Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague legal uncertainty and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a First Instance judgment regarding a pension dispute. The court found the appeal inadmissible because the appellant's arguments regarding legal uncertainty were vague and failed to specify the exact legal relationship or the nature of the parties' concessions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds for legal uncertainty are not clearly and specifically defined, nor if the mutual concessions of the parties are adequately described in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1567 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1567/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου …, 4α) Π. Β. του Α., χήρας Ι. Δ., κατοίκου …, 4β) Α. Δ.-Κ. του Ι., κατοίκου …, 4γ) Α. Δ. του Ι., κατοίκου …, 4δ) Α. Δ. του Ι., κατοίκου …, ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 9-9-2019 Ι. Δ. του Α. (σύμφωνα με την από 11/9/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης καθώς και με το 32879/13-9-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών), οι οποίοι δηλώνουν την βίαιη διακοπή και την συνέχιση της δίκης, 5) Η. Κ. του Ι., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε, 6) Θ. Μ. του Θ., κατοίκου …, 7) Χ. Μ. του Κ., κατοίκου …, 8) Π. Τ. του Α., κατοίκου …, 9) Β. Κ. του Κ., κατοίκου …, και 10) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου …, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτιου Κωτσή, που κατέθεσε προτάσεις, εκτός του με α/α 10, Κ. Κ., που δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία " Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1465/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 176/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 36/1997).
Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον, όμως, ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση - αίτηση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (Ολ.ΑΠ 4/1994, ΑΠ 516/2020, ΑΠ1515/2018), κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρ. 104 εδ.
β` ΚΠολΔ). Αν όμως την επισπεύδει ο ομόδικός του ή ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β` του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β` της παρ. 3 του ως άνω άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/20-3-2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, (η οποία υπάρχει στη δίκη, όπως η προκείμενη, με αντικείμενο καταβολή συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής κατά το άρθρο 57 παρ.3 του ν.2084/1992 στους ενάγοντες), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 14-6-2019 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικές διαφορές) 176/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον αναιρεσείοντα Ι.
Δ. (4ο), ο οποίος απεβίωσε στις 9-9-2019, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, συνεχίζεται νομίμως από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Π. Β. του Α., σύζυγό του και τους Α. Δ. -Κ., Α. Δ. και Α. Δ., τέκνα του, οι οποίοι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Φώτιου Κώτση με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά και με τις κατατεθείσες προτάσεις τους γνωστοποίησαν το θάνατο του ανωτέρω και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι αυτού.(βλ.ληξιαρχική πράξη θανάτου από 11-9-2019 της ληξιάρχου Καλαμαριάς Θεσ/νίκης, πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών 32879/13-9-2019 Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, 10344/29-1-2021 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών, το 4357/13-12-2021 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης και 2109/27-1-2021 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης περί μη αποποίησης κληρονομίας).
Περαιτέρω, τη συζήτηση της υπόθεσης για την ορισθείσα στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2-2-2021 επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, με επιμέλεια των οποίων νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Φώτιου Κώτση στον παρακάτω αναφερόμενο δικαστικό επιμελητή προς επίδοση στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο (βλ.
προσκομιζόμενη από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες υπ` αριθμ. 9143Β'/14-7-2020 έκθεση επιδόσεως του Ηλία Παπαδημητρίου δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οι εκ των αναιρεσειόντων Η.
Κ. (5ος) και Κ. Κ. (10ος) δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ εμφανίσθηκαν και εκπροσωπήθηκαν οι λοιποί αναιρεσείοντες και οι συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμοι του τέταρτου Ι. Δ. δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Φώτιου Κώτση και το αναιρεσίβλητο.
Όμως, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι ανωτέρω απολειπόμενοι, πέμπτος και δέκατος αναιρεσείοντες, είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον ανωτέρω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ.3 ΚΠολΔ.
σχετικά με την επίσπευση της υπόθεσης και για τους οποίους ούτε άλλωστε ο ανωτέρω δικηγόρος επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αντίστοιχα πληρεξούσια, από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτός έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων. Ούτε από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες αυτοί έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους παριστάμενους, ομοδίκους, αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από το αναιρεσίβλητο...
Επομένως, για τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες, (5ο και 10ο), απλούς ομοδίκους με τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους, πρέπει, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β` ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β` προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως και να διαταχθεί χωρισμός της υποθέσεως και η συζήτησή της ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως παρίστανται.
Μετά ταύτα, ως προς τους νομίμως εκπροσωπούμενους από τον ανωτέρω δικηγόρο και παριστάμενους αναιρεσείοντες, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αναιρεσιβαλλομένης 176/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).
Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών, και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.
Δ/τος 4020/1959, 2 και 5 Ν.3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους, αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (ΑΠ 72/2016, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015, ΑΠ 803/2014, ΑΠ 376/2012).
Κατά τη κατάρτιση του συμβιβασμού η συνδρομή των αμοιβαίων υποχωρήσεων δεν λαμβάνεται υπό στενή τεχνική έννοια, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Συνακόλουθα, η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους (ΑΠ 937/2006). Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με τον συμβιβασμό.
Επομένως, δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με τη προβολή της γνησίας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (ΑΠ 942/2020, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 990/2007). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 160) ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Ταμείου.
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχομένων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου".
Κατ` εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η υπ` αριθμό Φ. 80000/30226/1366/14.1.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 27), με την οποία το αναιρεσίβλητο ταμείο, που αρχικά είχε συσταθεί με τις από 29.10.1926 και 6.4.1927 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ως αυτοτελής και αυτόνομος οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του καταστατικού του και στη συνέχεια, μετά την έκδοση του Ν.
Δ/τος 2626/1953, λειτουργούσε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και συνεχίσθηκε η δραστηριότητά του, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζομένους σε αυτό. Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση εγκρίθηκε η εκπονηθείσα τον Δεκέμβριο του 2003 αναλογιστική μελέτη και το Καταστατικό του νέου φορέα.
Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 του εγκριθέντος κατά τα ανωτέρω Καταστατικού διατηρήθηκε η ιδία επωνυμία του αναιρεσίβλητου Ταμείου "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" και ορίσθηκε ότι σκοπός του είναι η ασφάλιση των μελών του στην περίπτωση αποχωρήσεώς τους από την Υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την καταβολή εφάπαξ παροχής, με τη διάταξη του άρθρου 2 ορίσθηκε ότι μέλη του Ταμείου είναι,ι μεταξύ άλλων, και όλοι όσοι παρέχουν τις υπηρεσίες του στη Τράπεζα με σχέση εξηρτημένης εργασίας και με τη διάταξη του άρθρου 7 καθορίσθηκε ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής τόσο για τους πριν την 1.1.1993, όσο και για τους μετά την 1.1.1993 υπαχθέντες στην κοινωνική ασφάλιση.
Με την μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του εν λόγω Καταστατικού ορίσθηκε ότι ασφαλισμένοι του Ταμείου Αυτασφαλείας του Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή του πρώην Ταμείου Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και ...., οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1.1.1993 και εισέπραξαν από το οικείο Ταμείο την κατά τον Κανονισμό του δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92 όπως ίσχυαν, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του ΔΣ του Ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002.
Από την μεταβατικής ισχύος ως άνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 4 του Κανονισμού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, στην οποία μάλιστα ως προς το ύψος της χορηγουμένης από αυτό συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (σε ήδη αποχωρήσαντες μετά την 1.1.1993 και λαβόντες μειωμένη εφάπαξ παροχή κατά το μέτρο του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ασφαλισμένους του) γίνεται ρητή μνεία των περιορισμών του τελευταίου εδαφίου της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, που αφορά τη διασφάλιση της αναλογιστικής ισορροπίας (βιωσιμότητας) κάθε ταμείου, συνάγεται, ενόψει και της διατύπωσης αυτής, ότι οι εν λόγω ασφαλισμένοι "δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του ΔΣ του ταμείου", ότι η κατά τα άνω συμπληρωματική παροχή δεν ήταν υποχρεωτική για το αναιρεσίβλητο Ταμείο, ούτε η σχετική ρύθμιση εμποδίζει την κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού κατ` άρθρο 871 του ΑΚ με αντικείμενο την άμεση καταβολή της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής και την αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης για τους ασφαλισμένους με αντίστοιχη παραίτηση αυτών από τις αξιώσεις προς λήψη της περαιτέρω διαφοράς στην εφάπαξ αποζημίωση με βάση τις προηγούμενες ρυθμίσεις του Κανονισμού του Ταμείου, χωρίς δηλαδή τους περιορισμούς της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/2002, αφού μάλιστα κατά το χρόνο θέσης σε ισχύ του εν λόγω Κανονισμού (2004) δεν είχαν εκδοθεί οι υπ` αριθ. 3, 4 και 7/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που έκριναν το ζήτημα της συνταγματικότητας της ρύθμισης του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992.
Συνακόλουθα, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του Κανονισμού του Ταμείου ουδόλως κωλύει τη λήψη απόφασης από το ΔΣ του αναιρεσίβλητου Ταμείου για τη ρύθμιση των σχετικών λεπτομερειών για την καταβολή της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής, όπως την υπογραφή εκ μέρους των αιτούντων τη λήψη της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής ομοιομόρφων δηλώσεων παραίτησης από τις περαιτέρω αξιώσεις τους, προκειμένου να εκταμιευθεί άμεσα το ποσό της εν λόγω συμπληρωματικής παροχής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι κατά τα λοιπά συνέτρεχαν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη κατάρτιση εξωδίκου συμβιβασμού.(ΑΠ669/2016).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1420/2013).
3.Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ561 αρ.2) δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα :Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, όπως δεν αμφισβητείται, τυγχάνουν δικαιούχοι εφάπαξ βοηθήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ταμείου, ως συνταξιούχοι υπάλληλοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", που είχαν θεμελιώσει το σχετικό δικαίωμα..
Ότι κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, με τις οποίες καθορίσθηκε ανώτατο όριο στο εφάπαξ βοήθημα, έλαβαν μέρος του ποσού που δικαιούνταν με βάση το μηνιαίο ασφαλιστικό μισθό κάθε υπαλλήλου και το χρόνο ασφάλισής του. Ότι στη συνέχεια οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, σε εκτέλεση αποφάσεων του ΔΣ του εναγομένου, έλαβαν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6§20 του Ν. 3029/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3232/2004, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 14 §4 του εγκριθέντος με την ΚΥΑ 80000/30226/1366/2004 νέου καταστατικού του εναγομένου, με το οποίο δόθηκε η δυνατότητα σε αποχωρήσαντες από την υπηρεσία μετά την 1-1-1993 υπαλλήλους, που κατά τα άνω έλαβαν μειωμένη αποζημίωση, να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή προς εξίσωση των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των ασφαλισμένων, που αποχώρησαν υπό την ισχύ του παλαιού καταστατικού του εναγομένου, και αυτών, που αποχώρησαν μετά την ισχύ του νέου καταστατικού και έλαβαν υψηλότερη εφάπαξ παροχή, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 αυτού.
Ότι, ειδικότερα, οι ενάγοντες έλαβαν για την ανωτέρω αιτία συμπληρωματικά 13.517,44 € ο δεύτερος, 8.751,56 € ο τρίτος, 23.529,91 € ο τέταρτος,10.477,77 ο πέμπτος, 3.407,65 € ο έκτος, 21.111,45 € ο έβδομος, 29.991,48 € ο όγδοος, 14.430,71 € ο ένατος, και 19.456,01 € ο ενδέκατος. Ότι το εναγόμενο ζήτησε, από τους ενάγοντες (αλλά και από κάθε αποχωρήσαντα πριν την ισχύ του νέου καταστατικού ασφαλισμένο, που έλαβε μειωμένη εφάπαξ παροχή) να δηλώσουν εγγράφως ότι με τη συμπληρωματική καταβολή ικανοποιείται πλήρως κάθε αξίωσή τους κατ' αυτού για εφάπαξ παροχή στηριζόμενη στην εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 2084/1992 και ότι παραιτούνται από κάθε συναφή απαίτηση.
Ότι το εναγόμενο με την από 17-2-2004 ανακοίνωσή του απευθύνθηκε στους ασφαλισμένους του, που είχαν συνταξιοδοτηθεί κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1993 έως το έτος 2004, προτείνοντάς τους τη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς υπό τους ανωτέρω όρους και προϋποθέσεις .Ότι οι ενάγοντες, αποδεχόμενοι την προς αυτούς πρόταση, υπέβαλαν αίτηση για λήψη του συμπληρωματικού ποσού και υπέγραψαν ο καθένας ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία δήλωναν ότι αποδέχονται να λάβουν τη διαφορά, όπως είχε προσδιοριστεί με την παραπάνω απόφαση, ότι ενόψει της καταβολής της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής ικανοποιείται πλήρως κάθε δικαίωμά τους για εφάπαξ παροχή ή αποζημίωση και κάθε σχετική αξίωσή τους κατά του ταμείου και, ως εκ τούτου, δεν διατηρούν καμία αξίωση κατ' αυτού εξαιτίας ή εξ αφορμής της εφαρμογής (ή μη) των διατάξεων του άρθρου 57 Ν. 2084/1982, υποσχόμενοι να παραιτηθούν και από κάθε ασκηθείσα αγωγή ή προσφυγή και γενικά δικαστική επιδίωξη για την είσπραξη της παραπάνω απαίτησης τους (βλ.
τα από 19-2-2004, 26-11-2004, 19-2-2004, 11-3-2004, 10-2-2004, 17-9-2004, 10-8-2004, 26-3-2004, 26-7-2004, 21-9-2004 και 19-4-2004 ιδιωτικά συμφωνητικά). Ότι κατόπιν αυτών το εναγόμενο κατέβαλε στους ενάγοντες ως συμπληρωματική εφάπαξ παροχή τα προαναφερόμενα ποσά, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να λάβουν από το εναγόμενο ως εφάπαξ παροχή λόγω της αποχώρησής τους από την εργασία τους τα ανωτέρω ποσά ο καθένας, τα οποία υπολείπονταν των ποσών που δικαιούταν να εισπράξει χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 περί καθορισμού ανώτατου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα.
Ότι κατά το χρόνο που καταρτίστηκαν οι ως άνω συμβιβαστικές συμφωνίες υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα σχετικά με τη βασιμότητα της ένδικης αξίωσης των εναγόντων και συγκεκριμένα σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 57§3 του Ν. 2084/1992 και της περαιτέρω εφαρμογής της ή μη κατά την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης από το εναγόμενο, δεδομένου ότι είχαν εκδοθεί αντίθετες ως προς το ζήτημα αυτό αποφάσεις τόσο από τα διοικητικά όσο και τα πολιτικά δικαστήρια.
Συγκεκριμένα, κατά το χρόνο που είχε δημοσιευθεί η προαναφερόμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου (28-1-2004), με την οποία το τελευταίο πρότεινε την παραπάνω συμπληρωματική καταβολή υπό τους παραπάνω όρους, είχαν ήδη δημοσιευθεί, μεταξύ άλλων, η ΑΠ 1159/2001 απόφαση, που έκρινε ότι η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, και η ΑΠ 521/2003 απόφαση, που έκρινε ότι η ίδια διάταξη αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22§1 του Συντάγματος και, συνεπώς, είναι ανεφάρμοστη, ταυτόχρονα όμως παρέπεμψε το ζήτημα στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η ΑΠ 8/2004 απόφαση της τακτικής Ολομέλειας, η οποία έκρινε με πλειοψηφία μιας ψήφου ότι το εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και συνεπώς είναι αντισυνταγματική (αφού παραβιάζεται η αρχή της ισότητας) η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου σ' αυτό. Ενόψει του ότι υπήρχε ισχυρή μειοψηφία που υποστήριξε το αντίθετο, παραπέμφθηκε το ζήτημα στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οπότε στις 10-3-2005 εκδόθηκε η Ολ ΑΠ 17/2005 απόφαση, η οποία έκρινε αντισυνταγματική την ως άνω διάταξη.
Παράλληλα, από το Συμβούλιο της Επικρατείας (αλλά και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατώτερου και ανώτερου βαθμού) είχαν εκδοθεί αποφάσεις με αντίθετη άποψη. Συγκεκριμένα, κατόπιν παραπομπής του ζητήματος προς κρίση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδόθηκαν οι 1282, 1283 και 1284/2006 αποφάσεις της Ολομέλειας του, με τις οποίες κρίθηκε συνταγματική η ίδια διάταξη.
Ακολούθως, το θέμα παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ, το οποίο, επιλύοντας την αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των παραπάνω ανωτάτων δικαστηρίων, έκρινε με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του κατά πλειοψηφία αντισυνταγματική την ως άνω κρίσιμη διάταξη. Με βάση τα προαναφερόμενα, ο ως άνω συμβιβασμός είναι έγκυρος, διότι με τη συμφωνία που περιέχει λύθηκε σοβαρή και όχι προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, με συνέπεια να επιλυθεί οριστικά με αμοιβαίες υποχωρήσεις η διαφορά μεταξύ των εναγόντων ως ληπτών του εφάπαξ βοηθήματος -δανειστών και του εναγομένου υπόχρεου προς καταβολή του - οφειλέτη και η ένδικη αξίωση των εναγόντων για καταβολή του υπερβάλλοντος ποσού να έχει αποσβεσθεί.
Η σοβαρή αβεβαιότητα αναφερόταν στη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, ενώ οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των διαδίκων συνίστανται για μεν τους ενάγοντες στο ότι συμφώνησαν να λάβουν μέρος του όλου εφάπαξ, κατά πολύ, όμως, ανώτερο από το ποσό που είχε αρχικά υπολογιστεί με το πλαφόν της ως άνω διάταξης, το δε εναγόμενο κατέβαλε μέρος μόνο αυτού, το οποίο ωστόσο υπερέβαινε κατά πολύ το όριο με το συμβιβασμό αυτό να αποδυθούν σε δικαστικό αγώνα (η συζήτηση των ένδικων βοηθημάτων των εναγόντων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ματαιώθηκε είτε στον πρώτο βαθμό είτε στους επόμενους βαθμούς δικαιοδοσίας), που κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αβέβαιης διάρκειας και έκβασης (βλ. ad hoc ΑΠ 493/2016, 494/2016 Β1 πολιτικό τμήμα, για την εγκυρότητα του συμβιβασμού).
Με τα περιστατικά αυτά το δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε αυτήν κατά παραδοχή και ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης εξώδικου συμβιβασμού . 4. Με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως έγκυρη την κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με περιεχόμενο παραίτηση από δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης της εργατικής νομοθεσίας.
Όμως σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως είναι επιτρεπτή η κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με αντικείμενο δικαιώματα του εργαζομένου που απορρέουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της εργατικής νομοθεσίας, υπό τον όρο συνδρομής των προαναφερθεισών προϋποθέσεων της σοβαρής αμφισβήτησης ή αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη ή το εύρος αυτών και της επίλυσης της διαφοράς με αμοιβαίες υποχωρήσεις προς αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, προϋποθέσεις των οποίων τη συνδρομή δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του.
Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και στη συνέχεια εφήρμοσε τις διατάξεις περί συμβιβασμού στις επίδικες εργατικές αξιώσεις. Επομένως, ο από το άρθρο 560 αρ.1 α του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δέχθηκε την κατάρτιση σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, ενώ επρόκειτο περί άκυρης παραίτησης των αναιρεσειόντων από τη λήψη μέρους της εφάπαξ παροχής τους, που τους επιβλήθηκε μονομερώς από το αναιρεσίβλητο ταμείο με την υποχρέωση αυτών να προσχωρήσουν σε προδιατυπωμένες και ομοιόμορφες δηλώσεις παραίτησης σε σύντομο διάστημα προκειμένου να λάβουν την συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, και μάλιστα κατά παράβαση του άρθρου 14 παρ. 4 του εγκριθέντος ως άνω Καταστατικού του αναιρεσιβλήτου Ταμείου, αφού τοιαύτη παραίτηση δεν προβλεπόταν στην πιο πάνω ρύθμιση, τις οποίες δηλώσεις αυτοί υπέγραψαν προκειμένου να λάβουν τη συμπληρωματική εφάπαξ παροχή προς αντιμετώπιση των οικογενειακών και προσωπικών τους αναγκών και ενώ είχαν, κατά το χρόνο υπογραφής των πιο πάνω εγγράφων παραιτήσεων, αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με την συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 και αγνοώντας με ευθύνη των υπαλλήλων του ταμείου την έκδοση δικαστικών αποφάσεων υπέρ των απόψεών τους, όπως την υπ` αριθ. 17/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου.
Οι επικαλούμενες στον ανωτέρω δεύτερο λόγο ως άνω πλημμέλειες που αναφέρονται στις, κατά τους αναιρεσείοντες, συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκαν οι ως άνω δηλώσεις παραίτησης από τη λήψη των περαιτέρω διαφορών για την από αυτούς λήψη της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης συμβιβασμού και όχι "πράγματα" και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, παραλλήλως δε, κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού, ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτό προσάπτεται η παράβαση του άρθρου 14 παρ. 4 του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά τα ήδη αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. 5..Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ. 1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διάταξη προς την οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται εκείνη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατ` αποφάσεως πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ` αποφάσεως ειρηνοδικείου, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ή της ενστάσεως ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής ή της ενστάσεως, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής, ή με την ένσταση.
Οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπονται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ ως λόγοι αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ` αποφάσεως Ειρηνοδικείου και με την έννοια αυτή, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (.ΑΠ167/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ.5 του άρθρου 560ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με επίκληση ότι η προταθείσα ένσταση περί εξώδικου συμβιβασμού ήταν αόριστη διότι δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η υπάρχουσα αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, ούτε σε τι αφορούσε αυτή, ούτε των αμοιβαίων υποχωρήσεων των μερών κατά την κατάρτιση των σχετικών συμφωνητικών παραίτησης καθώς και σε τι συνίσταντο οι υποχωρήσεις αυτές, κατά παράβαση των άρθρων 11 παρ.2, 118 παρ.4 και 216ΚΠολΔ.Από την παραδεκτή επισκόπηση των υποβληθεισών προτάσεων του εφεσιβλήτου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι ο τελευταίος πρότεινε ισχυρισμό περί εξωδίκου συμβιβασμού παραδεκτά το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης αποδεικνυόμενο εγγράφως, χωρίς να μεταβάλλεται με αυτόν η βάση της αγωγής και αποδεικνύεται εγγράφως(ΚΠολΔ 527 αρ.1 και 269 αρ.2γ, όπως ίσχυε πριν από το ν4335/2015).
Ειδικότερα με τις προτάσεις του το εφεσίβλητο αναφέρεται στην αβεβαιότητα της ύπαρξης της απαίτησης των εναγόντων εκκαλούντων λόγω της αμφισβήτησης της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 57 αρ.3 του ν.2084/1992, ότι αυτοί με πλήρη γνώση των νομικών και οικονομικών συνεπειών εισέπραξαν ένα σημαντικό ποσό συμπληρωματικής παροχής σε σχέση με το ισχύον νομικό καθεστώς κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνητικών και προς αποφυγή όλων των ενεργειών, που θα οδηγούσε σε μακροχρόνια και αμφιβόλου αποτελέσματος διαδικασία, επέλεξαν να προβούν σε συμβιβαστική επίλυση των οικονομικών διαφορών τους με το ίδιο, λαμβάνοντας ένα ικανό ποσό έκαστος και παραιτούμενοι από το δικαίωμα που ασκούν με την ένδικη αγωγή τους ..Ο ανωτέρω τρίτος λόγος της αιτήσεως, αναφέρεται σε ποσοτική αοριστία του σχετικού ισχυρισμού, η οποία ελέγχεται, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, από τον αρ.14 του άρθρου 559ΚΠολΔ, παράβαση όμως που δεν ρυθμίζεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ επί αποφάσεων Πρωτοδικείων που έχουν εκδοθεί επί εφέσεων επί αποφάσεων Ειρηνοδικείων.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, που αφορά σε ποσοτική αοριστία της ενστάσεως και ελέγχεται από τον αρ.14 του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. 6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που παρίστανται στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-6-2019 αίτησης περί αναιρέσεως της 176/2019 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους Η. Κ. και Κ. Κ. (5ο και 10ο αντίστοιχα των αναιρεσειόντων) . Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους ανωτέρω από τους αναιρεσείοντες και την συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 176/2019 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες που παρίστανται στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ