Legislator Case Law & Legislation
1568/2017 AI generated

1568/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1568/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1568/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1568 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1568/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε" (ΔΕΗ ΑΕ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μποτή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 27 - 6 - 2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην κατ’ έφεση ενόψει των διατάξεων των άρθρων 524 § 1 και 591 § 1 ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι η παραίτηση από το ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί γίνεται μόνο με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο, έχει ως συνέπεια ότι το ένδικο μέσο θεωρείται σαν να μην έχει ασκηθεί. Η παραίτηση από το δικαίωμα, για την οποία απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, καθιστά απαράδεκτη τη μεταγενέστερη άσκησή του, ενώ η παραίτηση από το δικόγραφο δεν αποκλείει την εκ νέου άσκηση του ενδίκου μέσου.

Κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις, ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιο του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο) κατ’ άρθρο 118 ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα στον άλλο διάδικο (ΑΠ 834/2005, ΑΠ 189/1997 ΕλλΔνη 38. 1576.

Περαιτέρω η παραίτηση από ασκημένο ένδικο μέσο απαιτείται να είναι ρητή κατά τίς διατάξεις των άρθρ. 297 και 299 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 1261/2011, και ΑΠ 1738/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 260 ΚΠολΔ, "αν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται".

Αν η μη εμφάνιση ή η μη προσήκουσα εμφάνιση των διαδίκων διαπιστωθεί μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, η ματαίωση της συζητήσεως κηρύσσεται με δικαστική απόφαση. Εξ άλλου, κατά την περίπτωση που οι διάδικοι, οι οποίοι παραστάθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση της αγωγής, προβούν μεταγενεστέρως (και προ της έκδοσης αποφάσεως) σε δήλωση προς το Δικαστήριο, ότι επιθυμούν να μην εκδοθεί απόφαση για την υπόθεση (ήτοι να ματαιωθεί), η δήλωση τους αυτή ενέχει δήλωση παραιτήσεως τους από την επίσπευση της συζήτησης και ανάκλησης της παραστάσεως τους, η οποία, από απόψεως των συνεπειών της, θεωρείται ότι δεν έγινε (επιχείρημα και από το άρθρο 295 του ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να θεωρείται αναδρομικά ματαιωμένη η συζήτηση της υποθέσεως, κατά το άρθρο 260 του ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, η δήλωση του επισπεύδοντος τη συζήτηση της έφεσης περί του ότι "δεν επιθυμεί την έκδοση απόφασης" αποτελεί παραίτηση από τη διαδικαστική πράξη της επίσπευσης της συζήτησης, η οποία όμως, αν γίνει μετά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, για να είναι έγκυρη απαιτείται να μην αντιλέγει ο αντίδικος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 96/1985).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-9-2013 ( αριθμ. έκθ. καταθ. .../ 2013) κλήσης αυτής (εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας) προς συζήτηση της από 19-7-1991 (αριθ. έκθ. καταθ. .../1991) έφεσής της και των πρόσθετων λόγων της κατά της υπ’ αριθμόν 181/1981 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την παραδοχή "ότι η συζήτηση της έγινε στο ακροατήριο την 12-11-1991 και την 31-3-1992 οι διάδικοι προσυπέγραψαν τη με ίδια ημερομηνία κοινή δήλωση, με την οποία δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής, λόγω επελθόντα στο μεταξύ συμβιβασμού επί της επίδικης διαφοράς, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και επισυνάφθηκε στο πινάκιο εγγραφής πολιτικών υποθέσεων της ανωτέρω δικασίμου", θεωρώντας, όπως ρητά αναφέρει στη συνέχεια ότι " ότι με την ως άνω εξώδικη δήλωση οι διάδικοι παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της έφεσης" και ότι "η εν λόγω παραίτηση είναι έγκυρη και έχει ως αποτέλεσμα, κατά τα άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ, ότι η έφεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα έκτοτε δε η υπ’ αριθμ. 181/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-9-2013 ( αριθμ. έκθ. καταθ. .../2013) κλήσης αυτής (εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας) προς συζήτηση της από 19-7-1991 (αριθ. έκθ. καταθ. .../1991) έφεσής της και των πρόσθετων λόγων της και είναι επομένως βάσιμος ο λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚπολΔ, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προαναφερθείσα μείζονα πρόταση , με την από 31-3-1992 κοινή δήλωση των διαδίκων ότι δεν επιθυμούν την έκδοση απόφασης επί της από 19-7-1991 (αριθ.

έκθ. καταθ. .../1991) έφεσης (της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας) κατά της υπ’ αριθμόν 181/1981 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της ως άνω έφεσης, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-9-2013 κλήσης προς συζήτηση της από 19-7-1991 έφεσης, αλλά παραίτηση από τη διαδικαστική πράξη της επίσπευσης της συζήτησης της έφεσης, που είχε γίνει για τη δικάσιμο της 12-11-1991 με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι ματαιώθηκε η συζήτηση της ως άνω έφεσης κατά τη δικάσιμο αυτή της 12-11-1991 αναδρομικά.

Η ματαίωση αυτή της συζήτησης της έφεσης κατά τη δικάσιμο της 12-11-1991, άλλωστε, προκύπτει σαφώς και από την επισκόπηση των προσκομιζομένων με επίκληση από τους διαδίκους εγγράφων και δη, τόσο από την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη κοινή δήλωση ενυπόγραφη των διαδίκων με ημερομηνία 31-3-1992 και τίτλο "ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΕΚΔΟΘΕΙ ΑΠΟΦΑΣΗ!" στην οποία κατά λέξη διαλαμβάνεται "1.

Επί της με πράξη καταθέσεως ... από 27-12-1990 αγωγής του δευτέρου κατά της πρώτης από εμάς εκδόθηκε η 191/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 2. Κατά της παραπάνω απόφασης η ΔΕΗ άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθήνας τη με πράξη κατάθεσης .../1991 από 19-7-1991 έφεση της. 3. Λόγω του επελθόντος στο μεταξύ συμβιβασμού επί της επίδικης διαφοράς και οι δύο εμείς, διάδικοι στην υπόψη υπόθεση, δηλώνουμε ότι δεν επιθυμούμε να εκδοθεί απόφαση επί της παραπάνω έφεσης, να θεωρηθεί δε ως ματαιωθείσα η επί της παραπάνω έφεσης συζήτηση της 12-11-1991 (πιν….όσο και από το φωτοτυπημένο σχετικό φύλλο του πινακίου του Εφετείου της δικασίμου 12-11-1991 όπου στον αριθμό … αυτού σημειώνονται μετά την εγγραφή "Συζ." οι λέξεις " Ματαιούται (Δήλωση)".

Κατά παραδοχή συνεπώς του παραπάνω λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως υπό άλλη σύνθεση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ). Τέλος, η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της επειδή η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 473/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Συμψηφίζει στο σύνολο της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ