην οποία κληρονομία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων "αγρόκτημα, στο οποίο φύονται έξι (6) ελαιόδεντρα, εκτάσεως 1.000 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση ... της αγροτικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ...
και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Α. Φ.., νότια με ιδιοκτησία Κ. Φ.., δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Σ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Φ..", δηλαδή το περιγραφόμενο ακίνητο δεν συνορεύει με μονοπάτι, αυτό (ακίνητο) δε γειτνιάζει εν μέρει με το "παλιό μονοπάτι" που αποτυπώνεται σε διαφορετική θέση-κατεύθυνση στο από Νοεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π.
Κ., που όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει καμία σχέση με το μονοπάτι που απεικονίζεται στο από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα Α. Α., όπως τούτο διαπιστώνεται από σχετική αντιπαραβολή των εν λόγω διαγραμμάτων. Πέραν τούτων, όσα βεβαιώνουν οι ίδιοι μάρτυρες στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και αναφέρει η Ε.
συζ. Ι. Κ. στην ανωτέρω εξώδικη πρόσκληση μετά διαμαρτυρίας, δεν κρίνονται πειστικά, καθώς αυτοί έχουν από πολλών ετών αστικής και ποινικής φύσεως διαφορές με τον εναγόμενο, με τον οποίο αντιδικούν δια της υποβολής εκατέρωθεν αγωγών και εγκλήσεων-μηνύσεων για ιδιοκτησιακές διαφορές, εξυβρίσεις - συκοφαντικές δυσφημήσεις κ.α. (βλ.
την υπ' αριθ. 165/2015 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που με επίκληση προσκομίζει ο εναγόμενος και την από 21-9-2015 μήνυση έγκληση του εναγομένου σε βάρος, μεταξύ των άλλων, Γ. συζ. Ν. Λ., Ι. Φ., Ε. συζ. Ι. Κ., που με επίκληση προσκομίζει ο ενάγων και στην οποία περιγράφεται υποβολή εκατέρωθεν σωρείας αγωγών - μηνύσεων), αλλά και δια της αποστολής - δημοσίευσης ανώνυμης ταχυδρομικής επιστολής των ανωτέρω Γ.
Λ. και Ε. Κ. σε βάρος του εναγομένου (σχετ. η υπ' αριθ. 34/2015 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Λευκάδας). Ακόμη, όσα βεβαιώνουν οι ίδιοι μάρτυρες περί της ύπαρξης κοινόχρηστου μονοπατιού διερχόμενου μέσα από την ιδιοκτησία του εναγομένου δεν επιβεβαιώνεται από άλλα μέσα αποδείξεως, αλλά αντικρούονται από το μη ημερομηνία 10-5-2013 έγγραφο του ανωτέρω Προέδρου τοπικού συμβουλίου ... (Α.
Φ.), ο οποίος απαντώντας στο υπ' αριθ. πρωτ. ΕΣ 422/Φ.5.29.7/8-4-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος - Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών - ΥΔΟΜ του Δήμου Λευκάδας βεβαιώνει, μεταξύ άλλων, ότι "δεν υπήρξε ποτέ ούτε υπάρχει μονοπάτι από την άκρη του δημοτικού δρόμου, όπως αυτό απεικονίζεται στο από Νοέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.
Κ. ή όπως αυτό προκύπτει από την έκθεση φωτοερμηνείας του κ. Π. Π. με διαφορετική χάραξη στην τοποθεσία ... του οικισμού ..., το οποίο να καταλήγει στην ιδιοκτησία του κ. Χ. Σ.. Επίσης, εντός της ιδιοκτησίας του Α. Φ.. εξ όσων γνωρίζω δεν διερχόταν ποτέ δημοτικός δρόμος ή κοινοτικό μονοπάτι, το οποίο να εξυπηρετούσε άλλες ιδιοκτησίες πέραν του ιδιοκτήτη Α.
Φ....". Επομένως, ο ενάγων, ο οποίος φέρει το σχετικό βάρος αποδείξεως, δεν απέδειξε ότι τουλάχιστον από το 1866 μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946), δηλαδή για διάστημα τουλάχιστον 80 ετών το επίδικο εδαφικό τμήμα χρησιμοποιούνταν από αόριστο αριθμό κατοίκων του τότε οικισμού ... για να μεταβαίνουν στις ιδιοκτησίες τους, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη της παρούσας, το γεγονός δε ότι το επίδικο εμφαίνεται μόνο τα έτη 1971-1972 στις σχετικές αεροφωτογραφίες, αλλά και στους χάρτηες της Γ.Υ.Σ.
του 1970, σύμφωνα με όσα συμπεραίνει ο μηχανικός Α. Α. στην από Δεκεμβρίου 2013 έκθεση φωτοερμηνείας, δεν σημαίνει ότι αυτό προϋπήρχε και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από το 1866 μέχρι το 1946), ενώ και ο ίδιος ο ενάγων πριν την άσκηση της αγωγής στις αιτήσεις του προς την αρμόδια Υπηρεσία δεν κάνει λόγο για κοινόχρηστο μονοπάτι, αλλά για "μονοπάτι διόδου (δουλείας) από πολλών ετών στο κτήμα κ.
Α. Φ.." (βλ. την από 19-9-2012 αίτηση-καταγγελία και την με αριθμό πρωτ. 676/10-1-2013 αίτηση του ενάγοντος, με θέμα "συνέχεια της υπ' αριθ. 25213/19-9-2012 καταγγελίας μου που αφορά την κατασκευή πέτρινου ψηλού τοίχου και διαμόρφωση του εδάφους με μπαζώματα και αντιστήριξή τους με τον τοίχο αυτό, στην περιοχή ... του οικισμού ..." προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος - Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών - ΥΔΟΜ του Δήμου Λευκάδας).
Εξάλλου, δεν αποκλείεται η πρόσβαση στο πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητο του ενάγοντος, εμβαδού 7.192,21 τ.μ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, αφού το ακίνητο αυτό είναι συνεχόμενο με το πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητό του, εμβαδού 4.525,94 τ.μ., το οποίο, σύμφωνα με την περιγραφή των ορίων του στην .../25-9-2012 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, συνορεύει με δημοτικό δρόμο "οικόπεδο", εμβαδού 4.525,94 τ.μ., συνορεύει ολόγυρα με δημοτική οδό, με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ., από την οποία χωρίζεται με ξηρολάγκαδο κατά τον παλιό τίτλο κτήσεως του 1936, με ιδιοκτησία Ε.
Β., με ιδιοκτησία Φ. Β. "Χ.", με ιδιοκτησία Ρ. Σ., με ιδιοκτησία ... και με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. Α....", είχαν δε περιέλθει τα πιο πάνω κληρονομιαία ακίνητα στους άμεσους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος ως ενιαίο ακίνητο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (βλ. το υπ' αριθ. .../1936 συμβόλαιο)?. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την έφεση τυπικά και ουσιαστικά και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εν λόγω πρωτοβάθμια απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου οι οποίες εφαρμόστηκαν.
Δεν υφίσταται δε, καμία ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 16,3 τ.μ., ως τμήμα του περιγραφόμενου στην αγωγή μονοπατιού, χρησιμοποιούνταν για διάστημα τουλάχιστον 80 ετών πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα από αόριστο αριθμό κατοίκων της περιοχής ...
για να μεταβαίνουν στις ιδιοκτησίες τους. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, περί παράβασης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως και ο αντίστοιχος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ιδίου Κώδικα, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Λόγος αναίρεσης που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 637/2017). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 629/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 255/2018).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και ότι δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που κατά την άποψή του παραβιάστηκε ευθέως.
Όσον αφορά δε τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν πράγματα, όπως ο όρος αυτός περιέχεται στο άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ και όπως ήδη αναλύθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος και επιχειρήματά του, ώστε με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, να πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως Εφετείο δικάζοντος Μονομελές Πρωτοδικείου περί τις αποδείξεις.
Κατά συνέπεια και με βάση τα ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2019 αίτηση του Χ. Σ. για αναίρεση της 80/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ