Supreme Court dismisses appeal on lease dispute, upholding lower court's rejection of unjust enrichment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the appellee's claim for return of leased goods. The appellant argued the lease had expired and demanded the return of the items, but the First Instance Court found the lease valid and the appellant's conduct lawful. The Court upheld this decision, ruling that the lower court's evaluation of evidence and facts was not an error warranting review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific legal errors, not for re-evaluating facts or correcting the lower court's free assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1567 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1567/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΑΡΙΑΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ", και το διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Τ.Ε", που εδρεύει στα Μέγαρα Αττικής και επί της ΒΙ.ΠΕ Μεγάρων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Σπυράντζου, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE LEASING HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" ("ΚΡΕΝΤΙ ΑΓΚΡΙΚΟΛ ΛΗΖΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ"), η οποία έφερε πρότερον την ονομασία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ LEASING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", και ήδη σήμερα φέρει την επωνυμία "HELLAS CAPITAL LEASING ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού Πανεπιστημίου αριθ. 39 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταύρου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2731/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 11-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 54/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2731/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 14-1-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί νομέας των αναφερομένων ειδικότερα στην αγωγή κινητών πραγμάτων και να διαταχθεί η παράδοση σ' αυτήν των πραγμάτων αυτών, λόγω λήξης της χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και τα οποία κινητά πράγματα η εναγομένη παρακρατεί, αρνούμενη να της τα αποδώσει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 32/1996). Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 14/2021).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου και τούτο, γιατί, μόνο με την παράθεση ολοκληρωμένων των παραδοχών της απόφασης μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης ( ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 887/2019).
Εξάλλου, ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1790/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση των όσων παραθέτει στο αναιρετήριο, διατείνεται ότι ουδέποτε αντιποιήθηκε τη νομή της αναιρεσίβλητης επί των κινητών πραγμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης που συνήψε με αυτήν και τα οποία αποτελούν τον εξοπλισμό και τη μοναδική γραμμή παραγωγής του εργοστασίου της, καθώς:
α) Ουδέποτε εξωτερίκευσε με οποιονδήποτε τρόπο ρητά ή σιωπηρά τη θέλησή της να κατέχει εφεξής τον εξοπλισμό για λογαριασμό της. β) Ουδέποτε εγκατέλειψε τον επίδικο εξοπλισμό ή τον άφησε να φθαρεί, αλλά αντίθετα τον συντηρεί καθημερινά. γ) Διατηρούσε εύλογα την πεποίθηση και το 2013 και τα επόμενα έτη ότι η σύμβασή τους, καίτοι λυθείσα, δύναται είτε να ανανεωθεί είτε να συναφθεί νέα.
δ) Επαφιέθηκε στην τήρηση από την πλευρά της αναιρεσίβλητης της καλής πίστης, που απαιτείται στις συναλλακτικές σχέσεις. Και ε) Η αναιρεσίβλητη γνώριζε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ότι είναι φύσει αδύνατη η αυτούσια απόδοση του επιδίκου εξοπλισμού, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο απαιτεί εργασία πολλών εβδομάδων και από ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό της κατασκευάστριας του εξοπλισμού γερμανικής εταιρείας, ενώ απαιτείται προς τούτο και σημαντική δαπάνη ποσού 70.000 ευρώ.
Ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης περί της εκ μέρους της αντιποίηση της νομής των πραγμάτων είναι εσφαλμένη, καθώς η ίδια ουδέποτε έως σήμερα εξωτερίκευσε βούληση να είναι η ίδια νομέας ή κάτοχος των πραγμάτων, ούτε αρνήθηκε την απόδοσή τους και ότι απλά είναι φυσικά αδύνατη η απόδοσή τους χωρίς αυτά να καταστραφούν.
Ότι ο ισχυρισμός της συνίσταται στην αδυναμία παράδοσης του εξοπλισμού, το οποίο είναι διαφορετικό γεγονός από την άρνηση απόδοσης. Ότι το Εφετείο κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αντιποιείται τη νομή των πραγμάτων έναντι της αναιρεσίβλητης, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Τούτο διότι, εκτός από την έλλειψη αναφοράς του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά εάν υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή του, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτού βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 568/2021), η αναιρεσείουσα παραθέτει στο αναιρετήριο αποσπασματικές και κατ' επιλογή της μεμονωμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι τις πλήρεις παραδοχές της, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υφίσταται εκ μέρους της αναιρεσείουσας αντιποίηση της νομής της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκων κινητών πραγμάτων, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα το αποδειχθέν κατά την προσβαλλόμενη απόφαση γεγονός της αντιποίησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας της νομής των επιδίκων κινητών πραγμάτων της αναιρεσίβλητης. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά δίχως απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1020/2019, 449/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 552/2024).
Επίσης, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα ακόμη και τα δημόσια για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1262/2018). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο και εκείνη που έχει κατά το νόμο (ΑΠ 126/2019, ΑΠ 462/2019).
Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 235/2019). Για να θεμελιωθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Έτσι, δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 1627/ 2010).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1521/2021, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014).
Για τη θεμελίωση δε, του πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 188/2018, ΑΠ 751/2017, ΑΠ 621/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ίδια ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα εξαγοράς του εξοπλισμού ή ανανέωσης της μίσθωσης και ότι η παράλειψή της αυτή συνιστά αποβολή της αναιρεσίβλητης από τη νομή της.
Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην εσφαλμένη αυτή κρίση, καθώς δεν έλαβε υπόψη της τα αιτήματα που υπέβαλε στην αναιρεσίβλητη για ανανέωση της σύμβασής τους πριν τη λήξη της με τα έγγραφα που προσκόμισε στο Εφετείο. Ότι συγκεκριμένα, την 5.6.2013, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της λήξης της σύμβασης, απεύθυνε στην αναιρεσίβλητη αίτημα για ανανέωση της σύμβασης, ενώ όμοιο αίτημα υποβλήθηκε στις 10.06.2013, στις 21.06.2013 και στις 16.09.2014, χωρίς η αναιρεσίβλητη να απαντήσει στο αίτημά της αυτό.
Ότι κρίνοντας αντίθετα η αναιρεσιβαλλόμενη και μη λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά τα οποία προσκόμισε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10, 11, 12 και 20 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατ' αρχήν υπό την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα της αοριστίας του ως προς το ότι δεν αναφέρει ποια η επίδραση των επικαλούμενων πραγματικών γεγονότων στο διατακτικό της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα εξαγοράς του εξοπλισμού ή ανανέωσης της μίσθωσης και ότι η παράλειψή της αυτή συνιστά αποβολή της αναιρεσίβλητης από τη νομή της.
Όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται στον εξεταζόμενο λόγο, αφού έλαβε υπόψη του και τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό επιστολές της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, αναφέροντας μάλιστα στις παραδοχές του ρητά τις τέσσερις πρώτες από αυτές, ενώ από το σύνολο των παραδοχών της απόφασής του, σε συνδυασμό με τη διαβεβαίωσή του, κατά τα ανωτέρω, ότι έλαβε υπόψη του για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και την πέμπτη κατά σειρά (από 19.09.2014) όμοια επιστολή της αναιρεσείουσας.
Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας την αποδεικτική δύναμη των επιστολών αυτών και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών της.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός υπό την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Ως προς την επικαλούμενη από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της απόφασής του, που παραδεκτά επισκοπείται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό επιστολές της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, τις συνεκτίμησε ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ με τα λοιπά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Όσον αφορά, τέλος, την αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των εκτιθέμενων στο λόγο αυτό επιστολών της αναιρεσείουσας, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν και το διαφορετικό περιεχόμενο που το Εφετείο δέχθηκε ότι έχουν τα έγγραφα αυτά.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι υπό τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό περιστατικά, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, ώστε να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε γι' αυτήν ότι "δεν διατηρούσε εύλογα την πεποίθηση ότι θα έρθει σε συμφωνία με την αντίδικο, αφού είχε ήδη εκδοθεί σε βάρος της η με αριθμό 8084/2014 διαταγή πληρωμής για το οφειλόμενα μισθώματα και ότι σε κάθε περίπτωση κατείχε και χρησιμοποιούσε τον επίδικο εξοπλισμό χωρίς νόμιμο δικαίωμα, αφού είχε παρέλθει ο συμφωνημένος χρόνος και η επίμαχη σύμβαση είχε λυθεί".
Ότι η κρίση αυτή του Εφετείου είναι εσφαλμένη, καθώς η ίδια δεν ισχυρίστηκε με την έφεσή της ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά της για τη διεκδίκηση της απαίτησής της με την έκφραση "διατηρούσαμε εύλογα την πεποίθηση ότι θα έρθουμε σε συμφωνία", αλλά δήλωσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ελπίδα ότι αφενός μεν θα καταφέρει να ανανεώσει τη σύμβαση, αφετέρου δε ότι θα έλθει σε συμφωνία με την αναιρεσίβλητη.
Ότι επίσης, η έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και της διεκδίκησης δικαστικά από την αναιρεσίβλητη των οφειλομένων μισθωμάτων δεν έχει καμία σχέση με τον ισχυρισμό ότι ουδεμία πρόθεση αντιποίηση νομής είχε ή έχει έως και τώρα. Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεχθείσα τα ανωτέρω, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, κατ' αρχήν υπό την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα της αοριστίας του ως προς το ότι δεν αναφέρει ποια η επίδραση των επικαλούμενων πραγματικών γεγονότων στο διατακτικό της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, η παράβαση της διάταξης αυτής προϋποθέτει παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τέτοιο δε αποδεικτικό μέσο δεν είναι τα δικόγραφα των διαδίκων, όπως είναι η έφεση ή οι προτάσεις τους.
Ως προς την επικαλούμενη, τέλος, με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραμόρφωσης, δηλαδή, του περιεχομένου της έφεσης της αναιρεσείουσας και των πρωτόδικων προτάσεών της, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι η ίδρυση του προβλεπόμενου από την ανωτέρω διάταξη λόγου αναίρεσης προϋποθέτει την παραμόρφωση γραπτού κειμένου, που χρησιμοποιείται ως αποδεικτικό μέσο (έγγραφο, πραγματογνωμοσύνη κλπ), δεν ιδρύεται δε αν η παραμόρφωση αφορά διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης, όπως είναι η έφεση ή οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 77/2011).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του και υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 10, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εσφαλμένα τα εξής: "Και τούτο διότι, λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι, όπως είναι η οικονομική κρίση, είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, ενώ και η γενική οικονομική κρίση με την επιβολή μέτρων λιτότητας, που συνεπάγονται και τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας εν γένει, όπως εν προκειμένω, δεν αποτελούν περιστατικά έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως σε οικονομίες, όπως η ελληνική, στις οποίες είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας...
και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται εξ αυτών των περιστατικών η χωρίς νόμιμο δικαίωμα παρακράτηση εκ μέρους της εναγομένης του επίδικου εξοπλισμού μετά τη λήξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, επί της οποίας στήριξε την κατοχή της...". Δέχθηκε επίσης, η αναιρεσιβαλλομένη ότι "... Ούτε βέβαια η αποστολή αιτημάτων εκ μέρους της εναγομένης προς την ενάγουσα για διακανονισμό της οφειλής της επτά έτη μετά τη λήξη της σύμβασης (βλ.
τις με ημερομηνίες 1.7.2020, 3.7.2020, 28.8.2020, 22.9.2020 και 27.10.2020 επιστολές της εναγομένης) ούτε η άρνηση της τελευταίας να συναινέσει σε αυτά, αφού πρώτα προέβη σε εξέταση των αιτημάτων (βλ. τις απαντητικές επιστολές της ενάγουσας με ημερομηνίες 1.7.2020 και 21.9.2020) καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά τη λήξη της σύμβασης είχε σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο των επαφών της με την εναγομένη δείξει διάθεση συνδιαλλαγής ή ότι της είχε παράσχει διαβεβαιώσεις περί μη άσκησης του δικαιώματός της για την απόδοση του μίσθιου εξοπλισμού...".
Ενόψει των ανωτέρω πλημμελών, όπως ισχυρίζεται, παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι: α) Η εταιρεία της αντιμετώπιζε οικονομικής φύσεως ζητήματα το χρονικό διάστημα 2014-2018, όπως και πολλές άλλες εταιρείες και η δική της δεν ήταν η μοναδική που όφειλε σε Δημόσιο, πιστωτές και τρίτους.
Ότι η αναφερόμενη από το Εφετείο αίτηση εξυγίανσης κατατέθηκε το έτος 2013, αλλά όπως γνωρίζει η αναιρεσίβλητη και της γνωστοποιήθηκε ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων, η εταιρεία της το έτος 2019, ότε και διαπίστωσε ότι η οικοδομική δραστηριότητα παρουσιάζει μικρή άνοδο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη διαδικασία εξυγίανσης και να διευθετήσει όλες τις οφειλές της.
Ότι το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, καίτοι γνώριζε τα ανωτέρω χρησιμοποίησε ενώπιον του Εφετείου την εν λόγω αίτηση προκειμένου να αποδείξει τη φερόμενη αφερεγγυότητά της, συνιστά καταχρηστική και ενάντια στην καλή πίστη συμπεριφορά. β) Η ένταξη της χώρας σε μνημονιακή πολιτική και το ντόμινο των αλλαγών που περιήλθαν στην οικονομία και στους επιχειρηματικούς κλάδους εν γένει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία συγκυρία προβλέψιμη και αναμενόμενη για τη χώρα, αλλά έκτακτη και φυσικά πρόσκαιρη, καθώς ήδη από το έτος 2019 παρουσιάστηκε σχετική ανάταση.
γ) Παρόλα αυτά η ίδια, ήδη από το έτος 2014, είχε υποβάλει στην αναιρεσίβλητη αίτημά της για την ανανέωση της σύμβασής τους. δ) Η αναιρεσίβλητη, καίτοι μπορούσε να έρθει σε ανοικτό διάλογο μαζί της, προτίμησε να μην απαντήσει, εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στις συναλλαγές, σε σχέση με την ίδια, που βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση.
ε) Η διάθεση συνδιαλλαγής που όφειλε να επιδείξει η αναιρεσίβλητη, τόσο κατά τα έτη 2013-2014, όσο και τα τελευταία 2 έτη, επιτάσσεται και από τον ίδιο το ρόλο της.
Ότι εν προκειμένω, δεν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία συμβατική διαφορά μεταξύ ιδιωτών, αλλά για μία διαφορά μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και δανειολήπτη, η δε σχέση μεταξύ τους προϋποθέτει το στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο οικοδομείται πάνω σε αρχές δεοντολογίας, όπως η αρχή της διαφάνειας, της πίστης, της επιμέλειας, αλλά και η ευελιξία και η προσαρμοστικότητά τους.
Ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να επιδεικνύουν αυξημένη πρόνοια απέναντι στους αντισυμβαλλομένους τους, καθότι δεν είναι μόνο μία ιδιωτική επιχείρηση, αλλά επιτελούν κατά μία έννοια, και δημόσια λειτουργία. στ) Επί πλέον, η υποχρέωση αυτή αυξημένης επιμέλειας και πρόνοιας εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έχει ως δικαιολογητική βάση την εκ προοιμίου ασθενέστερη θέση του αντισυμβαλλομένου τους έναντι των ιδίων, λόγω της οικονομικής τους ισχύος και του μεγέθους τους ως πιστωτικά ιδρύματα.
Ότι η αναιρεσίβλητη, αν και είχε υποχρέωση ως πιστωτικό ίδρυμα με την κοινωνική, οικονομική και πολιτική σημασία που αυτό συνεπάγεται και υπαγόμενο σε υποχρεωτικούς κανόνες δεοντολογίας ως προς τη διευθέτηση καθυστέρησης των οφειλών, αλλά και τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, δεν προέβη ούτε σε κατάλληλη επικοινωνία για την εξεύρεση ρύθμισης, ούτε σε κατάλληλη πρόταση οριστικής διευθέτησης και απέρριψε χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της εταιρείας, αλλά και των μετόχων και των εγγυητών με την προσωπική τους περιουσία, μη τηρώντας καν τον Κώδικα Δεοντολογίας και ενεργώντας καταχρηστικά κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών.
Ισχυρίζεται, περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι οι αρνητικές απαντήσεις της αναιρεσίβλητης επί των τελευταίων αιτημάτων της είναι προϊόν εξέτασης αυτών είναι εσφαλμένη, καθώς και από μία απλή ανάγνωση αυτών δεν προκύπτει ούτε λεπτομερής εξέτασή τους, αλλά ούτε και ποιοι είναι οι λόγοι άρνησής της σε αυτά.
Ότι πολύ περισσότερο, όπως προκύπτει και από τα αποδεικτικά έγγραφα, η αναιρεσίβλητη περιορίστηκε να απαντήσει μόνο σε δύο εξ αυτών και όχι σε όλα. Ότι περαιτέρω, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι "... δεν δικαιολογείται εξ αυτών των περιστατικών η χωρίς νόμιμο δικαίωμα παρακράτηση εκ μέρους της εναγομένης του επίδικου εξοπλισμού μετά τη λήξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, επί της οποίας στήριξε την κατοχή της...", ομοίως είναι πλημμελής και εσφαλμένη, σύμφωνα και με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και ιδίως της σχετικής επιστολής της γερμανικής εταιρείας, καθώς υπήρχε και υπάρχει αντικειμενική αδυναμία φυσικής παράδοσης αυτού, πέραν του γεγονότος ότι είναι το βασικό εργαλείο της δουλειάς της.
Ο λόγος αυτός, κατ' αρχήν υπό την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι κατέληξε στην απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Ως προς την επικαλούμενη από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της απόφασής του, που παραδεκτά επισκοπείται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό επιστολές της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, αλλά και τις αναφερόμενες απαντητικές επιστολές της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, τις συνεκτίμησε ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ με τα λοιπά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Όσον αφορά, τέλος, την επικαλούμενη από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των εκτιθέμενων στο λόγο αυτό επιστολών της αναιρεσείουσας και των απαντητικών επιστολών της αναιρεσίβλητης, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν και το διαφορετικό περιεχόμενο που το Εφετείο δέχθηκε ότι έχουν τα έγγραφα αυτά.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι υπό τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό περιστατικά, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, ώστε να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2021 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΑΡΙΑΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ" για αναίρεση της 54/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου