1568/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1568/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω πλημμελήματος της πλαστογραφίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. δεν απαιτείται να σκοπεύει ο δράστης να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει τρίτον, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της πλαστογραφίας που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 216 του Π.Κ..
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1568 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1568/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Μ. Δ., του Κ., κατοίκου ... και 3. Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2962/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Χ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τάντση.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2015 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2 Ιουνίου 2015, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 710/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, που είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η από τον υπαίτιο κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ’ του Π.Κ.), είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με την θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή, επιπρόσθετα δε και σκοπός του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως.
Για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω πλημμελήματος της πλαστογραφίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. δεν απαιτείται να σκοπεύει ο δράστης να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει τρίτον, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της πλαστογραφίας που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 216 του Π.Κ..
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, συνδυαζόμενη και προς την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι είναι δυνατή η υπό περισσοτέρων κατά συναυτουργία τέλεση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας, απαραίτητος δε όρος της κατά συναυτουργία δράσεως στο έγκλημα αυτό είναι η γνώση του κάθε συναυτουργού της προθέσεως του άλλου συναυτουργού ή των άλλων συναυτουργών να τελέσει ή να τελέσουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και η θέλησή του να συμπράξει με αυτόν ή με αυτούς (κοινός δόλος), η δε σύμπραξη του κάθε συναυτουργού μπορεί να περιορισθεί και στην ενέργεια μεμονωμένων πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, το οποίο πραγματώνεται και με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι απαραίτητο στην απόφαση να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συναυτουργών για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος (Ολομ.
Α.Π. 50/1990). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού, (εκτός εάν στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, οπότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική).
Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, από μόνη της, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, όπως προαναφέρθηκε δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία.
Μόνον όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η με γνώση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που όπως προαναφέρθηκε συμβαίνει στο πλημμέλημα της πλαστογραφίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
Α.Π. 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2962/2015 απόφασή του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ενόχους από κοινού πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και καταδίκασε τον καθένα απ’ αυτούς σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για όλους επί τριετία.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, στο σκεπτικό της δέχθηκε σχετικά με την ως άνω αξιόποινη πράξη για την οποία καταδίκασε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, επί λέξει, τα εξής: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την ανωμοτί κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου των (1ου και 3ου) εκκαλούντων-κατηγορουμένων, για τις πράξεις που αποδίδονται στους τελευταίους, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των εκκαλούντων-κατηγορουμένων τα στοιχεία της υποκειμενικής και της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται και το οποίο τιμωρείται από τον οικείο ποινικό νόμο.
Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, από κοινού και μετά από συναπόφαση ως διαχειριστές και εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή και πώληση μεταχειρισμένων φορτηγών αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, συμφώνησαν τον Ιούνιο του έτους 2009 όπως αγοράσουν από τον εγκαλούντα, Χ.
Ν. του Ι. το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, 33 τόνων. Το παραπάνω φορτηγό του εγκαλούντος? ήταν παλαιό, και συγκεκριμένα πλέον της 30ετίας, για το λόγο δε αυτό ο εγκαλών το πούλησε στην εταιρία των κατηγορουμένων για ανταλλακτικά, έναντι 5.000 ευρώ. Το παρέδωσε δε στους κατηγορούμενους 16-7-2009.
Όμως δεν έγινε νομότυπη μεταβίβαση του παραπάνω φορτηγού στο όνομα της εταιρίας των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο παράδοσης του σε αυτήν και έτσι το παραπάνω φορτηγό συνέχισε να φαίνεται στα βιβλία του Υπουργείου Συγκοινωνιών ότι ανήκει κατά κυριότητα στον εγκαλούντα. Ταυτόχρονα ο εγκαλών συμφώνησε με τους κατηγορούμενους να του πουλήσουν άλλο φορτηγό αυτοκίνητο, όμοιων προδιαγραφών με αυτό που τους πούλησε, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εργασία του, καθότι ήταν επαγγελματίας οδηγός.
Οι κατηγορούμενοι επειδή δεν είχαν στην διάθεση τους εκείνη τη χρονική στιγμή φορτηγό 33 τόνων, να του μεταβιβάσουν, του παρέδωσαν το με αριθμό πλαισίου ... φορτηγό όχημα, μικτού βάρους 32 τόνων, ταυτόχρονα δε του υποσχέθηκαν ότι θα ενεργήσουν τα απαραίτητα προκειμένου να πετύχουν έγκριση αντικατάστασης αξόνων αυτού με αύξηση του μικτού βάρους σε 33 τόνους.
Ο εγκαλών δέχθηκε και παρέλαβε το παραπάνω φορτηγό από τους κατηγορούμενους προκειμένου να το χρησιμοποιεί για την εκτέλεση της εργασίας του, χωρίς όμως να γίνει και εν προκειμένω νομότυπη μεταβίβαση στο όνομα του εγκαλούντος, διά αναγραφής αυτής στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, μέσω της υπηρεσίας συγκοινωνιών.
Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι αντί να εκμεταλλευτούν το παραπάνω παλαιό όχημα που τους πούλησε ο εγκαλών, για ανταλλακτικά, το πούλησαν περαιτέρω στην Π. Π. και το παρέδωσαν σε αυτήν την 3-05-2010. Η παραπάνω πώληση δεν ήταν σε γνώση του εγκαλούντος κατά το χρόνο κατάρτισης της. Η Π. Π. έθεσε σε κίνηση το παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο, διά του προστηθέντος από αυτήν οδηγού, Α.
Α.. Την 15-7-2010 το παραπάνω φορτηγό κινούμενο στην ... με οδηγό τον Α. Α., ελέγχθηκε από αρμόδια αστυνομικά όργανα, που διαπίστωσαν ότι αυτό κινούνταν άνευ άδειας κυκλοφορίας και κρατικών πινακίδων. Στη συνέχεια ζήτησαν να δουν το βιβλίο μεταβολών στο οποίο κύριος του φορτηγού φαινόταν ο εγκαλών, αφού κατά τα προαναφερόμενα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, δεν είχε γίνει νομότυπη μεταβίβαση του, και έτσι επιβλήθηκε από τον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος ...
Φλώρινας, με την υπ’ αριθμ. 45/2010 απόφαση του σε βάρος του εγκαλούντος διοικητικό πρόστιμο 8.000 ευρώ για παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. 9 και 11 του Ν. 3444/2006. Ενόψει της παραπάνω βεβαίωσης προστίμου στο όνομα του εγκαλούντος, οι κατηγορούμενοι την 16-07-2010, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, στα πλαίσια άσκησης νομικής και πραγματικής διαχειριστικής εξουσίας της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...., κι ως ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, νόθευσαν το βιβλιάριο μεταβολών του με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγού αυτοκινήτου και συγκεκριμένα ανέγραψαν στη θέση του φερόμενου ως πωλητή, τα στοιχεία του εγκαλούντος Χ. Ν. και έθεσαν μία υπογραφή κατ’ ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής αυτού, επίσης δε ανέγραψαν ψευδώς ως ημερομηνία μεταβίβασης της κυριότητας του ανωτέρω φορτηγού προς την εταιρία ... την 16-07-2010, ώστε να διαλαμβάνεται ότι ο εγκαλών δήθεν μεταβίβασε την κυριότητα του παραπάνω με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγού αυτοκινήτου στην τελευταία ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...., την 16-07-2010 συμπράττοντας ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ακολούθως, δε συμπλήρωσαν ημερομηνία μεταβίβασης του ανωτέρω φορτηγού από την εταιρία .... προς την Π. Π. και ανέγραψαν ως ημερομηνία μεταβολής την 10-08-2010, ώστε να διαλαμβάνεται αφενός ότι ο εγκαλών δήθεν μεταβίβασε την κυριότητα του με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγού αυτοκινήτου στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...., την 16-07-2010 συμπράττοντας ο ίδιος αυτοπροσώπως κι αφετέρου ότι η Π. Π. έλαβε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της το ανωτέρω φορτηγό από την ... μόλις την 10-08-2010. Όμως στις παραπάνω μεταβιβάσεις δεν παραστάθηκε και δεν υπέγραψε ο εγκαλών, αλλά κάποιος των συγκατηγορουμένων κατ’ απομίμηση έθεσε την υπογραφή αυτού, μετά από συναπόφαση και γνώση αυτών, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του και να πείσουν ότι πραγματοποιήθηκαν οι παραπάνω μεταβιβάσεις νομότυπα παραπλανώντας ως προς την κυριότητα του φορτηγού.
Στη συνέχεια την 22-07-2009 οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, ως διαχειριστές της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...., κατήρτισαν έγγραφο το οποίο τιτλοφόρησαν αίτηση και το απηύθυναν στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης, με το οποίο αιτούνταν την έγκριση αντικατάστασης αξόνων με αύξηση του μικτού βάρους του με αριθμό πλαισίου ...
φορτηγού οχήματός, προκειμένου να συμμορφωθούν στη συμφωνία τους με τον εγκαλούντα. Αφού δε ανέγραψαν ως στοιχεία του αιτούντος τα στοιχεία του εγκαλούντος, Χ. Ν. του Ι., στη θέση του αιτούντος στο τέλος του κειμένου έθεσαν μία υπογραφή κατ’ ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής αυτού, ώστε να διαλαμβάνεται ότι ο εγκαλών δήθεν αιτήθηκε από τη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης την έγκριση αντικατάστασης αξόνων με αύξηση του μικτού βάρους του με αριθμό πλαισίου ...
φορτηγού οχήματος και υπέβαλαν την 23-07-2009 την ανωτέρω αίτηση στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης, χωρίς γνώση του εγκαλούντος για όλη την παραπάνω ενέργειά τους και πλαστογραφώντας την υπογραφή του.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ’ εξακολούθηση, που τους αποδίδεται όπως αποδείχθηκε παραπάνω, περιγράφεται δε λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής. Όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων που αποτελούν άρνηση της κατηγορίας της οποίας κρίθηκαν ένοχοι, ήτοι της πλαστογραφίας, απορρίπτονται καθότι αντίθετα με αυτούς αποδείχθηκε ότι τέλεσαν την αντίστοιχη πράξη, καθότι ποτέ δεν υπέγραψε τα παραπάνω έγγραφα ο εγκαλών".
Και με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, επί λέξει, του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, την 22-07-2009 και την 16-07-2010, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατήρτισαν πλαστό έγγραφο και νόθευσαν έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και στη συνέχεια ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών και συγκεκριμένα α) την 22-07-2009 ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, στα πλαίσια άσκησης νομικής και πραγματικής (εν τοις πράγμασι) διαχειριστικής εξουσίας της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...., που εδρεύει στη … και έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή και πώληση μεταχειρισμένων φορτηγών αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, κατήρτισαν έγγραφο το οποίο τιτλοφόρησαν αίτηση και το απηύθυναν στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης, με το οποίο αιτούνταν την έγκριση αντικατάστασης αξόνων με αύξηση του μικτού βάρους του με αριθμό πλαισίου ...
φορτηγού οχήματος, στο οποίο (έγγραφο) αφού ανέγραψαν ως στοιχεία του αιτούντος τα στοιχεία του εγκαλούντος, Χ. Ν. του Ι., στη θέση του αιτούντος στο τέλος του κειμένου έθεσαν μία υπογραφή κατ’ ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του εγκαλούντος Χ. Ν., ώστε να διαλαμβάνεται ότι ο εγκαλών δήθεν αιτήθηκε από τη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης την έγκριση αντικατάστασης αξόνων με αύξηση του μικτού βάρους του με αριθμό πλαισίου ...
φορτηγού οχήματος. Στη συνέχεια, δε, οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες και μετά από συναπόφαση υπέβαλαν την 23-07-2009 την ανωτέρω αίτηση στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης β) την 16-07-2010, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, στα πλαίσια άσκησης νομικής και πραγματικής (εν τοις πράγμασι) διαχειριστικής εξουσίας της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...., νόθευσαν το βιβλιάριο μεταβολών του με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγού αυτοκινήτου, στο οποίο ανέγραψαν στη θέση του φερόμενου ως πωλητή τα στοιχεία του εγκαλούντος Χ. Ν. και κάτωθι αυτών έθεσαν μία υπογραφή κατ’ ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του εγκαλούντος, καθώς επίσης μετέβαλαν-αλλοίωσαν την ημερομηνία μεταβίβασης της κυριότητας του ανωτέρω φορτηγού και ανέγραψαν ως ημερομηνία μεταβολής την 16-07-2010, ώστε να διαλαμβάνεται ότι ο εγκαλών δήθεν μεταβίβασε την κυριότητα του με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγού αυτοκινήτου στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...., την 16-07-2010 συμπράττοντας ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ακολούθως, δε, μετέβαλαν-αλλοίωσαν την ημερομηνία μεταβίβασης της κυριότητας του ανωτέρω φορτηγού από την εταιρία .... προς την Π. Π. και ανέγραψαν ως ημερομηνία μεταβολής την 10-08-2010, ώστε να διαλαμβάνεται αφενός ότι ο εγκαλών δήθεν μεταβίβασε την κυριότητα του με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγού αυτοκινήτου στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...., την 16-07-2010 συμπράττοντας ο ίδιος αυτοπροσώπως κι αφετέρου ότι η Π. Π. έλαβε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της το ανωτέρω φορτηγό μόλις την 10-08-2010. Ωστόσο, ο εγκαλών είχε ήδη αποξενωθεί από την κυριότητα, τη νομή και την κατοχή του ανωτέρω αυτοκινήτου ήδη από την 24-08-2009 ενώ η Π.
Π. είχε αποκτήσει στην κυριότητα, νομή και κατοχή της το εν λόγω φορτηγό ήδη από την 3-05-2010. Στη συνέχεια, δε, οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες και μετά από συναπόφαση επέδειξαν το βιβλίο μεταβολών του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου στον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος ... Φλώρινας ο οποίος παραπλανηθείς από την εικόνα του βιβλίου επέβαλε με την υπ’ αριθμ 45/2010 απόφαση του σε βάρος του εγκαλούντος διοικητικό πρόστιμο 8.000 ευρώ για παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. 9 και 11 του Ν. 3444/2006.
Στις ανωτέρω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι προέβηκαν χωρίς τη συναίνεση, την εντολή ή τη βούληση του εγκαλούντος, Ν. Χ., ούτε άλλου προσώπου, και με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσουν αφενός τους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης κι αφετέρου τον Διοικητή του αστυνομικού τμήματος ...
Φλώρινας ότι δήθεν ο εγκαλών α) αιτήθηκε την έγκριση αντικατάστασης αξόνων με αύξηση του μικτού βάρους του με αριθμό πλαισίου ... φορτηγού οχήματος και β) μέχρι και την 16-07-2010 ήταν κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου, αντίστοιχα". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 26 παρ. 1 εδ.
α’ , 27παρ. 1 και 2 εδ. β’ , 45, 98 παρ.1 και 216 παρ. 1 του Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού στο κατά τα ανωτέρω πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος της από κοινού πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συγκεκριμένα των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν γίνεται ολική αναφορά με παραπομπή στο διατακτικό της, οπότε η αιτιολογία θα μετέπιπτε σε τυπική, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (στο σκεπτικό της) του διατακτικού της, από μόνη της, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ακόμη, με σαφήνεια δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως τούτο προκύπτει από τις αιτιολογίες που περιέχονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κατάρτισαν πλαστό έγγραφο και νόθευσαν γνήσιο έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του πλαστού και του νοθευμένου εγγράφου τους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης ότι δήθεν ο εγκαλών αιτήθηκε την έγκριση αντικατάστασης αξόνων με αύξηση του μικτού βάρους του με αριθμό πλαισίου ...
φορτηγού οχήματος και ότι αυτός μέχρι και την 16-07-2010 ήταν κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου και δεν χρειαζόταν για την πλήρη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως να αναφέρεται σ’ αυτήν ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι είχαν σκοπό προσπορισμού οφέλους και βλάβης άλλου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της πλαστογραφίας για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ., δεν απαιτείται να σκοπεύει ο δράστης να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή να βλάψει τρίτον, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της πλαστογραφίας που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 216 του Π.Κ.
και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όσον αφορά την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την από κοινού κατά συναυτουργία τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση από τους αναιρεσείοντες, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στην αιτιολογία της ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, στα πλαίσια άσκησης νομικής και πραγματικής (εν τοις πράγμασι) διαχειριστικής εξουσίας της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...., τέλεσαν την κατά τα ανωτέρω πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, όπως δε προναφέρθηκε δεν ήταν απαραίτητο για την πλήρη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την από κοινού από μέρους των αναιρεσειόντων τέλεση του ως άνω εγκλήματος να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συναυτουργών αναιρεσειόντων για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεώς του και ως εκ τούτου η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την συναυτουργία είναι πλήρης και δεν στερείται αυτή ως προς τη συναυτουργία νομίμου βάσεως και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, όπως είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Όσον αφορά την αιτιολογία της αποφάσεως σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, πρέπει, πέραν των άλλων, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, το καθένα στο σύνολό του και όχι μόνο ορισμένα από αυτά όπως προαναφέρθηκε ή κάποιο από αυτά αποσπασματικά.
Όμως, για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί η κατ’ είδος, προεισαγωγική μνεία των κατά το άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ. αποδεικτικών μέσων (π.χ. καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), όπως προαναφέρθηκε τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς την ανάγκη αναφοράς ενός εκάστου ή του περιεχομένου αυτού στις επί μέρους αιτιολογίες της αποφάσεως.
Ακόμη, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα στις επί μέρους αιτιολογίες της αποφάσεως δεν υποδηλώνει χωρίς άλλο το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπόλοιπα, για τα οποία δεν υπήρξε λόγος ιδιαίτερης επισήμανσης αφού δεν τα εξήρεσε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και στην καταδικαστική του απόφαση, όπως αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο", μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συμπεριλαμβανόταν και το "με αριθμό πρωτ.
…09-01-2011 έγγραφο της Γεν. Διεύθυνσης Μεταφορών". Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα και το ως άνω αναγνωσθέν έγγραφο και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όσον αφορά την αιτίαση περί αντιφάσεων μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, επειδή στο σκεπτικό της αναφέρει ότι δεν εξαπατήθηκε από μέρους των αναιρεσειόντων ο Διοικητής του Α.Τ. ...
ως προς την επιβολή του διοικητικού προστίμου σε βάρος του εγκαλούντος και τους κηρύσσει αθώους της απάτης και στο διατακτικό της για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που τους κήρυξε ενόχους δέχεται ότι επέδειξαν το βιβλίο μεταβολών του με αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου στο Διοικητή του Α.Τ. ..., ο οποίος παραπλανηθείς από την εικόνα του βιβλίου επέβαλε διοικητικό πρόστιμο σε βάρος του εγκαλούντος, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στην αιτιολογία της αποφάσεως για την καταδίκη σε πλαστογραφία, αφού στην πλαστογραφία (νόθευση γνησίου εγγράφου) μετά χρήσεως, αρκεί η νόθευση του εγγράφου με σκοπό παραπλανήσεως και η μετέπειτα χρήση του εγγράφου με τον ίδιο σκοπό, γεγονότα που δέχεται ως αποδειχθέντα η καταδικαστική απόφαση για την από κοινού πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και δεν ενδιαφέρει αν θα επιτευχθεί ο σκοπός παραπλανήσεως ή όχι και αν θα επέλθει η παραπλάνηση που σκοπήθηκε, η οποία παραπλάνηση απαιτείται να επέλθει στην αξιόποινη πράξη της απάτης για την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι με την προσβαλλόμενη απόφαση ως εκ τούτου η εκ περισσού αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως για την πλαστογραφία ότι με τη χρήση του πλαστού (νοθευμένου) βιβλίου μεταβολών του με αριθμ.
κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου στο Διοικητή του Α.Τ. ..., παραπλανήθηκε ο τελευταίος και επέβαλε το διοικητικό πρόστιμο στον εγκαλούντα, η οποία αναφέρεται στην απάτη για την οποία αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι και όχι στην πλαστογραφία μετά χρήσεως για την οποία καταδικάστηκαν, δεν προκαλεί αντίφαση και δεν καθιστά αντιφατική και ελλειπή την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την καταδίκη των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για από κοινού πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, ούτε στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πέμπτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, όπως είναι αβάσιμος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως.
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 του Π.Κ., στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη:
α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση 2962/2015 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για από κοινού πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, επιβάλλοντας στον καθένα απ’ αυτούς ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, προκύπτει ότι το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον κάθε αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη, κατ’ αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά την επιμέτρηση της ποινής, "αφενός τη βαρύτητα του εγκλήματος που τελέσθηκε και αφετέρου την προσωπικότητα των καταδικασθέντων.
Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο αποβλέπει: α) στη βλάβη που επήλθε από το έγκλημα και στον κίνδυνο που προκλήθηκε από αυτό, β) στη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την τέλεση του και γ) στην ένταση του δόλου των υπαιτίων.
Για την εκτίμηση της προσωπικότητας των καταδικασθέντων το δικαστήριο αποβλέπει, ενδεικτικά στο βαθμό της εγκληματικής διάθεσης των ενόχων που εκδηλώθηκε κατά την πράξη τους και για την ακριβή διάγνωση αυτής: α) στα αίτια από τα οποία ωθήθηκαν προς τέλεση του εγκλήματος, στην αφορμή που δόθηκε και το σκοπό τον οποίο επεδίωξαν, β) στο χαρακτήρα τους και στο βαθμό της ανάπτυξής τους, γ) στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και τον προηγούμενο βίο τους".
Δηλαδή, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον κάθε κατηγορούμενο, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος που αυτός διέπραξε από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του, καθώς και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 του Π.Κ., που ειδικά μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά αποδείξεων και περιστατικών δεν χρειαζόταν, αφού αυτά προκύπτουν από την περί ενοχής απόφαση και επομένως, δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν εκ νέου στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά που προέκυπταν από τη λήψη υπόψη και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην απόφαση με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες για την πράξη της από κοινού πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση που προαναφέρθηκε, προκειμένου να προβεί αυτό στην επιμέτρηση της ποινής, ούτε ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί περαιτέρω η επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στους αναιρεσείοντες για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.
Ενόψει τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το έκτο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα από αυτούς (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ν. Χ. (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2015 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως των Ν. Δ. του Δ., Δ. Δ. του Κ. και Μ. Δ. του Κ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 2-6-2015, για αναίρεση της 2962/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα από αυτούς και εις ολόκληρον τον καθένα από αυτούς στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ν. Χ., την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ