1568/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-1975 αγωγή των αρχικών διαδίκων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8467/1976 μη οριστική, 2450/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4943/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1568/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Λοιπά σχετικά". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, και κατά τρία μέρη αυτού, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η ταυτότητα των εγγράφων (Λογαριασμών και λοιπών αποδεικτικών εγγράφων), τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Full text
Απόφαση 1568 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1568/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...... θυγατέρος Χ1, ατομικώς και ως κληρονόμος της αποβιωσάσης μητρός της ..... χας Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιδομενέα Γκίκα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .... και 2. ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-1975 αγωγή των αρχικών διαδίκων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8467/1976 μη οριστική, 2450/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4943/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις υπ' αριθμ. ..... και ....... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...... προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β΄, 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 εδ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 του Ν. 2915/2001, η οποία κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο ως την έναρξη της συζήτησης μαζί με τις προτάσεις και όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η λήψη υπόψη από το Εφετείο εγγράφου το οποίο προσκομίσθηκε σ' αυτό μετά τη συζήτηση της υποθέσεως θεμελιώνει τον από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β΄ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για παρά το νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει, πλην άλλων, να καθορίζονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή που προσκομίσθηκαν απαραδέκτως μετά τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο πρώτος των αρχικά εναγόντων Χ1, για τον οποίο αυτή συνεχίζει τη δίκη, δεν ασκούσε ποτέ πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και ότι την επ' αυτού νομή ασκούσε από το έτος 1936 μέχρι το έτος 1966 η αρχική πρώτη εναγόμενη Ε1, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ειδικότερα έλαβε υπόψη α) τους λογαριασμούς κοινωφελών Οργανισμών που προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς όμως να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών με τις προτάσεις που υπέβαλαν σ' αυτό, στις οποίες αρκέσθηκαν ως προς την επίκληση των εν λόγω λογαριασμών στην αναφορά σε " Κα Λογαριασμοί", β) τους επιπλέον λογαριασμούς κοινωφελών Οργανισμών που προσκόμισαν σ' αυτό οι αναιρεσίβλητοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, και των οποίων η επίκληση, με στοιχεία Νο 21α, 21β, έγινε με την από 17-5-2005 προσθήκη των προτάσεών τους και γ) αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιόν του προτάσεις τους με την αναφορά σε "Λα.
Λοιπά σχετικά". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, και κατά τρία μέρη αυτού, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η ταυτότητα των εγγράφων (Λογαριασμών και λοιπών αποδεικτικών εγγράφων), τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των άρθρου 457 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξή της προσβολής του ως πλαστού.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου για τη γνησιότητά του.
Ο αντίδικός αυτού έχει το βάρος της δήλωσης για άρνηση της γνησιότητας, ο δε πρώτος της απόδειξης αυτής, αν αμφισβητηθεί β) Εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή, η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, τεκμήριο που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού και γ) η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ενυπόγραφου ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνει κατά τη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο προσάγεται, επιβάλλεται δε να είναι ρητή, σαφής και ειδική χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές κρίσεις.
Εάν αυτό δε γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε σιωπηρώς η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού κατά μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά στη δίκη ενώπιον του Εφετείου είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το νομίμως προταθέντα και αποδεικνυόμενο εγγράφως ισχυρισμό της περί μη γνησιότητας των αναφερομένων στο λόγω αυτό εννέα αποδείξεων καταβολής χρηματικών ποσών σε τρίτους από τον Ψ1, τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις από 2-12-2003 προτάσεις τους κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και επαναπροσκόμισαν στο Εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι κατά το διάστημα των ετών 1936-1975 ασκούσε τη νομή στο επίδικο η αρχικά πρώτη εναγομένη Ε1.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις κατά την ίδια συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης υποβληθείσες από 2-12-2003 προτάσεις της αναιρεσείουσας και της μητέρας της ..... χήρας Χ1, οι οποίες και υπεισήλθαν στη θέση του αρχικά πρώτου ενάγοντος Χ1, που αποβίωσε στις 26-6-1995, αυτές δεν αμφισβήτησαν τη γνησιότητα των υπογραφών που υπήρχαν στις ανωτέρω έγγραφες αποδείξεις τρίτων, αλλά με την από 5-12-2003 προσθήκη των προτάσεών τους αυτών περιορίσθηκαν στην προβολή γενικών ισχυρισμών που δεν συνιστούν δήλωση για άρνηση της γνησιότητας των αποδείξεων τούτων και συγκεκριμένα ισχυρίσθηκαν ότι " οι προσκομιζόμενες από τους αντιδίκους αποδείξεις περί δήθεν εκτέλεσης εργασιών με χρονολογίες εκδόσεως τα έτη 1936, 1937 και 1938 είναι κατασκευασμένες εκ των υστέρων, αναξιόπιστες και δεν αποδεικνύουν τίποτε, διότι οι περισσότερες προέρχονται από τον αδελφό του Ψ1 ......, δεν προκύπτει δε ότι αφορούν το επίδικο και δεν είναι δυνατόν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να διατηρούνται αποδείξεις από τη δεκαετία του 1930".
Συνεπώς, αφού οι αναιρεσείουσα και η ομόδικος μητέρα της, με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την οποία προσκομίσθηκαν από τους αντιδίκους τους τα ως άνω ιδιωτικά έγγραφα, δεν αμφισβήτησαν ειδικώς τη γνησιότητα των υπαρχουσών σ' αυτά υπογραφών, τα έγγραφα αυτά θεωρούνται γνήσια και ο ισχυρισμός που για πρώτη φορά πρόβαλε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο ότι οι υπογραφές στις παραπάνω αποδείξεις δεν είναι γνήσιες, προσκομίζοντας μάλιστα προς απόδειξή του και σχετική τεχνική έκθεση (από 11-10-2004 ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη), ήταν απαράδεκτος.
Επομένως το Εφετείο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο της έφεσης ισχυρισμό της ότι οι αρχικώς ενάγοντες, αδελφοί, Χ1 (στη δικονομική θέση του οποίου αυτή τελικά υπεισήλθε), Χ2 και Χ3 απέκτησαν τη συγκυριότητα και συννομή του επιδίκου ακινήτου από κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1936, χωρίς διαθήκη, γιαγιάς τους και κυρίας του επιδίκου .....
και μετά από άτυπη διανομή, κατά το ίδιο έτος, της κληρονομίας αυτής μεταξύ όλων των κληρονόμων εκείνης, κατά την οποία(διανομή)εκπροσωπήθηκαν, λόγω της ανηλικότητάς τους, από την αρχική πρώτη εναγόμενη μητέρα τους Ε1, μέσω της οποία και ασκούσαν έκτοτε τη νομή επί του επιδίκου μέχρι και το έτος 1976, και έτσι ο πρώτος τούτων κατέστη συγκύριος του επιδίκου, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι η αρχική πρώτη εναγόμενη Ε1 από το έτος 1936, που απεβίωσε η αρχική ιδιοκτήτρια, γιαγιά των εναγόντων, ....., και μέχρι το έτος 1982 νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη το επίδικο ακίνητο στο όνομά της και αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό, πράγμα που είχαν αποδεχθεί κατά το έτος 1952 και τα τέκνα αυτής (ενάγοντες) και ότι ο πρώτος των εναγόντων Χ1 (καθολικός δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας), ο οποίος από της τελέσεως του γάμου του κατά το έτος 1950 είχε αποχωρήσει οριστικά από την υπάρχουσα εντός του επιδίκου πατρική οικία, ουδέποτε άσκησε στο επίδικο οποιαδήποτε διακατοχική πράξη και ότι, συνεπώς, δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, που αποτελούσε και τη μοναδική βάση της αγωγής, ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας και της ομόδικης τότε μητέρας της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε εκ του πράγματος τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και συνεπώς τον έλαβε υπόψη. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ Κ.Πολ.Δ. .αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα έλαβε υπόψη το μη προταθέντα από τους αναιρεσιβλήτους ισχυρισμό ότι " κατά το έτος 1952 όλοι οι αρχικώς ενάγοντες και η πρώτη εναγόμενη μητέρα τους προήλθαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα των πρώτων και συζύγου της τελευταίας από τον πρώτο της γάμο Ζ1, κατά την οποία συμφώνησαν να μη περιληφθεί στη διανομή το επίδικο ακίνητο και ότι αυτό ανήκει στην εναγόμενη μητέρα τους, δεδομένου ότι η εντός αυτού υπάρχουσα οικία είχε κατασκευασθεί από εκείνη και τον τότε σύζυγό της Ζ1 κατά τα έτη 1926-1928, η δε η περαιτέρω συντήρησή της είχε γίνει επίσης από την ίδια και το σύζυγό της από το δεύτερο γάμο Ψ1, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι το μερίδιο αυτής από την κληρονομία του πρώτου συζύγου της Ζ1 (25/100) θα το λάμβανε η τρίτη ενάγουσα, ενώ στο δεύτερο ενάγοντα θα παραχωρούνταν ένα τμήμα του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 300 τ.μ., προκειμένου να ανεγείρει σ' αυτό οικία.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή, ως προς τον αρχικό πρώτο ενάγοντα Χ1, όχι γιατί έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας της αρχικής πρώτης εναγομένης δικαιοπαρόχου τους, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, αλλά γιατί δέχθηκε ανελέγκτως ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του εν λόγω δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας (Χ1) οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, την οποία αυτός είχε επικαλεσθεί με την αγωγή του ως μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου.
Ενόψει τούτων ο παραπάνω γενόμενος δεκτός από το Εφετείο πραγματικός ισχυρισμός, ότι δηλαδή κατά το έτος 1952 έγινε μεταξύ των αρχικώς εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης μητέρας τους συμφωνία να μη περιληφθεί στην άτυπη διανομή το επίδικο ακίνητο και ότι αυτό ανήκει στην εναγόμενη μητέρα τους, δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο δε υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2005 αίτηση της ..... θυγατέρας Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4943/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ