Supreme Court allows appeal against second instance court ruling on venue change due to lack of superior force.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a venue change, finding the lower court erred in its interpretation of superior force. The appellants argued that the relocation of the court room and panel constituted an unforeseeable event preventing proper defense, while the appellee contended that lawyers had sufficient notice and options to mitigate the disruption. The Court ruled that the change was not superior force because it was not mandatory, could be managed with diligence, and the appellants were not required to file a declaration to protect their rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242 and 559(1) of the Code of Civil Procedure; Superior force does not exist when a court change is discretionary, foreseeable with diligence, or manageable by the parties without violating fundamental rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1568 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1568/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Της εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΚΤΕ ΑΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Της εταιρίας με την επωνυμία "ΦΡΑΞΕΚΤΕ ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, που εκπροσωπείται νόμιμα από το δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φανή Καραγιάννη και Γεώργιο Γαλάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1985 αγωγή προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7935/1986 του ίδιου Δικαστηρίου και 8370/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4-10-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 5-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και την αποδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το σκέλος του που βασίζεται από το άρθρο 559 αρ. 1 και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που έκρινε επί εφέσεως, την οποία και απέρριψε. Με την έφεση είχε προσβληθεί απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ανακοπή ερημοδικίας. Εδώ, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: η ένδικη διαφορά άρχισε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την από 10.7.1985 αγωγή (προσφυγή) που ασκήθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Το τελευταίο με την 7935/1986 απόφασή του κηρύχτηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Tο τελευταίο εξέδωσε την με αριθμό 2721/1987 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε αποδείξεις και την με αριθμό 217/2004 οριστική του απόφαση ερήμην των ήδη αναιρεσειουσών. Ασκήθηκε, μετά ταύτα, ανακοπή ερημοδικίας και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 6784/2006 απόφασή του την απέρριψε. Προηγουμένως είχε εκδοθεί συναφώς η με αριθμό 1617/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκρινε για υπόθεση που άρχισε με την από 1.4.1985 προσφυγή του Δήμου Αθηναίων για την οποία εκδόθηκε η 8374/2007 απόφαση του Εφετείου Αθήνας. Πρόκειται άρα, για διαφορετικές υποθέσεις και δεν ανακύπτει θέμα δεύτερης αναίρεσης, για την αυτή υπόθεση.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύτηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Υπό την έννοια της διάταξης αυτής, ως ανώτερη βία νοείται κάθε τυχαίο περιστατικό, που δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να προβλεφθεί και να αποτραπεί, ούτε και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.ΑΠ 29/1992, ΑΠ 61/2005, ΑΠ 42/2004, ΑΠ 413/2002, ΑΠ 904/2003, ΑΠ 1266/2001).
Ανώτερη βία αποτελεί, και η, χωρίς οιαδήποτε προειδοποίηση, αλλαγή τη τελευταία στιγμή, της αίθουσας του δικαστηρίου που ορίστηκε για τη συζήτηση της υπόθεσης, και στην οποία (αίθουσα) κλήθηκε ο διάδικος να παραστεί και να ασκήσει τα δικαιώματά του (ΑΠ 802/1988). Αν, όμως, έχει έγκαιρα, επισημανθεί η αλλαγή με σχετική ανακοίνωση, η ανώτερη βία αποκλείεται (ΑΠ 802/1988).
Η έννοια δε της "ανώτερης βίας" του άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι έννοια του ουσιαστικού δικαίου, και οι σχετικές πλημμέλειες ελέγχονται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1686/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, εισήχθη για κρίση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έφεση των ήδη αναιρεσειουσών, κατά απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας τους.
Σχετικά, το Εφετείο απέρριψε την έφεση, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Δια του πρώτου λόγου της ανακοπής των οι ανακόπτουσες ισχυρίσθησαν ότι εις την κοινοποιηθείσαν εις αυτάς, την 22.1.2003, παρά του ως άνω αντιδίκου των και ήδη εφεσίβλητου κλήσιν προς μετ' απόδειξιν συζήτησιν της άνω υποθέσεως, εφ' ης εξεδόθη η ανακοπείσα απόφασις εκλήθησαν να παραστούν προς συζήτησιν αυτής υπ' αριθμόν πινακίου …εκ του πινακίου Η3 την 27ην Μαρτίου 2003 ημέραν της εβδομάδος Πέμπτην και ώραν 9ην εις το κτίριον 4 εις την αίθουσαν 4 του Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι κατά την άνω ορισθείσαν ημέραν συζητήσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών περί ώραν 8.55 πρωϊνήν μετέβησαν εις το κτίριον 4 και εις την αίθουσαν 4 όπου διεπίστωσαν ότι η υπόθεσις των δεν ήτο καταχωρημένη εις το έκθεμα του άνω ορισθέντος πινακίου Η3, αλλά ούτε και εις τα εκθέματα των λοιπών τριών αιθουσών του εν λόγω κτιρίου 4.
Ότι μετά ταύτα απηυθύνθησαν εις την Γραμματείαν του άνω Δικαστηρίου όπου και επληροφορήθησαν ότι είχεν λάβει χώραν αναδιάρθρωσις των πινακίων και ότι η υπόθεσις αύτη θα συνεζητείτο την αυτήν ως άνω ημέραν και ώραν πλην εις άλλον τόπον ήτοι εις το κτίριον 13 αίθουσα 3 του κτιριακού συγκροτήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών εκ του πινακίου Η6 υπ' αριθμόν πινακίου 3.
Ότι όταν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μετέβησαν εις την αίθουσαν 3 του κτιρίου 13, η υπόθεσις αύτη είχε ήδη εκφωνηθή εκ του πινακίου και είχεν εκδικασθή ερήμην αυτών. Δια του άνω λόγου ανακοπής, ως αυτός εκτιμάται ισχυρίσθησαν, δηλαδή, ότι δεν εκλητεύθησαν νομίμως να παραστούν κατά την συζήτησιν, ότι δηλαδή η ανωτέρω κλήτευσίς των δεν ήτο νόμιμος, διότι η εκδίκασις αυτής εγένετο εις άλλο κτίριον και άλλην αίθουσα των αρχικώς ορισθέντων, ήτοι εις άλλον τόπον εκείνου, δια τον οποίον εκλητεύθησαν.
Επειδή ο προσδιορισμός άλλης αιθούσης και επί ενιαίου χωροταξικός συγκροτήματος κτιρίων, (ως είναι το κτιριακόν συγκρότημα του Πρωτοδικείου Αθηνών), ετέρου κτιρίου του αυτού συγκροτήματος προς συζήτησιν του νομοτύπως κλητευθέντος διαδίκου να παραστή κατά την συζήτησιν, διαφόρων εκείνων τα οποία ανεγράφοντο εις το δικόγραφον της αγωγής ή της κλήσεως δεν συνιστά διάφορον τόπον συνεδριάσεως και αναγκαίως ουδέ διάφορον τόπον συζητήσεως της υποθέσεως, διότι η συζήτησις λαμβάνει χώραν ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου εις τον συνήθη τόπον των συνεδριάσεων αυτού.
Η τοιαύτη δι' υπηρεσιακούς λόγους αλλαγή των προκαθορισμένων κτιρίου και αιθούσης συζητήσεως δεν συνιστά διάφορον τόπον συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ως θα συνιστούσε η εκδίκασις της υποθέσεως εις κτίριον εκτός του ενιαίου κτιριακού συγκροτήματος και, κατ' ακολουθίαν, δεν συνιστά περίπτωσιν μη νομίμου κλητεύσεως προς παράστασιν, οσάκις ο διάδικος έχει κλητευθή νομοτύπως και εμπροθέσμως προς συζήτησιν δια την αναγραφομένην ημέραν δικασίμου.
Ως συνεδρίασις εις διάφορον τόπον νοείται η τοιαύτη εις χωροταξικώς έτερον τόπον όπου το Δικαστήριον συνήλθεν να συνεδρίαση και όχι η συνεδρίασις εις διάφορον αίθουσαν και κτίριον των εις ενιαίον χωροταξικώς συγκρότημα προκαθορισθέντων (ως του Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίον δεν στεγάζεται εις εν ενιαίον κτίριον, αλλ' εις πλείονα συγκροτούντα χωροταξικήν ενότητα επί μέρους κτίσματα).
Συνεπώς, ο άνω πρώτος λόγος ανακοπής, συνιστάμενος εις την αιτίασιν της εκδικάσεως εις κτίριον και αίθουσαν διάφορα των εις την κλήσιν αναγραφομένων και δια τα οποία εκλήθησαν, αλλ' εντός του ενιαίου χωροταξικού συγκροτήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν συνιστά νόμιμον λόγον ανακοπής κατά την διάταξιν του άρθρου 501 ΚΠολΔ, καθ' όσον οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες, κατά τα εις την ανακοπήν εκτιθέμενα, εκλήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (αρθρ. 110 παρ. 2, 111, 118 ΚΠολΔ) να παραστούν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίον εδίκασεν κατά την άνω ημέραν και ώραν συνεδριάσεων εις τον αυτόν χωροταξικώς χώρον, εις τον οποίον εκλήθησαν να παραστούν.
Τα αυτά δεχθείσα και η εκκαλουμένη και απορρίψασα ως νόμω αβάσιμον τον πρώτον λόγον ανακοπής, ορθώς τον νόμον ηρμήνευσεν και εφήρμοσεν και πρέπει να απορριφθή όταν .....υποστηρίζων πρώτος λόγος εφέσεως. Δια του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου της ανακοπής των οι ανακόπτουσες ισχυρίσθησαν ότι συνέτρεξεν περίπτωσις ανωτέρας βίας, συνεπεία της οποίας εδικάσθησαν ως άνω ερήμην, συνισταμένης εις τα εξής.
Ότι ήτο μεν γνωστόν εις τους πληρεξουσίους δικηγόρους των ότι η Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών προεβαινεν εις αναδιάρθρωσιν των πινακίων δια τις υποθέσεις οι οποίες είχον προσδιορισθή να συζητηθούν με το παλαιόν σύστημα συζητήσεως κατά την 7ην απογευματινήν ώραν, επειδή από της 16.9.2001 τα τμήματα του άνω Δικαστηρίου (εκδικάζοντα τα πινάκια HI, Η2 και Η3) δεν ήσαν μόνον τρία, αλλά περισσότερα τούτων, λόγος δια τον οποίον οι πληρεξούσιοι δικηγόροι έσπευδον να πληροφορηθούν πότε και που θα συνεζητούντο οι υποθέσεις των βάσει του νέου συστήματος και της γενομένης και γνωστής εις αυτούς αναδιαρθρώσεως αυτών και ότι ούτως επληροφορήθησαν και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των ότι η συζήτησις της ιδίας υποθέσεως θα εγένετο κατά την αρχικήν δικάσιμον της 5.12.2002, καθ' ην όμως εματαιώθη η συζήτησις, λόγω αποχής των δικαστικών υπαλλήλων.
Ότι, όμως, η νέα ως άνω μεταβολή και αναδιάρθρωσις, ήτοι η ένδικος αλλαγή κτιρίου, αιθούσης και πινακίου, δεν ήτο αναμενόμενη, διότι δεν είχεν προηγηθή σχετική ανακοίνωσις της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε ενημέρωσις προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον Αθηνών και ότι δεν ήτο δυνατόν "να διανοηθή" τις ότι μόλις τρεις μήνες μετά την ως άνω γνωστήν αναδιάρθρωσιν, θα επηκολούθει και ετέρα τοιαύτη.
Ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των δεν είχον μέχρι τότε (27.3.2003) συζητήσει υπόθεσιν εις το Πολυμελές Πρωτοδικείον Αθηνών με το νέον σύστημα, αφού το τελευταίον εφηρμόσθη από οκταμήνου, ήτοι από 28.6.2002 και οι περισσότερες υποθέσεις, εκτός εξαιρέσεων ως εις την περίπτωσιν της υποθέσεως των, είχον προσδιορισθή να συζητηθούν κατά το νέον σύστημα μετά το τέλος Μαρτίου του έτους 2003, υφισταμένης πάντοτε της δυνατότητος παραστάσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων βάσει δηλώσεως κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του καθ' ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητου επληροφορήθησαν την ως άνω μεταβολήν (κτιρίου, αιθούσης, πινακίου και αριθμού εγγραφής εις αυτό) και κατέθεσαν, κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωσιν την προηγουμένην ημέραν της συζητήσεως, (ενέργεια εις την οποίαν δεν προέβησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών), αλλά και παρίσταντο εις το ακροατήριον του άνω Δικαστηρίου, κατά την εκφώνησιν της υποθέσεως.
Ότι η υπόθεσις δεν εξεφωνήθη κατά την αρχικώς ορισθείσαν σειράν του πινακίου, ήτοι υπ' αριθμόν 16 και ούτως αυτοί δεν κατόρθωσαν να μεταβούν εγκαίρως, λόγω της αλλαγής του αριθμού του πινακίου, εις τον τόπον συνεδριάσεως με συνέπειαν να δικασθούν ερήμην. Ότι οι ανωτέρω λόγοι αποτελούν ανωτέραν βίαν κατ' αρθρ. 501 ΚΠολΔ, συνεπεία της οποίας οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των δεν κατόρθωσαν να παραστούν εγκαίρως εις τον τόπον όπου συνεζητήθη η υπόθεσις και ούτως εδικάσθησαν ερήμην.
Επειδή εις την έννοιαν της ανωτέρας βίας περιλαμβάνεται παν εξαιρετικόν και απρόβλεπτον γεγονός, το οποίον εις την συγκεκριμενην περίπτωσιν δεν ηδύνατο να αποτραπή δια μέτρων εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως (ΑΠ 1126/94 ΑΠ 404/90). Ως ανωτέρα βία θεωρείται παν τυχαίον γεγονός απρόβλεπτον ή αναπότρεπτον το οποίον συνεπάγεται αντικειμενικώς δηλ.
χωρίς οιοδήποτε πταίσμα του διαδίκου, μη εξαιρουμένης και της ελαφράς του αμελείας, αδυναμίαν του να τηρήση την προθεσμίαν (Ολ.ΑΠ 29/92, ΑΠ 1839/1984 ΑΠ 2036/1983) μη δυνάμενον να αποτραπή εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν και δια μέτρων άκρας επιμελείας και συνέσεως, ανεξαρτήτως εάν το γεγονός είναι εξωτερικόν ή όχι (ΑΠ 404/1990 ΑΠ 2077/1986 ΑΠ 384/1983).
Εξάλλου ούτε η εγγραφή της υποθέσεως εις άλλο πινάκιον της ιδίας δικασίμου συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, καθ' όσον δεν αποτελεί γεγονός μη δυνάμενον να αποτραπή δια μέτρων συνήθους επιμελείας, κατά μείζονα δε λόγον άκρας επιμελείας και συνέσεως και δη δι' εγκαίρου ελέγχου των εκθεμάτων του Δικαστηρίου ή προκαταθέσεως δηλώσεως κατ' αρθρ. 242 ΚΠολΔ....
Εν προκειμένω μόνη η άγνοια της γενομένης μεταβολής και αναδιαρθρώσεως των τμημάτων και πινακίων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' εφαρμογήν του εκτιθεμένου ως νέου, ως άνω, ισχύοντος συστήματος εκδικάσεως των υποθέσεων, δεν συνιστά, κατά την έννοιαν της άνω διατάξεως του άρθρου 501 ΚΠολΔ, περιστατικόν ανωτέρας βίας το οποίον ημπόδισεν την συμμετοχήν των πληρεξουσίων δικηγόρων των εκκαλουσών εις την πρωτοβάθμιον δίκην, διότι υπό τα εις την ανακοπήν εκτιθέμενα, αληθή υποτιθέμενα, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών είχον το μεν την δυνατότητα να είναι ενήμεροι της γενομένης, κατά τα εκτιθέμενα, από μακρότατου χρόνου, ήτοι από οκταμήνου, αναδιαρθρώσεως των πινακίων και μεταβολής και εντεύθεν εκδικάσεως της υποθέσεως των προβαίνοντες εις πάσαν ενδεικνυομένην λογικώς, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετήν και άκρως επιμελή ενέργειαν (ΟλΑΠ 29/1992), ήτοι εις παρακολούθησιν του τρόπου λειτουργίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εξεδικάζετο η υπόθεσις, το δε ήτο δυνατή και η παράστασις των πληρεξουσίων δικηγόρων των βάσει δηλώσεως, κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, παράστασις η οποία ήτο νόμω επιτρεπτή και γνωστή εις αυτούς ως εκ του νόμου ευχέρεια, η οποία (δια δηλώσεως παράστασις) θα τους εξησφάλιζεν την βεβαίαν κατ' αντιμωλίαν εκδίκασιν της ενδίκου υποθέσεως ακόμη και εάν είχεν μεσολαβήσει το οιοδήποτε παρακωλυτικόν της εμφανίσεως αυτών γεγονός, τοσούτο μάλλον όσον επρόκειτο περί μετ' απόδειξιν συζητήσεως υποθέσεως εκδικασθείσης προ της 1ης Ιανουαρίου του έτους 2002, όπου η παραστασις των εις το ακροατήριον ήτο άκρως τυπική, παρεκτός του ότι ηδύναντο, ως οι συνάδελφοι των του εφεσίβλητου εκτίθεται ότι έπραξαν, προκαταθέτοντες προτάσεις και δήλωσιν να παρίστανται και εις το ακροατήριον και αν συνέτρεχεν περίπτωσις υπερασπίσεως των συμφερόντων των εντολέων των, να ανακαλέσουν την δήλωσιν και να δηλώσουν παράστασιν, Εάν δ' είχον προκαταθέσει δήλωσιν θα επληροφορούντο και την εκτιθεμένην αλλαγήν των πινακίου, κτιρίου και αιθούσης, διότι η εκδίκασις της υποθέσεως εγένετο κατά την δι' ην εκλήθησαν δικάσιμον και εις την ώραν δια την οποίαν είχον κληθή αλλά και εις τον αυτόν χωροταξικώς τόπον, κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς η ως άνω άγνοια η οποία οφείλεται και εις πταίσμα των πληρεξουσίων δικηγόρων των εκκαλουσών δεν συνιστά, κατά την έννοιαν του νόμου, περιστατικόν ανωτέρας βίας.
Συνεπώς οι ανωτέρω επικαλούμενοι λόγοι ως ανωτέρας βίας, συνεπεία των οποίων οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες δεν ηδυνήθησαν να παρασταθούν εις το Πολυμελές Πρωτοδικείον Αθηνών κατά την συζήτησιν της υποθέσεως κατά την άνω δικάσιμον, καθ' ην ερημοδίκησαν, είναι απορριπτέοι ως νόμω αβάσιμοι, καθ' όσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν κατά νόμον ανωτέραν βίαν, κατά τα προδιαληφθέντα.
Τα αυτά δεχθείσα και η εκκαλουμένη και απορρίψασα ως νόμω αβάσιμον τον δεύτερον λόγον ανακοπής, ως προς το πρώτον σκέλος αυτού, ορθώς τον νόμον ηρμήνευσεν και εφήρμοσεν και πρέπει να απορριφθή ο ταναντία υποστηρίζων τρίτος λόγος εφέσεως. Δια των δευτέρου και τετάρτου λόγων εφέσεως πλήττεται η εκκαλουμένη διότι δεν εδέχθη το δεύτερον σκέλος του δευτέρου λόγου ανακοπής κατά το οποίον η εκδίκασις της υποθέσεως εις διάφορον τόπον τις εστέρησεν, άκουσες, του φυσικού των δικαστού (αρθρ. 8 παρ. 1 του Συντάγματος, καθ' ην ουδείς στερείται άκων του παρά του νόμου ορισμένου εις αυτόν δικαστού) και επί πάσιν ότι ούτως παρεβιάσθησαν τα άρθρα 14.1 της Διακηρύξεως των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και 6.1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθ' όσον η μεταβολή των πινακίων δι' αναδιαρθρώσεως αυτών προεκάλεσεν την παρ' άλλης συνθέσεως του άνω Δικαστηρίου εκδίκασιν της άνω υποθέσεως των και ανήρεσεν το δικαίωμα ακροάσεως τούτων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι η αναδιάρθρωσις των πινακίων, καθ' αυτήν, δεν επηρεάζει την εκδίκασιν κατά τις διατάξεις του νόμου και δη του ν. 1756/1988 (ήτοι του Κωδικός Οργανισμού των Δικαστηρίων) εν συνδυασμώ προς τον Κανονισμόν Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ο οποίος εκυρώθη δια της υπ' αριθ. 109926/2002 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 840/4.7.2002 τεύχος Β) και έχει ισχύν νόμου, τοσούτο μάλλον όσον ως άκουσα αφαίρεσις του φυσικού δικαστού, κατά την έννοιαν της άνω συνταγματικής διατάξεως, είναι η παρά τον νόμον τοιαύτη.
Περαιτέρω η μεταβολή της αιθούσης και του κτιρίου συνεδριάσεως εις το άνω χωροταξικόν συγκρότημα δεν τις εστέρησεν του επί των άνω διατάξεων θεμελιουμένου δικαιώματος ακροάσεως, ως αβασίμως διατείνονται, το οποίον είχον δια της χορηγήσεως εις αυτάς δικαστικού βήματος προς εκδίκασιν της υποθέσεώς των, εις το οποίον είχον πρόσβασιν και του οποίου θα ηδύναντο να κάμουν χρήσιν, εάν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των είχον επιδείξει την άνω επιμέλειαν".
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το Εφετείο έκρινε, πλήν άλλων, ότι δεν αποτελεί ανώτερη βία, η αλλαγή αιθούσης και πινακίου, διότι αυτό θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεση, διότι: α)οι δικηγόροι των αναιρεσειόντων θα μπορούσαν να καταθέσουν δήλωση, κατ'άρθρο 242 ΚΠολΔ, διότι θα εξασφαλίζονταν, έτσι, η κατ'αντιμωλία εκδίκαση β)η αναδιάρθρωση των πινακίων είχε αρχίσει από οκταμήνου γ)οι αντίδικοι τους, είχαν κατάθεση, επίσης, δήλωση, δ)αν είχαν παρακατάθεση δήλωση, θα επληροφορούντο την αλλαγήν του πινακίου, κτιρίου και αίθουσας.
Όμως, 1)η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ "δήλωση", δεν είναι υποχρέωση, αλλά δυνατότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου ("μπορούν...). Επομένως, η μη κατάθεσή της, δεν μπορεί να θεωρηθεί έλλειψη πρόνοιας ή σύνεσης και μάλιστα, όταν συνδέεται με την αληθή και ακριβή γνώση του χώρου και του πινακίου εκδίκασης της υπόθεσης 2)το τι έπραξαν οι αντίδικοι των αναιρεσειουσών δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει έλλειψη δίκης τους επιμέλειας 3)δεν διευκρινίζεται, αν η αλλαγή χώρου και πινακίου, για την συγκεκριμένη υπόθεση, ήταν γνωστή από οκταμήνου, η έλαβε χώρα αιφνιδίως, και πότε ακριβώς, ώστε να κριθεί αν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσειουσών εταιρειών είχαν την δυνατότητα να την πληροφορηθούν εγκαίρως, ούτε, αν υπήρχε σχετική ανακοίνωση των αρμοδίων του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά ταύτα, εσφαλμένα το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, ερμήνευσε την έννοια της ανώτερης βίας στην συγκεκριμένη περίπτωση και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Συνακόλουθα παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. 'Αρα πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο, το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών μειωμένα όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 παρ.1 και 2 του Ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176, 180, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 8370/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων από χίλια (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ