Legislator Case Law & Legislation
1568/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forged authorization claim, ruling appellate court's reasoning was sufficient.

Case Number 1568/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment ordering a bank to pay damages for a forged authorization. The appellant argued the lower court distorted evidence regarding a fake power of attorney, but the court found the appellate court's reasoning sufficient and based on clear facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(2) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The ground of appeal alleging distortion of document content is established only when the court assigns a meaning clearly different from the actual text, not merely when it reaches a different conclusion based on its own evaluation of the evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of document forged authorization bank liability appellate reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, 30/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1568 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1568/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΕ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ'ου η κλήση: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πέτρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/1990 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2496/1991 προδικαστική και 9080/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1853/2002 προδικαστική και 3164/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό1222/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η καλούσα με την από 26/6/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 2/4/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, η κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθή.

Έτσι, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε διαγνωστικό σφάλμα, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό κρισίμων περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται, με αποτέλεσμα το δικαστήριο, στηριζόμενο αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, να καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Η παραμόρφωση δε του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικώς με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρισίμων φράσεων αυτού. Ο ως άνω όμως λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά αυτό αναγνώσθηκε ορθώς, όπως πραγματικά είναι, πλην όμως κατέληξε σε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό. (ΑΠ 4/2003, 507/2003, 869/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η από 23.5.1990 έγγραφη εξουσιοδότηση, φερομένη ως εκδοθείσα από τον δικαιούχο του τραπεζικού λογαριασμού αναιρεσίβλητο και επί της οποίας υπήρχε θεώρηση ως προς το γνήσιο της υπογραφής του από αστυνομικό όργανο, ήταν πλαστή ως προς όλο το περιεχόμενό της, ήτοι τόσο ως προς την παροχή της εξουσιοδοτήσεως όσο και ως προς την κάτω από αυτή υπάρχουσα θεώρηση του γνησίου της υπογραφής, καθώς και ότι η πλαστότητα του ιδιωτικού αυτού εγγράφου ήταν ευκόλως αντιληπτή από το αρμόδιο όργανο της αναιρεσειούσης τραπέζης, το οποίο κατά την καταβολή του ποσού της καταθέσεως σε μη δικαιούχο πρόσωπο, ήτοι στην Α, που κατήρτισε το εν πλαστό έγγραφο, επέδειξε βαρεία αμέλεια.

Έτσι, όμως, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το προμνημονευθέν έγγραφο, χωρίς να παραλείψει ουσιώδη στοιχεία του περιεχομένου του και ειδικότερα την σε αυτό ενυπάρχουσα άνω βεβαίωση, κριθείσα και αυτή ως πλαστή, μη υποπεσόν σε διαγνωστικό σφάλμα και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο δεν εδέχθη παρά το νόμο την ύπαρξη στην ένδικη διαφορά δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 9080/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.Α.Π. 30/1997, 28/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση του ενάγοντος-ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που εκδόθηκε επί της αγωγής του ανωτέρω κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ο πρώτος εζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το αναφερόμενο ποσό, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα.

Ο ενάγων είχε καταθέσεις στην εναγομένη τράπεζα και γι αυτό η τελευταία είχε εκδώσει στο όνομα του και του είχε παραδώσει το με αριθμό ..... βιβλιάριο καταθέσεων ταμιευτηρίου, με το οποίο πραγματοποιούσε καταθέσεις και αναλήψεις. Ότι, με το βιβλιάριο αυτό πήγε η Α στις 23-5-1990 στο υποκατάστημα της εναγομένης που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ...

και ζήτησε χωρίς σχετική εξουσιοδότηση του ενάγοντος να αναλάβει για λογαριασμό του το ποσό των 1.850.000 δραχμών. Ότι, για να πετύχει το σκοπό της η Α επέδειξε εξουσιοδότηση του ενάγοντος, με χρονολογία 23-5-1990, με την οποία την εξουσιοδοτούσε να αναλάβει για λογαριασμό του το ποσό των 1.850.000 δραχμών. Ότι, η εξουσιοδότηση αυτή ήταν πλαστή, καθ' όλο το περιεχόμενο της.

Ότι, η πλαστότητα της εξουσιοδοτήσεως αυτής ήταν εύκολο να διαπιστωθεί πλήν, όμως, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης, που είχε προστηθεί από αυτή για τη διενέργεια των διαφόρων συναλλαγών με τους πελάτες της, από βαρειά του αμέλεια δεν ήλεγξε τη γνησιότητα της εξουσιοδότησης που του προσκόμισε η Α, αλλά τη θεώρησε γνήσια και κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των 1.850.000 δραχμών.

Ότι το ποσό αυτό ιδιοποιήθηκε παράνομα η Α και έτσι ζημιώθηκε ισόποσα ο ενάγων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις προβληθείσες από την εναγομένη ενστάσεις συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και καταβολής από την Α, ευθυνόμενη με αυτήν (εναγομένη) εις ολόκληρον έναντι του ενάγοντος, στον τελευταίο του ποσού των 1.150.000 δραχμών, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει, ως αποζημίωση, το ποσό των 1.850.000 δραχμών.

Οι ως άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επαρκείς και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ, αντίθετος τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.2.2006 αίτηση για αναίρεση της 3164/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ