1568/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1568/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α, Β και Γ χαρακτηριζομένων αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της με στοιχ. Α αγωγής και κατ' ουσίαν απόρριψη των λοιπών, η 5462/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 2557/13-3-2009 έφεση των με στοιχ. Α(β,γ,δ) εναγομένων και με στοιχ.
Full text
Απόφαση 1568 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1568/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Κ. του Η., κατοίκου ... και 2. Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Γεωργία Βούλγαρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 20 Ιουλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και β) με την από 6 Φεβρουαρίου 2007 ομοία των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, οι οποίες και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5462/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3551/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουλίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 27 Αυγούστου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 647/26.7.2011 αιτήσεως για αναίρεση της 3351/29.6.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 647/26-7-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3551/29-6-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης αποτέλεσαν Α. η 112816/6263/20-7-2005 αγωγή, με ενάγοντα τον Ι.
Χ. και εναγομένους τους(α) Γ. Α., (β) Μ. Λ., (γ) Π. Κ. και (δ) Κ. Χ.. Με την εν λόγω αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσα από τις αποδιδόμενες στους εναγομένους άδικες και υπαίτιες, από πρόθεση, πράξεις, με τη μορφή των δυσφημιστικών διαδόσεων και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες πραγματώθηκαν με τις αναφερόμενες ψευδείς κατά περιεχόμενο, τελούντες σε γνώση της αναληθείας τους, επιστολές τους, Β.
η 34083/1679/14-2-2007 αγωγή με ενάγοντες τους (α) Μ. Λ. (β) Π. Κ. και (γ) Κ. Χ. και εναγόμενο τον Ι. Χ. και Γ. η 35071/1730/2007 αγωγή με ενάγοντα τον Γ. Α. και εναγόμενο ομοίως τον Ι. Χ.. Με τις εν λόγω αγωγές εφέροντο ομοίως προς διάγνωση αξιώσεις των δι' αυτής εναγόντων χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητάς τους από την αποδιδόμενη στον δι' αυτών εναγόμενο άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, άδικη πράξη, η οποία τελέσθηκε με την έγερση κατ' αυτών της αναληθούς κατά περιεχόμενο με στοιχ Α αγωγής του.
Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α, Β και Γ χαρακτηριζομένων αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της με στοιχ. Α αγωγής και κατ' ουσίαν απόρριψη των λοιπών, η 5462/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 2557/13-3-2009 έφεση των με στοιχ. Α(β,γ,δ) εναγομένων και με στοιχ.
Β' εναγόντων, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε στη συνέχεια ο με στοιχ. Α (β) εναγόμενος -Β (α) ενάγων, η 3551/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, " Ο ενάγων στην πρώτη αγωγή είναι διδάκτωρ των Γεωπονικών Επιστημών, ενώ οι εναγόμενοι σ' αυτήν (Α., Λ., Κ.
και Χ.) καθηγητές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1988 ο ενάγων εντάχθηκε στην διαδικασία εκπόνησης διδακτορικής διατριβής, το θέμα της οποίας ήταν "Οι επιπτώσεις των υγρών αποβλήτων των ελαιοτριβείων στη δυναμική και τις δράσεις των μικροβιακών πληθυσμών εμπλουτισμού στο έδαφος". Την 9-3-1998 υπέβαλε την διδακτορική του εργασία και στις 265-3-1998 συγκροτήθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος η επταμελής εξεταστική επιτροπή, η οποία επανασυγκροτήθηκε στις 15-10-1009 λόγω παραίτησης του καθηγητή Μ.
και συνταξιοδότησης του καθηγητή Π.. Η επιτροπή αποτελείτο από τους καθηγητές Λ., Χ., Κ. (εναγομένους), τον αναπληρωτή καθηγητή Κ., τους επίκουρους καθηγητές Α. (εναγόμενο), Μ. και τη λέκτορα Δ., όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν στην από 10-12-2001 (αριθμ.πρωτ.6633/21-12-2001) επιστολή τους. Στις 2-7-1999 ο ενάγων παρουσίασε δημόσια την διδακτορική διατριβή του, η οποία κρίθηκε από τα μέλη της επιτροπής ως πρωτότυπη, επιστημονικά άρτια και προάγουσα τις γεωπονικές επιστήμες και απενεμήθη στον ενάγοντα ο τίτλος του διδάκτορα των Γεωπονικών Επιστημών με το βαθμό άριστα (10).
Μάλιστα την 16-2-2000 τριμελής επιτροπή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου, με εισήγηση του πρώτου εναγομένου, απένειμε στον ενάγοντα τιμητικό βραβείο για την ως άνω επιστημονική του εργασία, την οποία εξήρε. Μετά πάροδο δύο ετών και πλέον από την απονομή στον ενάγοντα της διδακτορικής διατριβής του και την πάροδο ενός έτους και δέκα μηνών από την άνω σ' αυτόν απονομή του τιμητικού βραβείου, με την από 10-12-2001 επιστολή τους προς τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και τον Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, οι εναγόμενοι ανέφεραν ότι το μεγαλύτερο σε όγκο και σε ευρήματα τμήμα της διδακτορικής διατριβής του ενάγοντος ήταν δημοσιευμένο σε εργασίες άλλων επιστημόνων και μάλιστα πριν την παρουσίαση της διατριβής του, με αποτέλεσμα αυτή (διατριβή) να στερείται πρωτοτυπίας και ζητούσαν την άποψη των νομικών υπηρεσιών του Υπουργείου για την νομιμότητα του χορηγηθέντος στον ενάγοντα τίτλου.
Ειδικότερα οι εναγόμενοι ανέφεραν ότι το 70% των αποτελεσμάτων της εργασίας του ενάγοντος περιλαμβάνονταν σε εργασία που εκπονήθηκε με επικεφαλής την κ. Π. από το Ινστιτούτο Καλαμάτας η οποία είχε υποβληθεί για δημοσίευση την 4-1 -1999 και το 5% των αποτελεσμάτων της εργασίας του ενάγοντος περιλαμβάνονταν σε εργασία που εκπονήθηκε με επικεφαλής τον κ.
Π. του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η οποία είχε υποβληθεί για δημοσίευση την 27-9-1999, δηλαδή η τελευταία εργασία (του Π.) μετά την κτήση της διδακτορικής του διατριβής (2-7-1999). Στην ως άνω επιστολή αναφερόταν ότι στην δημοσίευση της Π. περιέχεται πολύ μεγάλο τμήμα των αποτελεσμάτων της διατριβής και αυτά τα αποτελέσματα καταλαμβάνουν στην διατριβή 51 από τις συνολικά 82 σελίδες, ενώ περαιτέρω κάνουν μνεία για εκπληκτική ομοιότητα των χειρισμών και των αποτελεσμάτων στα τελικά ουσιαστικά πειράματα της διατριβής, με τα αποτελέσματα, που παρατίθενται στην δημοσίευση και επισημαίνεται ότι ο ίδιος τύπος βιοαντιδραστήρα, που περιγράφεται στην δημοσίευση, χρησιμοποιήθηκε και στην διατριβή του ενάγοντος.
Επίσης αναφερόταν στην επιστολή ότι όλος ο σχεδιασμός, ο σκοπός της εργασίας, τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα συμπίπτουν με αυτά της διατριβής, ότι το στέλεχος Azotobacter vinelandii χρησιμοποιήθηκε στην παραπάνω δημοσίευση, ενώ στην διατριβή φέρεται ότι απομονώθηκε από τον ενάγοντα και τέλος ότι ενώ στην διατριβή του ενάγοντος η τεχνολογία εμφανίζεται ως πρωτότυπη, περιγράφεται από τους ερευνητές στην εργασία, πριν ο ενάγων παρουσιάσει δημοσίως την διατριβή του.
Όσον αφορά δε στην δημοσίευση του Π., στην επιστολή επισημαινόταν ότι και σε αυτή αναφερόταν το στέλεχος Azotobacter vinelandii, ότι οι αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν, το πειραματικό πρωτόκολλο και οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν, όπως ο σκοπός της εργασίας και τα αποτελέσματα συνέπιπταν με κεφάλαιο της διατριβής του ενάγοντος.
Εξάλλου οι εναγόμενοι με έτερο έγγραφο τους με αριθμ. πρωτ. 4397/23-7-2002, απευθυνόμενο προς τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων και τον Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών αμφισβητούν εκ νέου την πρωτοτυπία της εργασίας του ενάγοντος, εμμένοντας στις προαναφερόμενες απόψεις τους. Το ίδιο συμβαίνει και με το με αριθμ 5483/26-9-2002 έγγραφο, που υπογράφεται από τους δυο πρώτους εναγόμενους και απευθύνεται στον Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου.
Τέλος όλοι οι εναγόμενοι στην από 31-3-2003 επιστολή τους προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων επαναλαμβάνουν την άποψη περί έλλειψης πρωτοτυπίας της διατριβής του ενάγοντος, αναφέροντας εκ νέου την ανωτέρω θέση τους και ότι ο ενάγων δεν έχει κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το ανωτέρω στέλεχος Azotobacter vinelandii το οποίο είχε απομονώσει ο καθηγητής Μ.
και όχι ο ενάγων. Όμως τα αναφερόμενα στα ανωτέρω έγραφα των εναγομένων δεν είναι αληθή. Ειδικότερα η διατριβή του ενάγοντος είχε κατατεθεί την 9-3-1998 ήτοι εννέα μήνες πριν την κατάθεση της εργασίας της Π. προς δημοσίευση και δεκαπέντε μήνες πριν την κατάθεση της εργασίας του Π. προς δημοσίευση. Εξαιτίας δε του ζητήματος που είχε ανακύψει, ο Πρόεδρος του τμήματος Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας Ι.
Δ. ζήτησε τον Φεβρουάριο του 2002 από τους κ.κ. Π. και Π. να του εκθέσουν τις απόψεις τους επί του ανωτέρω θέματος. Η Π. απάντησε στον κ. Δ. με την από 14- 2-2002 επιστολή της, ότι τα αποτελέσματα της δημοσίευσης της αποτελούσαν τμήμα ερευνητικής εργασίας, που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Ελαίας και Οπωροκηπευτικών Καλαμάτας, στα πλαίσια ερευνητικού Προγράμματος και με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Μ., ο οποίος ήταν επιβλέπων της διατριβής του ενάγοντος, ενώ στην διεξαγωγή της πειραματικής διαδικασίας χρησιμοποίησαν το σύστημα, το οποίο είχε ήδη αναπτυχθεί από τον ενάγοντα στα πλαίσια εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής.
Συνεχίζοντας η Π. αναφέρει ότι τα ήδη δημοσιευμένα από τον ενάγοντα στοιχεία, αλλά και λόγω του κοινού επιβλέποντος καθηγητή και μέσω των προσωπικών επαφών, που είχαν με τον ενάγοντα πολλά από τα αποτελέσματα του ερευνητικού του έργου, που αφορούσαν την μεθοδολογία επεξεργασίας του αποβλήτου, της ήταν ήδη γνωστά, γεγονός, που προέκυπτε και από τις βιβλιογραφικές αναφορές στις εργασίες του ενάγοντος.
Περαιτέρω ανέφερε ότι στην δική της εργασία χρησιμοποιήθηκε προηγούμενη γνώση της ερευνητικής ομάδας του καθηγητή Μ. για να ερευνηθεί το υπό μελέτη σύστημα επεξεργασίας αποβλήτων από τελείως διαφορετική προσέγγιση από αυτή, που ακολούθησε ο ενάγων, "ενώ οι μετρήσεις φυσιολογίας του μικροοργανισμού πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου κατά τον οποίο έγιναν τα αντίστοιχα πειράματα και η σχετική δημοσιοποίηση τους από τον κ.
Χ. (ενάγοντα), σχετικά δε με την μη συμμετοχή του ονόματος του ενάγοντος στην ανωτέρω δημοσίευση, ανέφερε ότι η τελική απόφαση για τους συμμετέχοντες συγγραφείς ήταν του καθηγητή Μ.. Ο Π. απάντησε προς τον ίδιο άνω κ. Δ. με την από 12-2-2002 επιστολή του και επίσης ανέφερε ότι ο ενάγων συμμετείχε στο ερευνητικό πρόγραμμα "Αναλυτική μελέτη, εγκατάσταση και παρακολούθηση συστήματος επεξεργασίας αποβλήτων βρώσιμων ελιών και ελαιοτριβείου", με επιστημονικό υπεύθυνο του προγράμματος τον ίδιο, ενώ ο ενάγων εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο και συμμετείχε ενεργά στις δειγματοληψίες για τις μετρήσεις των κοινών περιβαλλοντικών παραμέτρων.
Ένα ακόμη στοιχείο, από το οποίο ενισχύεται η πρωτοτυπία του έργου του ενάγοντος, το οποίο κατά τα ανωτέρω προηγήθηκε κατά πολλούς μήνες των άνω δημοσιεύσεων των κκ Π. και Π., είναι και το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι στην εργασία Π. γίνεται αναφορά σε εργασία του ενάγοντος. Στο δε βιογραφικό του ενάγοντος περιλαμβάνεται σειρά δημοσιεύσεων-ανακοινώσεων από το 1986 έως το 1997, που αφορούν στην διαχείριση υγρών αποβλήτων ελαιοτριβείων με το βακτήριο Α, ενώ όπως προκύπτει από το με αριθμό .../1993 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το παραπάνω είδος αναφέρεται ως Azotobacter ssr καθόσον κατονομάστηκε και ταυτοποιήθηκε ως Azorobacter vinelandii από τον ενάγοντα μαζί με τους Μ., Κ., Π.
και Π. το 1994. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι όταν συνέταξαν και απέστειλαν την από 10-12-2001 επιστολή τους, και λαμβανομένου υπόψη ότι είχαν διαβάσει τις δύο δημοσιευμένες εργασίες των Π. και Π., γνώριζαν ότι τα αναφερόμενα στην ανωτέρω επιστολή δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αλλά παρά ταύτα δεν διατήρησαν καμία επιφύλαξη και δεν ανέμειναν την τοποθέτηση των Π.
και Π. επί του θέματος αυτού, όπως θα έπρεπε να πράξουν. Εν συνεχεία μετά τις άνω απαντητικές επιστολές (των κκ. Π. και Π.) προς τον Ι. Δ. ο τελευταίος ενημέρωσε τον Πρύτανη για τις προαναφερθείσες τοποθετήσεις (των Π. και Π. δηλαδή) και ο Πρύτανης με την σειρά του, με το υπ' αριθμ 1036/26-2-2002 έγγραφο του, απάντησε στους εναγομένους ότι δεν υπήρχαν βάσιμες ενδείξεις, υπέρ της άποψης τους.
Κατά συνέπεια αποδεικνύεται ότι όταν οι εναγόμενοι συνέταξαν και απέστειλαν και τις υπόλοιπες τρεις επιστολές τους (4397/23-7-2002, απευθυνόμενη προς τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων και τον Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, 5483/26-9-2002 έγγραφο που απευθύνεται στον Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστήμιου και τέλος στην από 31-3-2003 επιστολή τους), εμμένοντας πεισματικά στους ισχυρισμούς τους, ακόμα και μετά την κατηγορηματική τοποθέτηση των Π.
και Π. (ότι δηλαδή οι δικές τους εργασίες στηρίζονταν στο προηγηθέν επιστημονικό έργο του ενάγοντος), είχαν πλήρη γνώση της αναλήθειας των επίμαχων ισχυρισμών τους και του συκοφαντικού χαρακτήρα τους. Εξάλλου όλα τα ανωτέρω δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 3857/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την άσκηση της από 15-11-2001 προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου Γ.
Α. για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επειδή ο τελευταίος σε δύο επιστολές του (διαφορετικές και χρονικά προγενέστερες των επιδίκων) είχε ισχυρισθεί εν γνώσει της αναλήθειας τους τα ίδια -με τις ένδικες στην παρούσα επιστολές- γεγονότα σχετικά με την πρωτοτυπία της διδακτορικής εργασίας του.
Μετά από έφεση επί της ανωτέρω αποφάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ 5335/2004 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε όμοια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ. αριθμ. πρωτ.574/2008 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών). Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η διδακτορική διατριβή του ενάγοντος δεν πρωτοκολλήθηκε και δεν υποβλήθηκε στην γραμματεία και ότι αυτή εξ αυτού του λόγου κατοχυρώθηκε μόλις στις 2-7-1999 που την υποστήριξε ο ενάγων ενώπιον της επιτροπής, ήτοι μετά από την δημοσίευση της Π.
που έγινε στις 4-1-1999, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε την διδακτορική του εργασία ο ενάγων την υπέβαλε στις 9-3-1998 και έκτοτε ήταν προσιτή σε οποιονδήποτε και στην συνέχεια στις 26-3-1998 συγκροτήθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης του τμήματος η επταμελής εξεταστική επιτροπή.
Από το χρονικό σημείο της υποβολής της (9-3-1998) έγινε η κατοχύρωση του πνευματικού έργου και της πρωτοτυπίας του, που επέρχεται από την στιγμή που εξωτερικεύεται και όχι στις 2-7-1999 που έγινε η έγκριση του και απονεμήθηκε επισήμως ο διδακτορικός τίτλος. Άλλωστε και ο επιβλέπων καθηγητής Κ. Μ. την διδακτορική διατριβή του ενάγοντος, με το από 10/5-3-1998 έγγραφο του εργαστηρίου Μικροβιολογίας δηλώνει ότι υποβάλλει στις 5-3-1998 στο πανεπιστήμιο αντίγραφο της διατριβής του ενάγοντος.
Πώς λοιπόν θα μπορούσαν να ευσταθούν οι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι αυτός δεν πρωτοκόλλησε την εργασία του πριν τις 2-7-1999, αφού διαψεύδονται αυτοί από πλήθος εγγράφων και αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτός κατέθεσε και την κατοχύρωσε, ανεξάρτητα από το πότε χρονικά την υποστήριξε ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής για λόγους εκτός της βουλήσεως και δυνάμεως του, ήδη από την χρονική στιγμή που την υπέβαλε κατά τα άνω στις 9-3-1998 και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εναγομένους με σχετικούς λόγους έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα και δεν βρίσκουν έρεισμα σε νομική και λογική βάση.
Εν συνεχεία το γεγονός ότι οι εναγόμενοι εγνώριζαν ότι όσα συκοφαντικώς διέδιδαν, (ότι δηλαδή η εργασία του ενάγοντος δεν είναι πρωτότυπη αλλά από "αντιγραφή" εργασιών των κκ Π. και Π.) και περιελαμβάνοντο τουλάχιστον στις δύο τελευταίες από τις άνω επίδικες επιστολές τους ήσαν παντελώς ψευδή, αποδεικνύεται πρωτίστως από την δική τους από 15-7-2002 με αριθ. 4397/23-7- 2002 προαναφερθείσα ήδη επιστολή, που αυτοί απηύθυναν προς τον κ.
πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με κοινοποίηση και προς το γραφείο του Υπουργού Παιδείας, μέσα στην οποία πολύ καθαρά αναφέρουν ότι εγνώριζαν τις απαντητικές άνω επιστολές των κκ Π. και Π., κάνοντας μάλιστα και αναφορά του περιεχομένου τους και περικοπές αυτών (βλ.άνω επιστολή στη 2 σελίδα κάτω μέρος και 3 σελίδα πάνω μέρος της) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα απ' αυτούς με σχετικούς λόγους έφεσης ότι δήθεν γνώση των απαντητικών επιστολών των Π.
και Π., έλαβαν γνώση πολύ αργότερα και δη στις 26-2-2006 είναι εντελώς αβάσιμα και απορριπτέα, αφού διαψεύδονται από τα ίδια τους τα γραπτά. Και βεβαίως αφού εγνώριζαν σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα οι εναγόμενοι την αναλήθεια των ψευδών ισχυρισμών τους, τους οποίους δεν συμμεριζόταν η Πανεπιστημιακή Κοινότητα, ούτε τα άλλα τρία μέλη της εξεταστικής επιτροπής απονομής του διδακτορικού τίτλου στον ενάγοντα, ούτε και οι κ.κ Π.
και Π., που έπρεπε πρωτίστως να αντιδράσουν για την "δήθεν κλοπής της πνευματικής τους ιδιοκτησίας", και συνέχισαν παρά ταύτα και μάλιστα κατ' επανάληψη να συκοφαντούν τον ενάγοντα, επικαλούμενοι ότι δήθεν εκόπτοντο για την διαφύλαξη του δικαιώματός τους ως μελών της επιτροπής που χορήγησε τον διδακτορικό τίτλο και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για το κύρος του πανεπιστημίου, πράγμα που κατά τα ανωτέρω ουδόλως αποδείχθηκε, δεν έχει πεδίο εφαρμογής, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, η διάταξη της καταλυτικής της αγωγής ενστάσεως τους ερειδομένης στο άρθρο 367 ΠΚ, η οποία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και απορριπτέος για τους λόγους και ο σχετικός λόγος έφεσης και περαιτέρω για τους ίδιους άνω λόγους καλώς άσκησε ο εφεσίβλητος-ενάγων κατά των εναγομένων την από 20-7-2005 κρινόμενη (πρώτη αναφερθείσα άνω) αγωγή του και όσα για τους εναγομένους σ' αυτήν ισχυρίστηκε ήσαν αληθή και όχι συκοφαντικά και ούτε είχε σκοπό με αυτήν να τους εξυβρίσει.
Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι άνω ψευδείς ισχυρισμοί των εναγομένων, που ανακίνησαν εν γνώσει τους αβάσιμα ένα γεγονός, που ουδέποτε είχε συμβεί αντίστοιχο στις πανεπιστημιακές κοινότητες, και ισοδυναμούσε αν ήταν αληθές με επιστημονικό και ηθικό θάνατο αυτού που οικειοποιείται εργασίες άλλων και τις παρουσιάζει ως πρωτότυπο έργο δικό του, παραπλανώντας τους υπεύθυνους για να επιτύχει την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος, διαπράττοντας δηλαδή μια επιστημονική απάτη και επιδεικνύοντας ανήθικη συμπεριφορά, η οποία τον καθιστά απόβλητο από την πανεπιστημιακή και επιστημονική κοινότητα, είναι δε η βαρύτερη μομφή που μπορεί να απευθυνθεί σε ένα επιστήμονα και η οποία προσβάλλει βάναυσα και παράνομα την προσωπικότητα του ως ηθικού ανθρώπου, ως επιστήμονα, ως ερευνητή, ως εργαζόμενου, στην συγκεκριμένη περίπτωση καταρράκωσαν το επιστημονικό κύρος και ήθος του ενάγοντα, τον οδήγησαν σε απόγνωση και του δημιούργησαν μεγάλο άλγος, διότι οι συκοφαντικοί αυτοί ισχυρισμοί, διήρκεσαν επί μακρόν χρονικό διάστημα και με επιμονή και εμπάθεια εκ μέρους των εναγομένων, οι οποίοι σκοπό είχαν να τον βλάψουν και να τον καταστρέψουν, υποτιμώντας και προσβάλλοντας το επιστημονικό του έργο και την ηθική προσωπικότητα του, γι' αυτό το λόγο πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτού λόγω της αδικοπραξίας των εναγομένων χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Περί όλων αυτών χαρακτηριστική και πειστική είναι και η κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Π. Κ., καθηγητή και μέλους της επταμελούς εξεταστικής επιτροπής μαζί με τους εναγομένους ο οποίος ουδόλως συμμερίστηκε τις απόψεις των εναγομένων συναδέλφων του και συγκριτών του στη διδακτορική διατριβή του ενάγοντος, και ο οποίος κατέθεσε ότι "εξαφάνισαν από το γεωπονικό τοπίο τον κ.
Χ." και σε άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει για τους εναγόμενους "θέλανε να τον εξοντώσουν, υπήρχε φοβερή αντιδικία εκείνη την εποχή, είχαμε εκλογές και ο Χ.ς ήταν σε αντίθετη παράταξη με τους δυο εκ των εναγομένων". Με βάση τις άνω εκτεθείσες συνθήκες τελέσεως του ενδίκου αδικήματος, την ένταση του δόλου των εναγομένων, το μέγεθος και τη φύση της προσβολής που προκλήθηκε στην προσωπικότητα του ενάγοντος από το εις βάρος του αδίκημα την ψυχική ταλαιπωρία που επέφεραν σ' αυτόν τα προεκτεθέντα συμβάντα, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνεται ότι η εύλογη επίδικη στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ανέρχεται στο ποσό των 15000 ευρώ για τον καθένα των εναγομένων".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά των με στοιχ Α (γ,δ) και Β (β,γ) κεφαλαίων αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες (με στοιχ Α (γ,δ) εναγόμενοι- Β (β,γ) ενάγοντες) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ11 περ.β' και γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας (ι) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νομότυπη επίκληση και προσκόμιση, περίπτωση στο πραγματικό της οποίας εμπίπτουν και τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια δεν είχαν προσκομισθεί κατά την πρωτόδικη δίκη, κατά τη σχετικώς αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και (ιι) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Βλ.
Ολ.ΑΠ 2/2008). Μη λήψη πάντως δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο διατυπώνονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. γ, β ΚΠολΔ, με την έννοια ότι με την παραδοχή της ότι ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε την διδακτορική του διατριβή στις 9-3-1998 (ι) δεν έλαβε υπόψη το 44/27-3-2007 έγγραφο της Γραμματείας του Τμήματος Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, κατά το περιεχόμενο του οποίου (Σε απάντηση του υπ' αριθμ. 27/27.02.2007 εγγράφου σας, όπου αιτείστε έγγραφο με το οποίο ο κ.
Χ. υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή στη Γραμματεία του Τμήματος στις 09.03.1998, σας γνωρίζουμε τα εξής: Μετά από ενδελεχή έλεγχο από τους υπαλλήλους της Γραμματείας, δεν υπάρχει στο αρχείο της Γραμματείας του Τμήματος έγγραφο με το θέμα αυτό. 2) Στο βιβλίο του πρωτοκόλλου του Τμήματος τις 09.03.1998 γίνεται αναφορά για έγγραφο που αφορά "Ορισμό Επταμελούς Εισηγητικής Επιτροπής για τον κ.
Ι. Χ. με εκδότη το Εργαστήριο Μικροβιολογίας, το οποίο δεν υπάρχει στο αρχείο της Γραμματείας. Συνημμένα σας διαβιβάζουμε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της αντίστοιχης σελίδας του βιβλίου του πρωτοκόλλου του Τμήματος τις 09.03.1998. Ο Πρόεδρος". Από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην όλων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη το εν λόγω έγγραφο, εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται και από την ειδική περί τούτου αιτιολογία της ότι ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε τη διδακτορική του εργασία στις 9-3-1998 και έκτοτε ήταν προσιτή, λόγο για τον οποίο και στη συνέχεια, στις 26-3-1998, συγκροτήθηκε με απόφαση της γενικής συνελεύσεως του τμήματος η επταμελής εξεταστική επιτροπή, αποκρούοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η υποβολή της πραγματοποιήθηκε στις 2-7-1999, όταν επακολούθησε η έγκρισή της και του απονεμήθηκε επίσημα ο διδακτορικός τίτλος.
Ο χρόνος γνωστοποιήσεως της διδακτορικής εργασίας του αναιρεσίβλητου αποτέλεσε πραγματικό επιχείρημα, επιβεβαιωτικό του καταληκτικού αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το περιεχόμενο της από 10-12-2001 επιστολής των αναιρεσειόντων, στο οποίο φέρεται ότι το πνευματικό έργο του αναιρεσίβλητου ήταν ήδη δημοσιευμένο στις από 4-1-1999 και 27-9-1999 εργασίες των Π.
και Π., ήταν αναληθές, διαλαμβάνοντας επιπρόσθετα στις αιτιολογίες της, ως στοιχείο ενισχυτικό της πρωτοτυπίας του έργου του αναιρεσίβλητου, ότι στην εργασία Π. γίνεται αναφορά σε εκείνη του αναιρεσίβλητου. Επομένως η εν λόγω αναιρετική αιτίαση ελέγχεται ως αβάσιμη: και (ιι) παρά το νόμο έλαβε υπόψη το 10/5-3-1998 έγγραφο του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας, με το οποίο ο επιβλέπων καθηγητής Κ.Μ.
υποβάλλει στις 5-3-1998 στο πανεπιστήμιο αντίγραφο της διατριβής του αναιρεσίβλητου, που ο τελευταίος επικαλέσθηκε και προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με την εν λόγω αναιρετική αιτίαση ανεπιτρέπτως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ και κατ' εφαρμογή αυτής αποκρούσεως του αποδεικτικού μέσου ως απαράδεκτου, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 13 περ.γ περ.1 του ν.2083/1992, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ.9 του ν.4069/2011 "...στ) Η συμβουλευτική επιτροπή μετά την αξιολόγηση του επιστημονικού έργου του υποψηφίου και εφόσον κρίνει ότι τούτο έχει ολοκληρωθεί, επιτρέπει τη συγγραφή της διατριβής. ζ) Η περαιτέρω διαδικασία και η τελική κρίση γίνεται από επταμελή εξεταστική επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από μέλη Δ.Ε.Π.
Στην επιτροπή συμμετέχουν τα 3 μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής, εφόσον έχουν την ιδιότητα του μέλους Δ.Ε.Π. και τα υπόλοιπα 4 ή κατά περίπτωση 5 ορίζονται από τη Γ.Σ.Ε.Σ. Τα 3 τουλάχιστον από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ανήκουν στη βαθμίδα του καθηγητή. Τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ανήκουν στην ίδια ή συγγενή επιστημονική ειδικότητα με αυτή στην οποία εκπονεί ο υποψήφιος τη διατριβή του και μπορούν ορισμένα από αυτά να προέρχονται από άλλο τμήμα του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι.
Ο υποψήφιος αναπτύσσει τη διατριβή του δημόσια ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής, η οποία στη συνέχεια κρίνει το πρωτότυπο της διατριβής και το αν αποτελεί συμβολή στην επιστήμη. Για την έγκριση διδακτορικής διατριβής απαιτείται η σύμφωνη γνώμη 5 τουλάχιστον μελών της εξεταστικής επιτροπής. Η αναγόρευση του υποψηφίου σε διδάκτορα γίνεται από τη Γ.Σ.Ε.Σ.
Τα σχετικά με την αναγόρευση καθορίζονται στον κανονισμό των μεταπτυχιακών σπουδών". Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ1 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή της " Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε την διδακτορική του εργασία ο ενάγων την υπέβαλε στις 9-3-1998 και έκτοτε ήταν προσιτή σε οποιονδήποτε και στην συνέχεια στις 26-3-1998 συγκροτήθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης του τμήματος η επταμελής εξεταστική επιτροπή.
Από το χρονικό σημείο της υποβολής της (9-3-1998) έγινε η κατοχύρωση του πνευματικού έργου και της πρωτοτυπίας του, που επέρχεται από τη στιγμή που εξωτερικεύεται και όχι στις 2-7-1999 που έγινε η έγκρισή του και απονεμήθηκε επισήμως ο διδακτορικός τίτλος. ... και αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτός κατέθεσε και την κατοχύρωσε, ανεξάρτητα από πότε χρονικά την υποστήριξε ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής για λόγους εκτός βουλήσεώς του και δυνάμεώς του, ήδη από την χρονική στιγμή που την υπέβαλε κατά άνω στις 9-3-1998 ...", εσφαλμένα εφάρμοσε, την εν λόγω διάταξη του άρθρου 13 παρ.ζ' περ.1 του ν. 2083/1992 και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή και ερμηνεία της, σε κάθε δε περίπτωση παρέλειψε να εφαρμόσει αν και συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, κατά την αληθή έννοια της οποίας το πρωτότυπο της διατριβής και η συμβολή της στην επιστήμη κρίνεται αποκλειστικά και μόνο από την 7μελή εξεταστική επιτροπή, η οποία για εκείνη του αναιρεσίβλητου έλαβε χώρα στις 2-7-1999".
Πρόκειται για παραδοχή, η οποία διατυπώνεται πλεοναστικώς και χωρίς κυριολεκτικό νόημα. Κυρίαρχο θέμα της υποθέσεως αποτελεί αν η διδακτορική διατριβή του αναιρεσίβλητου ήταν πρωτότυπο έργο ή αντιγραφή προδημοσιευμένων εργασιών και κατά συνέπεια αν ήταν ψευδές ή αληθές αντίστοιχα το περιεχόμενο των επιστολών των αναιρεσειόντων, η δε αναφορά του χρόνος δημοσιοποιήσεως της διατριβής του αναιρεσίβλητου στις 9-3-1998 αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, πραγματικό επιχείρημα επιβεβαιωτικό της θετικής αξιολογήσεως από ουσιαστική άποψη των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών.
Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττονται πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αξιολογείται προεχόντως ως αλυσιτελής.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 §1AK, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάσεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια η περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται, όμως, για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ.3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις, (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις (§1).
Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (§2) . Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία, ότι με τις επίμαχες επιστολές τους οι αναιρεσείοντες ψευδώς ισχυρίσθηκαν, τελούντες σε γνώση της αναληθείας, ότι η διδακτορική εργασία του αναιρεσίβλητου ήταν αντιγραφή κατά τον κύριο όγκο των προδημοσιευθεισών εργασιών άλλων επιστημόνων και ειδικότερα των Π.
και Π. και με την έννοια αυτή στερείται πρωτοτυπίας, αιτούμενοι την άποψη των νομικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη νομιμότητα του χορηγηθέντος στον αναιρεσίβλητο στο μεταξύ διδακτορικού τίτλου, πραγματικά περιστατικά τα οποία ήταν ικανά και έβλαψαν την προσωπικότητά του, δικαιούμενος εντεύθεν από την αιτία αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων στις αιτιολογίες και υπαρχόντων στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτικών μέσων, δικαιολογούσαν την κατ ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων (ι) παραδοχή της απευθυνομένης κατά των αναιρεσειόντων με στοιχ Α (γ,δ) αγωγής του αναιρεσίβλητου, κατά την θεμελίωσή της στην αποδιδόμενη άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της κατά την έννοια του άρθρου 363 Π.Κ.
συκοφαντικής δυσφημήσεως, με παράλληλη απόρριψη της από το άρθρο 367 ΠΚ ενστάσεως των αναιρεσειόντων, και (ιι) την κατ' ουσίαν απόρριψη της κατευθυνομένης κατά του αναιρεσίβλητου με στοιχ Β (β,γ) αγωγής των αναιρεσειόντων. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 10, 19 ΚΠολΔ, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 647/26-7-2011 αίτηση για αναίρεση της 3551/29-6-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ