Legislator Case Law & Legislation
1568/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's rejection of set-off claim due to missing mutual debt evidence.

Case Number 1568/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Appeal's dismissal of the bank's set-off defense. The appellant argued that a valid, time-barred deposit claim existed since 1994, which should have offset the bank's claims. The court found the lower court erred by failing to recognize this mutual debt as existing and time-barred, violating substantive civil law provisions on set-off. Consequently, the decision was annulled and the case remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 440, 441, 443, 827, 830 of the Civil Code; The court held that a deposit claim constitutes a valid, time-barred, and matured mutual debt capable of set-off, and the lower court erred by failing to recognize its existence and temporal coexistence with the opposing claim.

Keywords

AI generated
set-off defense mutual debt time-barred claim deposit account civil procedure appeal substantive law error remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 440 of the Civil Code
Article 441 of the Civil Code
Article 443 of the Civil Code
Article 827 of the Civil Code
Article 830 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1568 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1568/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Aνώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου:

Γ. Σ. του Α., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σαρακενίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 10291/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15383/2009 εν μέρει οριστική, 30081/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της με αριθμό κατάθεσης 49485/2007 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, 21014/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 709/2017 του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 29.01.2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2101/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 11605/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2636/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20.01.2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 2636/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε κατ’ ουσία την από 22.08.2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 15383/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχτηκε εν μέρει την με αριθ. καταθ. 10291/2.3.2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου και ανέστειλε την κατ’ ουσία εξέταση της προταθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης συμψηφισμού και κατά της 11605/2018 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα ένσταση συμψηφισμού, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά το άρθρ. 440 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, επέρχεται δε ο συμψηφισμός κατά το άρθρ. 441 του ίδιου Κώδικα με δήλωση του ενός προς τον άλλο, η οποία επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή ο συμψηφισμός ενεργεί αναδρομικά. Ειδικότερα, συνάγεται από τα παραπάνω άρθρα, ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της δήλωσης (πρότασης) συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που θα συνυπάρξουν δύο αντίθετες απαιτήσεις με τα προσόντα του συμψηφισμού.

Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο ο δικαιούχος της μιας απαίτησης και οφειλέτης της άλλης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά και στο μέτρο που καλύπτονται, είτε γίνει αποδεκτή είτε όχι η πρότασή του από εκείνον στον οποίο απευθύνθηκε.

Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που προτείνεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 844/1999). Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 486/2016).

Ληξιπρόθεσμες, συνεπώς, καθίστανται οι απαιτήσεις κατά το χρονικό σημείο που ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την παροχή και οφειλέτης υποχρεούται να την εκπληρώσει. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ). Περαιτέρω, ορίζει το άρθρ. 443 ΑΚ, ότι σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνο της παραγραφής της.

Ως συνύπαρξη των απαιτήσεων πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής νοείται η παράλληλη ύπαρξη και των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό τους, μπορεί δε να προταθεί σε συμψηφισμό η απαίτηση που παραγράφηκε, ακόμη και αν έχει ήδη απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση λόγω της παραγραφής (ΑΠ 1626/2006).

Η ρύθμιση δικαιολογείται από την αναδρομική ενέργεια του συμψηφισμού, που σημαίνει ότι κρίσιμος για τον συμψηφισμό δεν είναι ο χρόνος που γίνεται η σχετική δήλωση, αλλά ο χρόνος στον οποίο αυτός ανατρέχει και κατά τον οποίο πρέπει να είναι γεννημένες, αλλά και αγώγιμες οι συμψηφιζόμενες απαιτήσεις, οι οποίες στον ίδιο χρόνο πρέπει ασφαλώς να είναι και αμοιβαίες. (ΑΠ 2111/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.

Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ` αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. (ΑΠ 652/2020, ΑΠ 1432/2019).

Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης κατάθεσης συνάπτεται σύμβαση ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού, ο οποίος αποτελεί ουσιαστικά ένα συνοπτικό πίνακα των αμοιβαίων χρεοπιστώσεων μεταξύ τράπεζας και πελάτη, με κωδικούς που καταδεικνύουν την αιτία κάθε εγγραφής, τόσο ως προς τις καταβολές που πραγματοποιεί ο πελάτης ή τρίτο πρόσωπο υπέρ αυτού, όσο και ως προς τις καταβολές ή πληρωμές που κάνει η ίδια προς τον πελάτη της ή σε τρίτους για λογαριασμό του.

Η ύπαρξη μιας απαίτησης ή η δυνατότητα άσκησής της εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την τραπεζική σύμβαση που εξυπηρετεί ο λογαριασμός. Έτσι, η νομική θέση του πελάτη έχει ως θεμέλιο την τραπεζική σύμβαση, η οποία καθορίζει και το είδος του λογαριασμού (ΑΠ 433/2020). Οι καταθέσεις δε όψεως και ταμιευτηρίου, που αποτελούν τη συνηθέστερη μορφή λογαριασμού, αποδίδονται οποτεδήποτε το ζητήσει ο δικαιούχος, είναι δηλαδή πάντα απαιτητές και, συνεπώς, ο νομικός λόγος της σχετικής αξίωσης αυτού δημιουργείται με το άνοιγμα του λογαριασμού.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

[III] Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| [...] Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος), εξέδωσε στην … και σε διαταγή του Δ. Κ. τέσσερις (μεταχρονολογημένες) επιταγές πληρωτέες από την «Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», με αριθμούς ..., ..., ... και ..., ποσού 3.000.000 δραχμών εκάστη, οι οποίες έφεραν ημερομηνίες πληρωμής 25 Οκτωβρίου 1994, 23 Νοεμβρίου 1994, 8 Ιανουάριου 1995 και 15 Ιανουάριου 1995 αντιστοίχως.

Τις τρεις πρώτες από τις παραπάνω επιταγές ο Δ. Κ. τις μεταβίβασε δι’ οπισθογραφήσεως στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Τράπεζα (αναιρεσείουσα) στις 12 Ιουλίου 1994 και την τέταρτη από αυτές στις 17 Αυγούστου 1994 λόγω ενεχύρου, συνταχθέντων προς τούτο και των σχετικών πινακίων ενεχύρασης, ακολούθως δε η τελευταία τις εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 2 Νοεμβρίου 1994, στις 30 Νοεμβρίου 1994, στις 13 Ιανουάριου 1995 και στις 23 Ιανουάριου 1995 αντιστοίχως, πλην όμως δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν λόγω έλλειψης στο λογαριασμό, επί του οποίου σύρονταν, επαρκών διαθέσιμων κεφαλαίων, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα εκάστης εξ αυτών.

Ακολούθως, μετά από αίτηση της εναγομένης, εκδόθηκε σε βάρος τόσο του ενάγοντος, όσο και του λήπτη και οπισθογράφου των επιταγών Δ. Κ., η υπ’ αριθμ. 68/1995 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της οποίας επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 27 Απριλίου 1995 επιτασσομένου αυτού να καταβάλει στην εναγομένη 12.000.000 δραχμές ως συνολικό κεφάλαιο, ήτοι 35.216,43 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και δικαστικών εξόδων.

Από του χρονικού αυτού σημείου, ήτοι από την επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, επήλθε διακοπή της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 52 εδ. α' του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής» εξάμηνης παραγραφής της αξίωσης της εναγομένης κατά του ενάγοντος, χωρίς, ωστόσο, η ως άνω επίδοση να επιμηκύνει την παραγραφή σε εικοσαετή, βάσει του άρθρου 268 ΑΚ.

Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά αυτής της διαταγής πληρωμής ο ενάγων δεν άσκησε ανακοπή, ούτε και η εναγόμενη του την επέδωσε εκ νέου, με αποτέλεσμα, μετά την πάροδο έξι μηνών από το ως άνω διακοπτικό γεγονός, ήτοι την 28η Οκτωβρίου 1995, η από τις επίδικες επιταγές και από τη διαταγή πληρωμής αξίωση της εναγομένης κατά του ενάγοντος να υποπέσει σε παραγραφή με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του νόμου περί επιταγής, γεγονός, που συνομολογείται άλλωστε και από την ίδια.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων στις 09.02.1994 προσήλθε στο υποκατάστημα της εναγομένης, που βρίσκεται στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, και δυνάμει συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης που κατήρτισε μετ’ αυτής, άνοιξε τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, έκτοτε δε, δια της χρήσεως σχετικού βιβλιαρίου, προέβαινε σε καταθέσεις και αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών, χωρίς ποτέ η εναγομένη να προβάλει, υπό την ιδιότητα του θεματοφύλακα, οιαδήποτε αντίρρηση ή άρνηση σε σχέση με την απόδοση του κάθε φορά αιτουμένου από τον ενάγοντα ποσού της χρηματικής κατάθεσής του.

Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε άνευ οιουδήποτε προσκόμματος από την πλευρά της εναγομένης μέχρι και τον Μάρτιο του 2002, οπότε αυτή (εναγομένη), επέδωσε στον ενάγοντα το με ημερομηνία 07.03.2002 έγγραφό της με τίτλο «Δήλωση Συμψηφισμού», με το οποίο του καθιστούσε γνωστό ότι προέβη σε συμψηφισμό μέρους της απαίτησής της, που απέρρεε από την υπ’ αριθ. 68/1995 διαταγή πληρωμής, η οποία είχε εκδοθεί επί τη βάσει των υπ’ αριθμ. ..., ..., ...

και ... ακαλύπτων επιταγών και η οποία (απαίτηση) στις 08.03.2002 ανερχόταν, κατά τους υπολογισμούς της, στο συνολικό ποσό των 93.270,35 ευρώ, με ποσό 22.595 ευρώ, που ο ενάγων δικαιούτο λαμβάνειν κατά την άνω ημερομηνία από τον προαναφερθέντα υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, που τηρούσε στο κατάστημα της Νεαπόλεως.

Μετά ταύτα, ο ενάγων άσκησε εναντίον της την υπό κρίση αγωγή με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του επιστρέφει το ποσό των 22.595 ευρώ, διατεινόμενος ότι η τελευταία ουχί νομίμως προέβη σε συμψηφισμό του ανωτέρω ποσού με την ανταπαίτηση, που η ίδια διατηρεί σε βάρος του από την υπ’ αριθ. 68/1995 διαταγή πληρωμής, καθώς κι από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ...

και ... ακάλυπτες επιταγές, καθόσον πρόκειται περί ανταπαιτήσεως η οποία έχει προ πολλού παραγραφεί. Ο ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντας πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, διότι η απαίτηση της εναγομένης έναντι του ενάγοντας από την ένδικη διαταγή πληρωμής είχε, ήδη, από την 28η Οκτωβρίου 1995 υποκύψει σε παραγραφή και επομένως, αυτή δεν δικαιούτο να προβεί σε συμψηφισμό της με την ανταπαίτηση, που ο ενάγων είχε έναντι αυτής από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα το έτος 1994 σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης.

Και ναι μεν κατά το άρθρο 443 του ΑΚ σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση, που έχει παραγραφεί, πλην όμως, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της πρότασης συμψηφισμού παραγεγραμμένης απαίτησης, η ανωτέρω διάταξη θέτει τη μη συμπλήρωση της παραγραφής κατά το χρόνο συνύπαρξης των απαιτήσεων. Σύμφωνα με όσα αναλυτικώς αναφέρονται στην προηγούμενη νομική σκέψη, ως συνύπαρξη των απαιτήσεων, πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, νοείται η παράλληλη ύπαρξη και των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό τους.

Εν προκειμένω, η απαίτηση του ενάγοντας κατά της εναγομένης Τράπεζας από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης δημιουργήθηκε το πρώτον και κατέστη ώριμη προς συμψηφισμό, όχι με την κατάρτιση της συμβάσεως στις 09.02.1994, όπως όλως αβασίμως διατείνεται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, αλλά στις 11.03.2002, όταν δηλαδή αυτή του κοινοποίησε το με ημερομηνία 07.03.2002 έγγραφό της με τίτλο «Δήλωση Συμψηφισμού», με το οποίο του δήλωνε με σαφήνεια ότι αρνείται να του αποδώσει το ποσό των 22.595 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στην Τράπεζά της κατά την άνω ημερομηνία, διότι το συμψήφισε με την σε βάρος του απαίτησή της που απέρρεε από την υπ’ αριθμ. 68/1995 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.

Κατά το ως άνω, όμως, χρονικό σημείο η απαίτηση της εναγομένης έναντι του ενάγοντος από την ανωτέρω διαταγή πληρωμής ήταν, όπως προαναφέρθηκε, παραγεγραμμένη (προ έξι και πλέον ετών) και συνεπώς, ουδείς λόγος περί συνυπάρξεως των δύο απαιτήσεων πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δύναται να γίνει.

Εξάλλου, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ένδικη δήλωση συμψηφισμού αφορούσε, όχι μόνο την απαίτηση από την έκδοση της επιταγής ως αξιογράφου (άρθρα 1,12 και 28 του Ν. 5960/1933), αλλά και την εξ αδικοπραξίας απαίτηση της εναγομένης λόγω της τέλεσης από τον ενάγοντα του τιμωρουμένου σε βαθμό πλημμελήματος αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών (άρθρα 79 Ν. 5960/1933 και 914 ΑΚ), τότε ούτε κι αυτή θα μπορούσε να αποσβεστεί και δη αναδρομικώς κατ’ εφαρμογή του άρθρου 443 του ΑΚ με την ένδικη δήλωση συμψηφισμού της 11ης.03.2002, διότι κατά το προαναφερθέν χρονικό σημείο που συνιστά χρόνο γέννησης της αξίωσης του ενάγοντος προς απόδοση, εκ μέρους της εναγομένης, του ποσού των 22.595 ευρώ με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, η εξ αδικοπραξίας αξίωση αυτής (εναγομένης) ήταν ήδη παραγεγραμμένη.

Ειδικότερα, εκ των εγγράφων της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι η πρώτη επιταγή, ποσού 3.000.000 δραχμών, εμφανίσθηκε στις 31.10.1994 και η σχετική αξίωση από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι πλημμέλημα και παραγράφεται στην πενταετία, παραγράφηκε στις 01.11.1999, η δεύτερη επιταγή ποσού 3.000.000 δραχμών εμφανίσθηκε στις 28.11.1994 και η σχετική αξίωση από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής παραγράφηκε στις 29.11.1999, η τρίτη επιταγή ποσού 3.000.000 δρχ.

εμφανίσθηκε στις 11.01.1995 και η σχετική αξίωση από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής παραγράφηκε στις 12.01.2000, ενώ η τέταρτη επιταγή ποσού 3.000.000 δρχ. εμφανίσθηκε στις 19.01.1995 και η σχετική αξίωση από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής παραγράφηκε στις 20.01.2000. Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, προκύπτει με σαφήνεια, ότι κάθε απαίτηση της εναγομένης εκ της ως άνω αιτίας είχε υποκύψει σε παραγραφή προ δύο και πλέον ετών από την ημερομηνία γέννησης της αξιώσεως του ενάγοντας και συνεπώς, εφόσον ελλείπει η εκ του νόμου αναγκαία προϋπόθεση της παράλληλης ύπαρξης των δύο αντιθέτων απαιτήσεων και δη σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό, η δήλωση συμψηφισμού της 11ης.03.2002 ουδέν έννομο αποτέλεσμα δύναται να επιφέρει.

Συνακόλουθα, η εναγομένη, υπόχρεη καθίσταται επιστροφής στον ενάγοντα του ποσού των 22.595 ευρώ, το οποίο άνευ δικαιώματος συμψήφισε με την ως άνω απαίτησή της και το οποίο αρνείται αυτή να αποδώσει στον τελευταίο, μολονότι εκ της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης έχει ευθεία υποχρέωση καταβολής προς αυτόν του ποσού της ως άνω χρηματικής κατάθεσής του.

Όσον αφορά την επικουρικώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση της εναγομένης, με την οποία ζητούσε τον συμψηφισμό της ένδικης απαιτήσεως με δική της ανταπαίτηση κατά του ενάγοντος, για την οποία αυτή είχε ήδη ασκήσει εναντίον του την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 49.485/31-10-2007 αγωγή της, αποδείχθηκαν τα εξής:

Η εναγομένη, διατεινόμενη ότι ο ενάγων με την έκδοση των τεσσάρων ενδίκων ακαλύπτων τραπεζικών επιταγών τέλεσε σε βάρος της, και δη κατά συναυτουργία με τον Δ. Κ., το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, άσκησε εναντίον του την ανωτέρω αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει νομιμότοκα το ποσό των 93.740,31 ευρώ, άλλως το ποσό των 35.216,43 ευρώ ως αποζημίωση.

Με δεδομένο ότι η τελευταία αγωγή ασκήθηκε σε χρόνο προγενέστερο της περιλαμβανομένης στις από 27.01.2009 έγγραφες προτάσεις της ένστασης συμψηφισμού, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 15383/2009 απόφασή του ανέστειλε την κατ’ ουσία εξέτασή της μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί της ως άνω υπ’ αριθμ.

καταθ. 49.485/31-10-2007 αγωγής. Η αγωγή αυτή πράγματι εκδικάστηκε και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 30081/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατ’ αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, πλην όμως και αυτή απορρίφθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2101/2014 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, το έκρινε τελεσιδίκως ότι δεν αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα, σε βάρος του τότε εναγομένου και νυν ενάγοντος, περιστατικά της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, ειδικότερα δε δέχθηκε ότι μεταξύ αυτού και του Δ.

Κ. δεν υπήρξε κοινός δόλος, που να τείνει στην εξαπάτηση της ενάγουσας, με την έκδοση εκ μέρους του νυν ενάγοντος των επίμαχων επιταγών σε διαταγή του (Δ.) Κ. και παράδοσή τους στον τελευταίο, ως επιταγών ευκολίας που δεν είχαν αντίκρισμα και δεν αντιπροσώπευαν υπαρκτή μεταξύ τους συναλλαγή. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η εναγομένη άσκησε αναίρεση, η οποία ομοίως απορρίφθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 709/2017 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, ο οποίος έκρινε αμετακλήτως ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν τυποποιούσε το αδίκημα της απάτης, αλλά αυτό της έκδοσης επιταγών που δεν πληρώθηκαν άμα τη εμφάνισή τους.

Κατά συνέπεια, ενόψει όλων των ανωτέρω που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε η μεν δια των πρωτόδικων προτάσεων επικουρικώς ασκηθείσα ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, η δε υπό κρίση αγωγή του ενάγοντος να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και, αναγνωριζομένης της, λόγω παραγραφής, ανυπαρξίας της απαίτησης της εναγομένης έναντι του ενάγοντος, να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 22.595 ευρώ ως αποζημίωση ένεκα ενδοσυμβατικής ευθύνης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση […]|».

[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας τόσο κατά της 11605/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού, όσο και της 15383/2009 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, που την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 22.595 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η απαίτηση του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης δημιουργήθηκε το πρώτον και κατέστη ώριμη προς συμψηφισμό με την κοινοποίηση στον αναιρεσίβλητο της από 07.03.2002 δήλωσης συμψηφισμού της αναιρεσείουσας για το ποσό των 22.595 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσίβλητου και ότι, ως εκ τούτου, αυτή δεν συνυπήρξε με την προταθείσα σε συμψηφισμό ως άνω παραγεγραμμένη ανταπαίτηση της τράπεζας είτε αυτή ερείδεται στις διατάξεις για την έκδοση των επιταγών ως αξιογράφων είτε σε εκείνες για την αδικοπραξία, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (ΑΚ 440, 441, 443, 827, 830), αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος.

Και τούτο διότι, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ένδικος λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε στις 09.02.1994, ο αναιρεσίβλητος είχε από το χρόνο αυτό έγκυρη, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, ώριμη προς συμψηφισμό, απαίτηση προς απόδοση της κατάθεσής του στον ως άνω λογαριασμό, δεδομένου ότι, κατά τη μείζονα σκέψη, επί σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, όπως σε καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου, ο παρακαταθέτης έχει πάντοτε ενοχική αξίωση για την απόδοση πραγμάτων ίδιας ποιότητας και ποσότητας με αυτά που κατάθεσε και ο θεματοφύλακας οφείλει να τα αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή τους και, συνεπώς, η πιο πάνω απαίτηση του αναιρεσίβλητου συναντήθηκε και συνυπήρξε με την αξίωση της αναιρεσείουσας, προτού συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αυτή παραγράφηκε και έπαυσε να υπάρχει από μεν τις επίδικες επιταγές και τη διαταγή πληρωμής στις 28.10.1995, από δε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στις 01.11.1999, 29.11.1999, 12.01.2000 και 20.01.2000, για κάθε επιταγή αντίστοιχα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε περί του χρόνου γέννησης της κυρίας απαίτησης του αναιρεσίβλητου και περί της μη συνύπαρξης αυτής με την παραγεγραμμένη ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας, είναι βάσιμος.

[V] Κατ’ ακολουθίαν τούτων, παρελκόμενης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου, πρέπει. να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον δικαστή, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παράβολου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2636/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση δικαστή

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ