1567/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1567/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου η άσκηση της αγωγής κατά το άρθρο 215 § 1 ΚΠολΔ γίνεται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, σκοπός δε της ασκήσεώς της είναι η διακοπή της παραγραφής της αξιώσεως, εάν αυτή έχει αρχίσει, οπότε, αν η άσκηση αυτή (κατάθεση και επίδοση) συντελεσθεί πριν από την έναρξή της στις σύντομες παραγραφές, δηλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1567 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1567/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ... Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Δάρα. Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "…....", που εδρεύει κατά το καταστατικό της ..., εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον Ι. Ι., κάτοικο ... και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζούρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3245/2013 μη οριστική, 3802/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 101/2014 και 539/2015 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 26-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 289 αρ. 3 και 291 του Κ.Ι.Ν.Δ. (Ν.3816/1958) συνάγεται ότι σε ετήσια παραγραφή υπόκεινται, μεταξύ άλλων, οι αξιώσεις που προέρχονται από τη χορήγηση υλικών ή τροφίμων και από την εκτέλεση εργασιών για τη ναυπήγηση, επισκευή, εξοπλισμό ή εφοδιασμό του πλοίου, η δε παραγραφή των αξιώσεων αυτών αρχίζει μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία αυτής, δηλ.
από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 251 και 253 του ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, στις περιπτώσεις όμως των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η πιο πάνω, από το άρθρο 251 οριζόμενη, αφετηρία αυτής.
Περαιτέρω το άρθρο 261 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 ν.4139/2013 (ΦΕΚ τ.Α'74/20-3-2013), ορίζει: "1.Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ'άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει τη συζήτηση. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής.
Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο.
Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ. οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχής της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔ 293), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (ΚΠολΔ 294-297), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.
Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.
Εξάλλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ' αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος εφέσεως εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ν. 4139/2013, προβλέποντας ότι το άρθρο 261 ΑΚ εφαρμόζεται σε όλες τις δίκες για τις οποίες δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση, επιτρέπει την άσκηση εφέσεως από το διάδικο του οποίου η αξίωση κρίθηκε πρωτοδίκως παραγεγραμμένη, να επικαλεσθεί ως λόγο εφέσεως την "εσφαλμένη" υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις του νέου άρθρου 261 ΑΚ (ΑΠ 148/2017).
Εξάλλου η άσκηση της αγωγής κατά το άρθρο 215 § 1 ΚΠολΔ γίνεται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, σκοπός δε της ασκήσεώς της είναι η διακοπή της παραγραφής της αξιώσεως, εάν αυτή έχει αρχίσει, οπότε, αν η άσκηση αυτή (κατάθεση και επίδοση) συντελεσθεί πριν από την έναρξή της στις σύντομες παραγραφές, δηλ.
πριν από την 1η Ιανουαρίου του επομένου της ως άνω αφετηρίας έτους, το αποτέλεσμα αυτό (η διακοπή) θα επέλθει λογικά όταν κατά το νόμο θα αρχίζει η παραγραφή, ήτοι την 1η Ιανουαρίου του συγκεκριμένου έτους, αφού αυτό ακριβώς επιδιώκει ο ενάγων με την άσκηση της αγωγής. Δεν είναι δε νοητό να συμβαίνει το αντίθετο, δηλ.
να μη διακόπτεται η παραγραφή, ή ακριβέστερα να μην αρχίζει αυτή, και να ματαιώνεται κατ' αυτόν τον τρόπο η ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντος, ο οποίος μερίμνησε ώστε να ασκήσει εγκαίρως τη σχετική αγωγή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Δυνάμει σύμβασης πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στον Πειραιά το Μάρτιο του 2010, η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα), εταιρεία εμπορίας προϊόντων ξύλου, ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει την εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία, πλοιοκτήτρια της υπό σημαία Ηνωμένου Βασιλείου θαλαμηγού " ...",....με τις αναφερόμενες στα επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια ποσότητες ξυλείας, έναντι συνολικού τιμήματος 171.427,48 ευρώ, προκειμένου να διενεργηθούν εργασίες επισκευής και ανακαίνισης στην ως άνω θαλαμηγό.
Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, παραδόθηκαν οι συμφωνηθείσες ποσότητες ξυλείας στο προαναφερθέν πλοίο της εναγομένης, που ναυλοχούσε αρχικά στο ναυπηγείο ... στο ... και εν συνεχεία στη μαρίνα ..., κατά το χρονικό διάστημα από 15-3-2010 έως 8-9-2011, εκδοθέντων από την ενάγουσα και των αντιστοίχων τιμολογίων-δελτίων αποστολής, η εξόφληση των οποίων συμφωνήθηκε ότι έπρεπε να γίνει εντός εξήντα (60) ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου.
Η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή για καταβολή του υπολοίπου τιμήματος, με κατάθεση στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επίδοση στην εναγομένη, στις 30-12-2011, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 244Δ/30-12-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Α. Α.. Πλην όμως, η παραγραφή της ανωτέρω αξίωσης, η οποία άρχισε μόλις έληξε το έτος στο οποίο συνέπεσε η αφετηρία αυτής, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 291 εδ.
α του ΚΙΝΔ, ήτοι την 1η-1ου-2012, συμπληρώθηκε στις 31-12-2012, εφόσον το διακοπτικό γεγονός, το οποίο, κατ' αντένσταση, παραδεκτώς προέβαλε η ενάγουσα με την αντίκρουση των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δεν έχει έννομες συνέπειες, γιατί πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη της παραγραφής (...).
Ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά παράβαση του συζητητικού συστήματος, δέχθηκε ότι η άσκηση της αγωγής πριν από την έναρξη της παραγραφής δεν επέφερε έννομες συνέπειες, αν και η εναγομένη με την ένσταση παραγραφής που προέβαλε επικαλέστηκε μόνο τη μη νόμιμη επίδοση της αγωγής και των κλήσεων.
Πλην όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εδέχθη κάτι περαιτέρω, κατά παράβαση του άρθρου 106 ΚΠολΔ, αλλά κρίνοντας το παραδεκτό και νόμω βάσιμο της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, που προέβαλε η ενάγουσα, έκρινε ορθώς ότι η αντένσταση είναι νόμω αβάσιμη, για τον προαναφερθέντα λόγο. Η επιμέλεια δε που η ενάγουσα επέδειξε στην άσκηση της αγωγής πριν την έναρξη της παραγραφής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερκεράσει το γεγονός ότι η αγωγή δεν θα μπορούσε να επιφέρει διακοπή της παραγραφής, εφόσον η τελευταία δεν είχε καν αρχίσει, χωρίς, εκ του λόγου αυτού, να παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένως θεώρησε ως ανεπαρκή για διακοπή της αρξαμένης την 1η-1ου-2012 παραγραφής την κατάθεση της από 21-12-2012 κλήσης που πραγματοποιήθηκε εντός του 2012 και απαίτησε επιπλέον και επίδοση αυτής. Όπως, όμως, προκύπτει απ' την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 261 του Α.Κ., η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση αγωγής και όχι με την ενέργεια άλλων διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων ή του δικαστηρίου, μετά τις οποίες (πριν την τροποποίηση του άρθρου 261 με τη διάταξη του άρθρου 101 §1 του v. 4139/2013, ΦΕΚ A' 74/20-3-2013) άρχιζε και πάλι η παραγραφή (κατά το χρόνο της επιδικίας), με την προϋπόθεση όμως ότι είχε προηγηθεί διακοπή με την έγερση της αγωγής.
Ως προς τον τελευταίο λόγο της έφεσης, ότι εσφαλμένως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να ελέγξει άλλους, πλην των προταθέντων από την ίδια την εκκαλούσα, λόγους διακοπής της παραγραφής, οι οποίοι προέκυπταν από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, γιατί, για την πληρότητα της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δεν αρκεί μόνο η έκθεση γεγονότων που γίνεται προς θεμελίωση άλλης ένστασης ή άλλου ισχυρισμού, αλλά απαιτείται και αίτημα απόρριψης της ένστασης παραγραφής λόγω διακοπής και μη συμπλήρωσης αυτής, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε, όπως προκύπτει από την αντίκρουση των προτάσεων της ενάγουσας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την αγωγή της, κατ' αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής, που προβάλει η εναγομένη, ενώ είχε απορρίψει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που προέβαλε προς αντίκρουση αυτής η ενάγουσα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε με την εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 289 αρ. 3 και 291 του Κ.Ι.Ν.Δ., και με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 ν.4139/2013, της οποίας συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, δεδομένου ότι ρητά η παρ.3 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι η παρ.1, όπως αντικαταστάθηκε, έχει εφαρμογή και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, και την οποία όφειλε το Εφετείο να εφαρμόσει λόγω προβολής σχετικού λόγου εφέσεως περί διακοπής της παραγραφής.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η άσκηση της αγωγής συντελέστηκε με την επίδοση αντιγράφου της στην εναγομένη στις 30-12-2011, δεν δέχεται ότι η αγωγή αυτή είχε σκοπό να διακόψει την παραγραφή της αξιώσεως, η οποία και δεν άρχισε καν την 1-1-2012, ούτε και μεταγενέστερα εφόσον δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση.
Εντεύθεν, απορρίπτοντας τον υποβληθέντα σχετικό λόγο εφέσεως, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, τούτων: πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια αυτού του λόγου καλύπτει το σύνολο της αποφάσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 539/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ