1568/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤο δικαίωμα του δικηγόρου προς λήψη αμοιβής για τη σύμπραξή του σε συμβιβασμό προϋποθέτει σύμπραξη αυτού σε σύναψη συμβάσεως δια της οποίας οι συμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις διαλύουν έριδα αυτών ή αβεβαιότητα. Για εργασίες ανατεθείσες κοινώς εις πλείονας Δικηγόρους, έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 124 Κώδ. Δικηγ. Στην περίπτωση αυτή (του άρθρου 124), ισχύει συνεπώς η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ.
Legislator headnote
AI generated1568/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή (του άρθρου 124), ισχύει, συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, κατά την οποία "αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1568 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το δικαίωμα του δικηγόρου προς λήψη αμοιβής για τη σύμπραξή του σε συμβιβασμό προϋποθέτει σύμπραξη αυτού σε σύναψη συμβάσεως δια της οποίας οι συμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις διαλύουν έριδα αυτών ή αβεβαιότητα. Για εργασίες ανατεθείσες κοινώς εις πλείονας Δικηγόρους, έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 124 Κώδ. Δικηγ. Στην περίπτωση αυτή (του άρθρου 124), ισχύει συνεπώς η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ.
Αριθμός 1568/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΚΛΩΤΣΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκου .... Για την 1η των αναιρεσειόντων παραστάθηκε ο σύνδικος δικηγόρος Γεώργιος Σταματέκος, αφού η ως άνω εταιρεία με την 487/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης, ενώ ο 2ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την υπέρ αυτού προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου, αλλά και διά των προτάσεών του, πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2719/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και όγδοος, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) "δια την σύμπραξιν του δικηγόρου προς επίτευξη συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν πάσας εν γένει τα προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί των πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστικήν, διοικητικήν ή διαιτητικήν κρίσιν, είτε μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου αποτιμωμένων σε χρήμα ως εξής:
Μέχρι δραχμών 1.000 προς 10%, από 1001 μέχρι δραχμών 100.000 προς 7% και από 100.001 και πέραν προς 5%". Κατά την αληθή έννοια της άνω διατάξεως, το κατ' αυτήν δικαίωμα του δικηγόρου προς λήψη αμοιβής για τη σύμπραξή του σε συμβιβασμό προϋποθέτει σύμφωνα και με το άρθρο 871 του ΑΚ σύμπραξη αυτού σε σύναψη συμβάσεως δια της οποίας οι συμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις διαλύουν έριδα αυτών ή αβεβαιότητα για έννομη σχέση επί της οποίας επιτρέπεται κατά νόμο συμβιβασμός.
Εξάλλου ως ποσό συμβιβασμού βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του συμπράξαντος προς επίτευξή τούτου δικηγόρου νοείται το ποσό στο οποίο με αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών καθορίστηκε η απαίτηση του εντολέα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 169 του ίδιου κώδικα, "Δι' εργασίας ανατεθείσας κοινώς εις πλείονας Δικηγόρους, έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 124".
Στην περίπτωση αυτή (του άρθρου 124), ισχύει, συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, κατά την οποία "αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά δε την έννοια του αριθμού 19 του ίδιου ως άνω άρθρου και Κώδικα, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η παράθεση των παραδοχών είναι σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι πράγματι εξασφαλίζει δίκαιη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η πρώτη των εναγομένων ημεδαπή ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυμία "ΔΙΑΔΟΧΟΙ Α. Κ. Α.Ε.", της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος τυγχάνει Αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και νόµιµος εκπρόσωπός της, από το έτος 1969 υπήρξε αποκλειστικός εµπορικός αντιπρόσωπος ηχοσυστηµάτων αυτοκινήτων στην Ελλάδα της αλλοδαπής (Βελγικής) εταιρείας "PΙONEER" και από το 1990 της νεοϊδρυθείσας Βελγικής ανώνυµης εταιρείας µε την επωνυμία "PΙONEER EUROPE Ν.V", µε διαδοχικές ανανεούµενες µετά τη λήξη τους συµβάσεις εµπορικής συνεργασίας τριετούς διάρκειας.
Με τη λήξη όµως της τελευταίας συµβάσεως, στις 31.3.2003, η αλλοδαπή εταιρεία αρνήθηκε την περαιτέρω ανανέωση της μεταξύ αυτής και της εν λόγω εναγομένης ημεδαπής εταιρείας υφισταμένης πολυετούς συνεργασίας τους, µε αποτέλεσµα η τελευταία (εναγόμενη), να καταθέσει την από 28.7.2003 προσφυγή της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εµπορικού Επιμελητηρίου (ΙCC) στο Παρίσι, επιδιώκοντας και την επιδίκαση ποσού 7.500.000 ευρώ, λόγω αποζημίωσης, αλλά και ως χρηµατική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, να αρχίσει δε έκτοτε η διεξαγωγή της µε αριθ. 12836/MS Διαιτητικής Δίκης µε ορισθέντες διαιτητές τους καθηγητές Πανεπιστημίου Η.
Σ. και Κ. Κ., επιδιαιτητή τον Α. Γ., επίσης καθηγητή Πανεπιστημίου, και γραμματέα τη Δικηγόρο Μ. Γ.. Η διαιτητική διαδικασία ενώπιον του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου περατώθηκε στις 5.1.2005, οπότε ακολούθησε η διάσκεψη των Διαιτητών. Και ενώ βρισκόταν στο στάδιο αυτό η διαιτητική διαδικασία, περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2005, ο δεύτερος των εναγομένων, με την ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, και διαβλέποντας ότι η υπόθεση πιθανόν να μην έχει θετική έκβαση για την εταιρεία του, αν και είχε ήδη τρεις άλλους νομικούς παραστάτες και δη τους δικηγόρους Β.
Α., Θ. και Σ. Π., επισκέφθηκε τον ενάγοντα δικηγόρο στο δικηγορικό του γραφείο στην Αθήνα, προκειμένου να ζητήσει την παροχή και των δικών του υπηρεσιών, ως ηυξηµένης εµπειρίας Δικηγόρου στο χειρισµό τόσο ποινικών, όσο και αστικής φύσεως, υποθέσεων και την υποστήριξη από το σηµείο τούτο και εφεξής των εννόµων συμφερόντων της εταιρείας στην ανακύψασα μεταξύ αυτής και της προαναφερθείσας βελγικής εταιρείας διαφορά τους, κατά τον εκάστοτε, κατά την κρίση του, ενδεδειγμένο δικαστικό ή εξώδικο τρόπο, μεταφέροντάς του δε και σοβαρές υπόνοιες μεροληψίας, σε βάρος του διαιτητή Κ.
Κ., σύµφωνα µε τις οποίες αυτός συνδεόταν µε το νοµικό της παραστάτη Β. Χ., αφού υπήρξε επόπτης και επιβλέπων καθηγητής στην εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του τελευταίου, καθώς και Πρόεδρος της Επιτροπής Καθηγητών της Νοµικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, η οποία ενέκρινε την εν λόγω διδακτορική του διατριβή.
Ο ενάγων δέχθηκε την πρόταση και µετά πρώτη εξέταση των µέχρι τότε νοµικών και πραγματικών δεδομένων, ως άµεση, ενδεδειγμένη και προσήκουσα ενέργεια προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εναγόμενης εντολέως του, έκρινε την υποβολή αίτησης εξαίρεσης του διαιτητή Κ. Κ., τόσον ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εµπορικού Επιμελητηρίου (ΙCC), όσο και ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Για τη σύνταξη δε και κατάθεση των σχετικών δικογράφων συμφωνήθηκε ως δικηγορική αµοιβή του το συνολικό ποσό των 12.500 ευρώ. Επιφυλάχθηκε, ωστόσο, για περαιτέρω δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του και για τον καθορισµό της συνολικής αµοιβής του, µετά τη διεξοδική μελέτη και έρευνα όλων των υπαρχόντων στοιχείων της σχετικής υπόθεσης της εντολέως του, που του ετέθησαν υπόψη.
Σε εκτέλεση της αρχικής ως άνω δοθείσας εντολής ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6.6.2005 αίτηση της εναγομένης εταιρίας περί εξαίρεσης του Διαιτητή Κ. Κ., η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση στη δικάσιµο της 21.10.2005 και επιδόθηκε νόµιµα σε όλα τα µέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ενώ παράλληλα συνέταξε και κατέθεσε στη Γραμματεία του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εµπορικού Επιμελητηρίου αντίστοιχη αίτηση εξαίρεσης του ίδιου ως άνω διαιτητή από την προειρημένη Επιτροπή Διαιτητών.
Μετά από αυτά, κατεβλήθη από το νόµιµο εκπρόσωπο της εναγομένης η συμφωνημένη πρoεκτεθείσα δικηγορική του αµοιβή εκ ποσού 12.500 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία ζήτησε στη συνέχεια από τον ενάγοντα την εξακολούθηση της παρακολούθησης της υπόθεσής της και τη νομική υποστήριξη των συμφερόντων της σ' αυτή, ο ενάγων δε εμπιστευόμενος τις διαβεβαιώσεις του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ότι η τελευταία θα του καταβάλει τη δικηγορική του αµοιβή, στα πλαίσια της γενικής ως άνω εντολής που του είχε δοθεί του χειρισµού κατά τον ενδεδειγμένο, κατά την κρίση του, τρόπο της επίδικης υπόθεσης της εντολέως του, προς υπεράσπιση των συμφερόντων της, προέβη στη συνέχεια στις αναφερόμενες στην απόφασή του δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που είχαν ως αποτέλεσµα, παρά το γεγονός ότι στις 2-9-2005 δημοσιεύτηκε απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που ήταν αρνητική για τα συμφέροντα της εντολέως του, αφού, κατά πλειοψηφία και για τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτή λόγους απέρριπτε στο σύνολό της την προσφυγή της κατά της αντιδίκου της βελγικής εταιρείας, συμψηφίζοντας μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα, να συμβάλλουν και αυτές, παράλληλα και σε συνδυασµό µε τις λοιπές ενέργειες των προαναφερόμενων αρχικών δικηγόρων της, ώστε να οδηγηθεί τελικά η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία, αν και νικήσασα διάδικος στη διαιτητική δίκη, στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, και να επιτευχθεί εξώδικος συµβιβασµός μεταξύ των τότε διαδίκων μερών, ο οποίος αποτυπώθηκε στο από 20-10-2005 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, που υπεγράφη στην Αμβέρσα του Βελγίου, και σύµφωνα µε το οποίο η τώρα εναγομένη και ήδη εφεσίβλητος εταιρεία έλαβε χρηµατική αποζημίωση ύψους 1.000.000 ευρώ, έναντι 7.000.000 ευρώ, που διεκδικούσε, ενώ συγχρόνως υποχρεώθηκε να επιστρέψει ορισμένα εμπορεύματα στην αλλοδαπή εταιρεία.
Ο εν λόγω συµβιβασµός δεν µπορεί να υποστηριχθεί βασίµως ότι υπήρξε περισσότερο επιζήµιος για τα συμφέροντα της εναγομένης εταιρείας από το περιεχόμενο της εκδοθείσας απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί της ασκηθείσας ενώπιον του ως άνω προσφυγής της, αφού η εν λόγω προσφυγή απερρίφθη στο σύνολο της ως αβάσιμη.
Ειδικότερα ο ενάγων, μετά την πρoεκτεθείσα εντολή που έλαβε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης για την ανάθεση του χειρισμού της υπόθεσης με την αντιδικία της βελγικής αλλοδαπής εταιρείας, δεν περιορίστηκε μόνο στην κατάθεση των αρχικών δύο δικογράφων, αλλά προέβη και στις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, (τις οποίες το Εφετείο, αναλυτικά, παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση), οι οποίες, όπως δέχεται, οδήγησαν στην πλέον ικανοποιητική για την εντολέα του διευθέτηση, δια του επιτευχθέντος, ως άνω, συμβιβασμού της μεταξύ αυτής και της βελγικής εταιρείας αντιδικίας τους.
Το ότι οι προαναφερθείσες ενέργειες του ενάγοντος και κυρίως οι σκοπούσες στην αναζήτηση ενδεχομένων ποινικών ευθυνών των εμπλεκομένων άμεσα ή έμμεσα στην αντιδικία της εναγομένης εντολέως του με την αλλοδαπή εταιρεία προσώπων συνέβαλαν, τελικά, στην επίτευξη του προαναφερθέντος εξώδικου συμβιβασμού, παρά την έκδοση της αντίθετης προς τα συμφέροντα αυτής (εναγομένης) προεκτεθείσης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, συνάγεται άλλωστε, και από τη ρητή δήλωση των μερών, που έχουν συνυπογράψει το προμνησθέν από 20-10-2005 Ιδιωτικό Συμφωνητικό σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη στην υπό στοιχ.
παρ. 19.17 εδάφιο β' του ως άνω συμφωνητικού, συναποδέχθηκαν ότι "η περιεχόμενη στο παρόν συμφωνία και συμβιβασμός συνιστά πλήρη, ολοσχερή και συνολική επίλυση όλων ανεξαιρέτως των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων και των εδώ αναφερομένων τρίτων προσώπων που άνοιξαν με τις πιο πάνω αγωγές, αιτήσεις, προσφυγή και μηνύσεις στα πολιτικά δικαστήρια, στη Διαιτησία του ICC και στα ποινικά δικαστήρια".
Με βάση συνεπώς τα εκτεθέντα, εφόσον ο εν λόγω επίμαχος συμβιβασμός αποδείχθηκε ότι επιτεύχθηκε και με ενέργειες του ενάγοντος, πέραν των αμοιβαίων υποχωρήσεων τόσο της εναγομένης εντολέως του, όσο και της αντιδίκου της, εδικαιούτο ο ενάγων δικηγόρος να λάβει την από το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενη ελάχιστη αμοιβή, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 100% μέχρι του ποσού των 2,93 ευρώ, σε ποσοστό 7% μέχρι του ποσού των 293,47 ευρώ και σε ποσοστό 5% για το υπερβάλλον ποσό, των ποσοστών αυτών υπολογιζόμενων επί του ποσού του συμβιβασμού, ήτοι των 1.000.000 ευρώ και να ανέλθει στο συνολικό ποσό των 50.005,96 (2,93 Χ 10% + 290,54 Χ 7% + 999.706,60 Χ 5%) ευρώ.
Επομένως, αφού συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση οι όροι του άρθρου 871 ΑΚ πρέπει να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 124 του Κωδικός περί δικηγόρων, που ορίζει την αμοιβή του δικηγόρου που συμπράττει στην επίτευξη συμβιβασμού, μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου, βάσει της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και ειδικότερα σε ποσοστό 5% για το πέραν των 100.000 δραχμών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, το οποίο, στη συνέχεια, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, περαιτέρω, έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να του επιδικασθούν, ως δικηγορική αμοιβή, τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα της επίτευξης του συμβιβασμού, οι οποίες δεν στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 124, 169 του Κώδικα περί Δικηγόρων, 480 και 871 Α.Κ., που εφαρμόσθηκαν, διότι, αν και στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι για τον χειρισμό των υποθέσεων της δεύτερης αναιρεσείουσας είχε δοθεί εντολή και σε άλλους δικηγόρους και ότι ο ενάγων προέβη στη συνέχεια στις συγκεκριμένες δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του, που είχαν ως αποτέλεσµα, παρά το γεγονός ότι στις 2-9-2005 δημοσιεύτηκε απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που ήταν αρνητική για τα συμφέροντα της εντολέως του, αφού, κατά πλειοψηφία και για τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτή λόγους απέρριπτε στο σύνολό της την προσφυγή της κατά της αντιδίκου της βελγικής εταιρείας, συμψηφίζοντας μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα, να συμβάλλουν και αυτές, παράλληλα και σε συνδυασµό µε τις λοιπές ενέργειες των προαναφερόμενων αρχικών δικηγόρων της, ώστε να οδηγηθεί τελικά η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία, αν και νικήσασα διάδικος στη διαιτητική δίκη, στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, και να επιτευχθεί εξώδικος συµβιβασµός μεταξύ των τότε διαδίκων μερών, όμως επιδίκασε το σύνολο της αμοιβής στον ενάγοντα δίχως να αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του αυτή.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, τέταρτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2719/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ