Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to apply good faith interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease contract dispute. The appellate court had implicitly accepted a gap in the parties' declaration of intent but failed to apply the mandatory rules of good faith and honest usage found in Articles 173 and 200 of the Civil Code. Consequently, the Supreme Court found the appellate court's reasoning insufficient and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code: When a declaration of intent contains a gap or ambiguity, the court must apply the rules of good faith and honest usage to clarify its meaning, rather than relying solely on literal interpretation or circumstantial evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1568 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1568/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΙΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Στυλιανό Σταματόπουλο και Αικατερίνη Τσουρούλα-Σωτηροπούλου.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό και Μάριο Μπαχά.
Των Προσθέτως Παρεμβαινόντων:
A. της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε" και δ.τ "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα με την ιδιότητα του εκπροσώπου των ομολογιούχων των από 22.3.2007 και 25.2.2011 ομολογιακών δανείων, εκδόσεως της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΙΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.
ΥΠΕΡ 1. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΙΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα
ΚΑΤΑ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα
Β. 1. Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2. Π. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 3. Ά. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΥΠΕΡ 1. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΙΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα ΚΑΤΑ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2011 αγωγή για ακύρωση της 4/2006 Διαιτητικής αποφάσεως της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και εκδόθηκε η 4208/2013 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4208/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν οι παραδεκτά ασκηθείσες υπέρ των αναιρεσειουσών πρόσθετες παρέμβασεις των Κ. Μ., Π. Μ. και Ά. Μ. και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank - Ergasias A.E." (ΚΠολΔ 80).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 25-2-2011 αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία είχε ζητηθεί η αναγνώριση της ανυπαρξίας κατά ένα μέρος της υπ' αριθμ. 4/2016 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013). Οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, επικαλούνται την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, μολονότι εμμέσως εδέχθη την ύπαρξη ασάφειας και κενού στη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων περί του χαρακτηρισμού της επίμαχης σύμβασης (υπ' αριθμ. .../2003) από τα συμβαλλόμενα μέρη ως παρεπομένης και προέβη σε ερμηνεία αυτού, δεχόμενο ότι ο χαρακτηρισμός αυτός έγινε προς καταστρατήγηση του νόμου και συγκεκριμένα προκειμένου να παρακαμφθεί η διαδικασία του πλειοδοτικού διαγωνισμού, παρέλειψε παρά ταύτα να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας της σχετικής δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "... Με τη με αριθμ. Τ/4292/1-10-1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, προκηρύχθηκε δημόσιος διεθνής διαγωνισμός που αφορούσε στην παραχώρηση έκτασης 241,2 στρεμμάτων στην περιοχή ...
και η οποία περιελάμβανε, 198,88 στρέμματα κυριότητος του EOT και 42,32 στρέμματα αιγιαλού, διαχειριζόμενα από τον EOT. Πλειοδότης του διαγωνισμού αυτού, ο οποίος διεξήχθη στις 17-12-1998, αναδείχθηκε η κοινοπραξία των εταιριών, δεύτερης και τρίτης των εναγομένων αντίστοιχα, "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" και "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΙΟΣ ΑΕ" στην οποία και κατακυρώθηκε το αποτέλεσμά του, ακολούθως δε, οι κοινοπρακτούσες εταιρίες, συνέστησαν την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχαν ως ιδρυτές και μοναδικοί μέτοχοι.
Μετά την ολοκλήρωση του προληπτικού έλεγχου νομιμότητας εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καταρτίσθηκε μεταξύ του EOT αφενός, ως κυρίου του μισθίου και εκμισθωτή και της πρώτης των εναγομένων και των μελών αυτής, δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, αφετέρου, ως μισθώτριας, η με αριθμ. .../22-9-1999 (αρχική) σύμβαση ενώπιον της συμβολαιογράφου Περιστερίου Μαρίας Πιπιλή-Δακτυλίδου που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει της οποίας, ο αφενός συμβαλλόμενος, παραχώρησε στην αφετέρου συμβαλλόμενη, τη χρήση και εκμετάλλευση της ως άνω έκτασης (τουριστικής ζώνης) και του υπάρχοντος σ' αυτή ξενοδοχειακού συγκροτήματος, με όλα τα κτίσματα (κύρια ή βοηθητικά), τα συστατικά τους μέρη και τα παραρτήματα τους, με σκοπό την τουριστική ανάπτυξη και αξιοποίηση αυτών και την αναβάθμιση του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος με τη δημιουργία εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής (δημιουργία ζώνης τουρισμού και αναψυχής), υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση.
Πλέον συγκεκριμένα: Με το άρθρο 2 της ως άνω σύμβασης, η πρώτη εναγομένη - μισθώτρια, ανέλαβε την υποχρέωση να δημιουργήσει και στη συνέχεια να λειτουργήσει και να εκμεταλλευθεί καθόλη τη διάρκεια της παραχώρησης, ένα τουριστικό συγκρότημα μικτού τύπου, το οποίο περιελάμβανε, α) ξενοδοχειακό συγκρότημα Ι, τάξης ΑΑ (ξενοδοχείο κλασσικού τύπου, συνεδριακό κέντρο, bungalows), β) ξενοδοχειακό συγκρότημα II (επιπλωμένων διαμερισμάτων, τάξης ΑΑ), γ) τουριστικές κατοικίες και επαύλεις πολυτελείας, δ) συγκρότημα καταστημάτων - εστιατορίων και ε) ξενοδοχειακό λιμένα, με τη συμφωνία ότι η συνολική επιφάνεια της εκμετάλλευσης, δεν θα υπερβαίνει τα 35.000 τ.μ, η δε εκτιμώμενη δαπάνη προϋπολογίσθηκε στο ποσό των 10.700.000.000 δραχμών, με το άρθρο 3 της σύμβασης, ορίσθηκε ότι η παραχώρηση του μισθίου θα αρχίσει από την ημερομηνία της παράδοσής του και θα έχει διάρκεια σαράντα (40) ετών, με το άρθρο 5 της σύμβασης καθορίσθηκε το καταβλητέο μίσθωμα, το οποίο διακρίθηκε σε ετήσιο, πενταετές και εφάπαξ, με το άρθρο 6 της σύμβασης ορίσθηκαν οι εγγυήσεις καλής εκτέλεσης, τόσο της παραχώρησης, όσο και της επένδυσης και με το άρθρο 25 της σύμβασης, ορίσθηκε ρητά, ότι κάθε διαφορά μεταξύ του EOT και της πρώτης εναγομένης, που θα ανακύπτει από την εφαρμογή και εκτέλεση της σύμβασης και θα αναφέρεται στην εκτέλεση ή την ερμηνεία των όρων αυτής και ιδίως στον τρόπο εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτή (πρώτης εναγομένης) και στο ύψος της επένδυσης που έχει αναλάβει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει, θα επιλύεται αποκλειστικά με διαιτησία, από διαιτητικό δικαστήριο συγκροτούμενο από τρεις διαιτητές.
Στη συνέχεια και δυνάμει της με αριθμ. .../10-4-2003 σύμβασης που καταρτίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ισαβέλλας Δημοπούλου, μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης και της ενάγουσας αφενός, η οποία στο μεταξύ διαδέχθηκε εκ του νόμου τον EOT, ως εκμισθώτριας και της πρώτης των εναγομένων και των μελών αυτής, δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, αφετέρου, ως μισθώτριας και μεταγράφηκε νόμιμα, τροποποιήθηκε η ως άνω αρχική σύμβαση και ειδικότερα, α) με το άρθρο 1 της σύμβασης μετατέθηκε ο χρόνος έναρξης της μίσθωσης, β) με το άρθρο 2 της σύμβασης επαναπροσδιορίσθηκε το μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 1-3-2003 έως και 1-3-2005, γ) με το άρθρο 5 παρ. 1 της σύμβασης η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει με δική της ευθύνη και δαπάνες επενδυτικό σχέδιο προϋπολογισμού 111.114.000 ευρώ, δ) με το άρθρο 5 παρ. 4 της σύμβασης συμφωνήθηκε παράταση της μίσθωσης κατά δέκα πέντε (15) έτη από τη λήξη του χρόνου της αρχικής, με την προϋπόθεση ότι θα έχει υλοποιηθεί επενδυτικό έργο αξίας τουλάχιστον 88.041.085,84 ευρώ, ε) με το άρθρο 5 παρ. 5 της σύμβασης προβλέφθηκε ότι πέραν των έργων υποχρεωτικής επένδυσης, η πρώτη εναγομένη μπορούσε να εκτελέσει και προαιρετικά έργα αξίας 24.549.000 ευρώ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν, η κατασκευή Κέντρου Διοικητικών Υπηρεσιών σε γήπεδο 2,8 στρεμμάτων ιδιοκτησίας ΕΤΑ, έναντι του ξενοδοχείου Grand Resort Lagonissi και η κατασκευή ελικοδρομίου προς εξυπηρέτηση του ξενοδοχείου Grand Resort Lagonissi στη βραχονησίδα ΠΑΘΗΤΟ - ΒΑΤΡΑΧΟΝΗΣΙ και με το άρθρο 9 της σύμβασης, ορίσθηκε ότι για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται σ' αυτή, θα εξακολουθεί να ισχύει η αρχική (με αριθμ. .../22-9-1999) σύμβαση.
Τέλος, με το άρθρο 5 παρ. 4 της εν λόγω τροποποιητικής σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι, κατά την πορεία εκτέλεσης του επενδυτικού προγράμματος, η ενάγουσα θα παραχωρήσει στην πρώτη εναγομένη - μισθώτρια, με αυτοτελή σύμβαση μίσθωσης διάρκειας ίσης με την κύρια (αρχική) σύμβαση, τη χρήση ακάλυπτης εδαφικής έκτασης, παρακείμενης και σε επαφή με την έκταση του μισθίου της κύριας σύμβασης, εμβαδού 40.300 τ.μ περίπου, καθώς και τη χρήση του έμπροσθεν της έκτασης αυτής αιγιαλού, εμβαδού 34.300 τ.μ περίπου, που έχει ανακηρυχθεί ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα, αντί ετησίου μισθώματος το οποίο θα καθορισθεί κατά τις οικείες διατάξεις περί μισθώσεως αιγιαλού και παραλίας.
Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής συμφωνίας και δυνάμει της με αριθμ. .../3-11-2003 σύμβασης που χαρακτηρίσθηκε ως "συμπληρωματική μισθωτική σύμβαση ακινήτου" και η οποία καταρτίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ισαβέλλας Δημοπούλου, μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης και της ενάγουσας αφενός, ως εκμισθώτριας και της πρώτης των εναγομένων και των μελών αυτής, δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, αφετέρου, ως μισθώτριας και μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα εκμίσθωσε με απευθείας ανάθεση στην πρώτη εναγομένη, συνολική ακάλυπτη έκταση επιφάνειας 85.195 τ.μ, από την οποία, 46.895 τ.μ ανήκουν κατά κυριότητα στον EOT και 38.300 τ.μ αποτελούν αιγιαλό, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα, η διοίκηση και διαχείριση του οποίου είχε ανατεθεί στον EOT και στη συνέχεια στην ενάγουσα, ως εκ του νόμου διάδοχο αυτού.
Η ως άνω έκταση, είναι παρακείμενη και σε επαφή με την έκταση που εκμισθώθηκε στην πρώτη εναγομένη με την αρχική σύμβαση, συμφωνήθηκε δε ότι η μίσθωση αυτής, αποτελεί παρεπόμενη της μίσθωσης που καταρτίσθηκε με την αρχική σύμβαση, διεπόμενη από τους όρους και τις συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτή (παρεπόμενη μίσθωση), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι:
α) με το άρθρο 2 της σύμβασης, η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε ίση με τη διάρκεια της μίσθωσης της αρχικής σύμβασης, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε, β) με το άρθρο 3 της σύμβασης καθορίσθηκε το ύψος του ετήσιου μισθώματος, γ) με το άρθρο 4 της σύμβασης ορίσθηκε η εγγύηση καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης και δ) με το άρθρο 5 της σύμβασης καθορίστηκε η διαδικασία εκτέλεσης εργασιών από την πρώτη εναγομένη στην εκμισθωθείσα έκταση.
Τέλος, με το άρθρο 6 παρ. 7 της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι κατά τα λοιπά, ισχύουν αναλογικά οι όροι που έχουν συμφωνηθεί στην αρχική σύμβαση μίσθωσης. Περαιτέρω και επειδή κατά την εκτέλεση των προαναφερομένων συμβάσεων ανέκυψαν διαφορές μεταξύ των συμβληθέντων μερών, αναφορικά με την έκδοση των οικοδομικών αδειών και την ακώλυτη χρήση της παρακείμενης έκτασης από την πρώτη εναγομένη - μισθώτρια, για την επίλυσή τους, η τελευταία προσέφυγε στη διαιτησία, σύμφωνα με τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 25 της αρχικής σύμβασης όρο περί διαιτησίας και άσκησε σε βάρος της νυν ενάγουσας και ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, την από 19-7-2005 προσφυγή της, αιτούμενη μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί (η ενάγουσα) να της παραδώσει τη χρήση της έκτασης που αφορούσε η "συμπληρωματική μισθωτική σύμβαση".
Επί της ως άνω προσφυγής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 24-10-2005 αντιπροσφυγή που άσκησε η νυν ενάγουσα - εκμισθώτρια, εκδόθηκε η με αριθμ. 4/2006 προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση η οποία, αφού έκρινε ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις αποτελούν μια ενιαία σύμβαση, υποχρέωσε τη νυν ενάγουσα, μεταξύ άλλων, να παραδώσει στη νυν πρώτη εναγομένη, την ακώλυτη χρήση της παρακείμενης έκτασης (85.195 τ.μ) την οποία εκμίσθωσε σ' αυτή με τη με αριθμ. .../3-11-2003 σύμβαση (υπό στοιχ.
Αα του διατακτικού). Περαιτέρω, με βάση τα προεκτεθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καθίσταται σαφές, ότι με το άρθρο 25 της με αριθμ. .../22-9-1999 αρχικής σύμβασης, συμφωνήθηκε διαιτητική συμφωνία, η οποία κατά ρητή γραμματική διατύπωση, καταλαμβάνει μόνο όσες διαφορές απορρέουν από τη συγκεκριμένη αυτή σύμβαση, όχι όμως και τις διαφορές που απορρέουν από άλλες, συναφείς με αυτή συμβάσεις, όπως είναι εν προκειμένω η μεταγενέστερη με αριθμ. .../3-11-2003 σύμβαση μίσθωσης.
Η τελευταία αυτή επίμαχη σύμβαση, είναι όλως διάφορη και ανεξάρτητη από την αρχική σύμβαση, αφού πρόκειται για μια νέα σύμβαση μίσθωσης, αυτοτελή σε σχέση με την αρχική - όπως άλλωστε ως τέτοια προβλέφθηκε και συμφωνήθηκε στο άρθρο 5 παρ. 4 της με αριθμ. .../10-4-2003 τροποποιητικής σύμβασης - με την οποία εκμισθώθηκε στην πρώτη εναγομένη μια διαφορετική, σε σχέση με την αρχική, έκταση επιφάνειας 85.195 τ.μ, διεπόμενη από τους δικούς της ουσιώδεις όρους και συμφωνίες, διάφορους από αυτούς της αρχικής σύμβασης, για την οποία όμως δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για διαιτητική επίλυση των αναφυομένων από αυτή διαφορών κατ' άρθρ. 869 του Κ.Πολ.Δικ.
Μόνο δε το γεγονός ότι η δεύτερη εκμισθωθείσα έκταση είναι παρακείμενη της αρχικά εκμισθωθείσας, δεν άγει σε διαφορετική δικανική κρίση, καθότι εν προκειμένω, πρόκειται για δύο διαφορετικές και αυτοτελείς συμβάσεις, χωρίς εξάρτηση της μιας από την άλλη, ενώ ο χαρακτηρισμός της επίμαχης μεταγενέστερης σύμβασης από τα συμβληθέντα μέρη ως "συμπληρωματική μισθωτική σύμβαση ακινήτου", έγινε προφανώς για να παρακαμφθεί ο επιβαλλόμενος για την έγκυρη κατάρτιση της τύπος της διαδικασίας του πλειοδοτικού διαγωνισμού (αρθρ. 38 επ Ν. 715/1979 και 13 Ν. 2971/2001) ο οποίος ακολουθήθηκε για την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης, αφού η επίμαχη σύμβαση δεν καλύπτονταν από τη με αριθμ.
Τ4292/1-10-1998 προκήρυξη του Υπουργού Ανάπτυξης. Η συμφωνία δε των συμβληθέντων μερών, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο άρθρο 6 παρ. 7 της επίμαχης σύμβασης, ότι κατά τα λοιπά, ισχύουν αναλογικά οι όροι που έχουν συμφωνηθεί στην αρχική σύμβαση μίσθωσης, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως παραπομπή στη διαιτητική συμφωνία που είχε καταρτισθεί με την τελευταία, αφού από τον όρο αυτό δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο, σχετική βούληση των συμβληθέντων, καθόσον τούτο θα αποτυπωνόταν ρητά στην επίμαχη σύμβαση, όπως έγινε με τους λοιπούς αυτής ουσιώδεις όρους, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, τα διάδικα μέρη, κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, υποστηρίζονταν εκατέρωθεν από νομικούς παραστάτες, οι οποίοι συνέταξαν το σχέδιο της σύμβασης που προσαρτήθηκε στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως τούτο αναφέρεται στο τέλος του άρθρου 6 αυτής.
Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η μεταγενέστερη με αριθμ. .../3-11-2003 σύμβαση είναι συμπληρωματική και ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχικής σύμβασης, ώστε οι δύο αυτές συμβάσεις να θεωρηθούν ως μια ενιαία σύμβαση και να θεραπευθεί έτσι η ενυπάρχουσα στην τελευταία έλλειψη της ειδικής και ευκρινούς παραπομπής στη ρήτρα διαιτησίας που συμφωνήθηκε στην αρχική σύμβαση, σε τρόπο ώστε, η περιεχόμενη στην αρχική σύμβαση ρήτρα διαιτησίας να καταλαμβάνει και τις διαφορές που ανακύπτουν από μεταγενέστερη σύμβαση, αφού με την επίμαχη μεταγενέστερη σύμβαση, δεν εξειδικεύθηκαν οι όροι της αρχικής σύμβασης, αλλά καταρτίσθηκε με αυτή μια συναφής μεν με την αρχική, αλλά νέα κατά τα λοιπά σύμβαση και αναλήφθηκαν με αυτή νέες υποχρεώσεις επί διαφορετικού υλικού αντικειμένου, σε τρόπο ώστε να μη νοείται, ότι τόσο η αρχική, όσο και η μεταγενέστερη σύμβαση, αφορούν στην ουσία την ίδια μίσθωση και επομένως και την ίδια έννομη σχέση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη, η οποία μάλιστα, με το δικόγραφο των προτάσεών της, σε αντίθεση με τον ως άνω ισχυρισμό της (ότι τόσο η αρχική όσο και η μεταγενέστερη σύμβαση αποτελούν μια ενιαία σύμβαση), ισχυρίζεται ότι η συμφωνία για την προς αυτήν παραχώρηση της παρακείμενης (σε σχέση με την αρχική) έκτασης, ήταν στην ουσία "μορφή μερικής αποζημίωσης της" από την ενάγουσα, προς αποκατάσταση της ζημίας που ανυπαίτια είχε υποστεί (η πρώτη εναγομένη) από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης σε σχέση με την έκδοση των πολεοδομικών αδειών και την εσφαλμένη χάραξη του αιγιαλού.
Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα δεν αντιτάχθηκε στην έλλειψη δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, στο οποίο προσέφυγε η πρώτη εναγομένη και μάλιστα άσκησε και αντιπροσφυγή, ανεξαρτήτως του ότι, τόσο το περιεχόμενο της προσφυγής, όσο και το περιεχόμενο της αντιπροσφυγής αφορούσε κυρίως διαφορές σχετικά με την εκτέλεση της με αριθμ. .../22-9-2009 αρχικής σύμβασης για την οποία είχε συμφωνηθεί ρητά διαιτητική ρήτρα, δεν μπορεί να θεραπεύσει την ανυπαρξία της συμφωνίας διαιτησίας σε σχέση με τη με αριθμ. .../3-11-2003 μεταγενέστερη σύμβαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη, αφού ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 869 του Κ.Πολ.Δικ, της οποίας επιβάλλεται η συσταλτική ερμηνεία, χωρεί μόνο για την ίαση περιπτώσεων ακυρότητας της διαιτητικής συμφωνίας (όπως π.χ.
ακυρότητα της πληρεξουσιότητας για τη συνομολόγηση διαιτησίας ή λήξης της ισχύος της περί διαιτησίας συμφωνίας) και όχι για την κάλυψη της ανυπαρξίας της συμφωνίας διαιτησίας, όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση, ούτε άλλωστε μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη σιωπηρής βούλησης των διαδίκων μερών προς κατάρτιση συμφωνίας διαιτησίας (ΑΠ 170/2000 Δνη 2000.700, ΕΑ 4168/1982 Δ 1982.689).
Επομένως, η έλλειψη διαιτητικής συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης σε σχέση με την επίλυση των διαφορών που θα ανέκυπταν από την εκτέλεση της με αριθμ. .../3-11-2003 μεταγενέστερης (της αρχικής) σύμβασης, καθιστά την προσβαλλόμενη με αριθμ. 4/2006 διαιτητική απόφαση, ανύπαρκτη κατ' άρθρο 901 παρ. 1 περ.
α του Κ.Πολ.Δικ, κατά το με στοιχ. Αα σκέλος του διατακτικού της, με το οποίο υποχρέωσε την ενάγουσα να παραδώσει στην πρώτη εναγομένη την ακώλυτη χρήση εδαφικής έκτασης επιφάνειας 85.195 τ.μ που βρίσκεται στο ..., γενομένου στο σημείο αυτό εν μέρει δεκτού και ως ουσιαστικά βάσιμου του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αγωγής, ο οποίος κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος κατά το μέρος του με το οποίο ζητείται η αναγνώριση της ανυπαρξίας της ως άνω διαιτητικής απόφασης και κατά το με στοιχ.
Αβ και Αγ σκέλος του διατακτικού αυτής, με το οποίο η ενάγουσα υποχρεώθηκε να παραδώσει στην πρώτη εναγομένη, την ακώλυτη χρήση, της βραχονησίδας "Κουλούρα ή Παθητό-Βατραχονήσι" και της έκτασης των 2,8 στρεμμάτων που βρίσκονται στο ..., καθότι οι ως άνω, βραχονησίδα και εδαφική έκταση, περιλαμβάνονται στη με αριθμ. .../10-4/2003 τροποποιητική (της αρχικής) σύμβαση και δεν αφορούν την έκταση που εκμισθώθηκε με την επίμαχη με αριθμ. .../3-11-2003 σύμβαση".
Από τις παραπάνω αιτιολογίες προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε έμμεσα την ύπαρξη τέτοιου κενού στη δήλωση βούλησης που διαλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. .../2003 σύμβαση ως προς το ζήτημα της σχέσης της με την αρχική υπ' αριθμ. .../1999 σύμβαση, αφού κατέληξε ερμηνευτικώς στην κρίση ότι "μόνο δε το γεγονός ότι η δεύτερη εκμισθωθείσα έκταση είναι παρακείμενη της αρχικά εκμισθωθείσας, δεν άγει σε διαφορετική δικανική κρίση, καθότι εν προκειμένω, πρόκειται για δύο διαφορετικές και αυτoτελείς συμβάσεις, χωρίς εξάρτηση της μιας από την άλλη, ενώ ο χαρακτηρισμός της επίμαχης μεταγενέστερης σύμβασης από τα συμβληθέντα μέρη ως "συμπληρωματική μισθωτική σύμβαση ακινήτου", έγινε προφανώς για να παρακαμφθεί ο επιβαλλόμενος για την έγκυρη κατάρτισή της τύπος της διαδικασίας του πλειοδοτικού διαγωνισμού (αρθρ. 38 επ Ν. 715/1979 και 13 Ν. 2971/2001) ο οποίος ακολουθήθηκε για την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης, αφού η επίμαχη σύμβαση δεν καλύπτονταν από τη με αριθμ.
Τ4292/1-10-1998 προκήρυξη του Υπουργού Ανάπτυξης". Κατά συνέπεια, αν και έπρεπε, μετά την ανωτέρω διαπίστωση, να προσφύγει στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνίσει το νόημα της επίμαχης δήλωσης βούλησης με τα μέτρα της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, δεν έκανε χρήση των εν λόγω κανόνων, ούτε παραθέτει στην απόφασή του στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των κανόνων αυτών.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑK και επομένως, ο σχετικός λόγος είναι βάσιμος πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου (ΚΠολΔ 495§4). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191§2), τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα σύμφωνα με τα άρθρα 11§2 Ν. 973/1979 "Περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρείας Δημοσίου και 22§1 του Ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του Ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης και τις πρόσθετες παρεμβάσεις.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4208/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ