Legislator Case Law & Legislation
1567/2017 AI generated

1567/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1567/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1567/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
lack of signature offeror fraudulent acquisition power of attorney terms of sale consignor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1567 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1567/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσώνη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κούρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-9-2009 και 25-1-2010 ανακοπές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1942/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 22-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 211 επ. ΑΚ, καθώς επίσης ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (πρώτος) από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, για ακύρωση των επίδικων διαταγών πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 1942/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της καθ’ ής οι ανακοπές και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 392/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτές τις ανακοπές της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των προσβαλλόμενων με αυτές διαταγών πληρωμής, ακυρώνοντας ακολούθως τις τελευταίες.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων.

Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που κατά παράβαση του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ. δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό της έτσι ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο που ελέγχεται με τον παρόντα λόγο (Ολ. ΑΠ 10/97, ΑΠ 412/99). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ.

α’ , 632 παρ.1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφ όσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔικ να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔικ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

ΑΠ 10/1997). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔικ. για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε 447 ιδίου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔικ.

Έτσι είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια - δελτία αποστολής εμπορευμάτων, μόνο αν τα έγγραφα αυτά φέρουν την υπογραφή του αγοραστή κατά τρόπο που να αποδέχεται την οφειλή του. Στην περίπτωση δε κατά την οποία έχει υπογράψει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), κάτω από την δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων, τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου αγοραστή, κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως τούτου, απαιτείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής η εντολή και πληρεξουσιότητα αυτή να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος αγοραστής δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βούλησης του για αντιπροσωπευτική διάθεση (ΑΠ 682/2015, 1608/2014, 1480/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με τις ένδικες ανακοπές της κατά των υπ’ αριθμ. .../2009 και ...2010 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξέδωσε εις βάρος της η αναιρεσίβλητη, επίσης βάσει των αναφερόμενων στην αίτηση της τιμολογίων-δελτίων αποστολής εμπορευμάτων, που εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη ως πωλήτρια στο όνομα της αναιρεσείουσας ως αγοράστριας και τα οποία, κατά τις διαταγές πληρωμής, υπέγραψαν στη θέση του παραλήπτη, κατ’ εντολήν του νομίμου εκπροσώπου της ως αγοράστριας, οι εντεταλμένοι και προστηθέντες απ’ αυτήν υπάλληλοι της, οι οποίοι και παρέλαβαν τα εμπορεύματα αυτά (είδη τροφίμων) για λογαριασμό της (καθ’ ής η αίτηση), χωρίς να γίνεται αναφορά των ονομάτων των υπογραψάντων τα εν λόγω τιμολόγια φυσικών προσώπων, προέβαλε, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής της, ότι δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι τα εκδοθέντα τιμολόγια-δελτία αποστολής, με βάση τα οποία εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής, δεν υπογράφονται από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας (αγοράστριας), ως παραλήπτριας των εμπορευμάτων, αλλά από τρίτα πρόσωπα, μη νομίμως εξουσιοδοτημένα απ’ αυτήν για την παραλαβή τους και την υπογραφή απ’ αυτά των αντίστοιχων τιμολογίων, ώστε να μην αποδεικνύεται εγγράφως ότι δεσμεύεται για την καταβολή του αναφερομένου στα εν λόγω τιμολόγια τιμήματος.

Το Εφετείο, ερευνώντας τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τις ένδικες ανακοπές και ακύρωσε τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, κατά τα προαναφερόμενα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τις προσβαλλόμενες .../2009 και ...2010 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν, μετά τις από 12-3-2009 και 15-10-2010, σχετικές αιτήσεις της εκκαλούσας-καθ’ ής η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσας), αντίστοιχα, επιτάσσεται η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) να καταβάλει αφενός μεν, με την πρώτη εξ αυτών, το ποσό των 1.283.606,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, πλέον δικαστικών εξόδων, αφετέρου δε με τη δεύτερη εξ αυτών, το ποσό των 348.768,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, πλέον δικαστικών εξόδων, για απαίτηση που απορρέει από πώληση εμπορευμάτων της καθ’ ής η ανακοπή, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία και για την οποία απαίτηση εξέδωσε η καθ’ ής τα αναφερόμενα λεπτομερώς τιμολόγια-δελτία αποστολής.

Από τα έγγραφα όμως αυτά που προσκόμισε κατά την έκδοση των εν λόγω διαταγών πληρωμής (τιμολόγια-δελτία αποστολής), δεν αποδεικνύονται, όπως από το νόμο απαιτείται, οι απαιτήσεις για τις οποίες εκδόθηκαν αυτές. Ειδικότερα, αν και τα τιμολόγια και δελτία αποστολής δεν φέρουν την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας, αλλά τρίτων προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της καθ’ ής είχαν εξουσιοδοτηθεί από την ανακόπτουσα για την παραλαβή των εμπορευμάτων, δεν προσκομίσθηκε, μαζί με τις αιτήσεις, έγγραφο που να αποδεικνύει, την εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως απαιτείται.

Επομένως, δεν αποδεικνύεται από τα εν λόγω έγγραφα, η παραλαβή των εμπορευμάτων από την ανακόπτουσα και συνακόλουθα η αποδοχή εκ μέρους της, της προκύπτουσας απ’ αυτά οφειλής. Έτσι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη απαίτησης της καθ’ ής η ανακοπή και της δυνατότητας απόδειξης με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και συγκεκριμένα λόγω μη συνδρομής της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία αυτή εκδόθηκε.

Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος των ανακοπών, με τον οποίον η ανακόπτουσα προβάλλει την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, ισχυριζόμενη ότι τα τιμολόγια και τα δελτία αποστολής, με βάση τα οποία εκδόθηκαν οι εναντίον της διαταγές πληρωμής δεν αποδεικνύουν την εκ μέρους της παραλαβή των εμπορευμάτων, καθόσον δεν φέρουν την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, ούτε του εντεταλμένου για τις παραλαβές υπαλλήλου της και συνεπώς αρνείται τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων της εγκυρότητας έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής..., λαμβανομένου υπόψη ότι, παρά τα αντίθετα ισχυριζόμενα από την εκκαλούσα, η προϋπόθεση στην περίπτωση της υπογραφής των εγγράφων (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), κάτω από τη δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων από τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου αγοραστή, να αποδεικνύεται η εντολή και εξουσιοδότηση αυτού από δημόσιο έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο, επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση βουλήσεώς του για αντιπροσωπευτική διάθεση .....".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ανεξάρτητα από τον αν υφίσταται απαίτηση της αναιρεσίβλητης αγοράστριας, έναντι της αναιρεσείουσας πωλήτριας, εφόσον ως παραλήπτης των εμπορευμάτων και υπογραφέας των αντίστοιχων τιμολογίων-δελτίων αποστολής ενήργησε τρίτο πρόσωπο ως αντιπρόσωπος της αγοράστριας, χωρίς να υφίσταται προς τούτο έγγραφη πληρεξουσιότητα της τελευταίας, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται από τα εν λόγω έγγραφα (τιμολόγια-δελτία αποστολής) η παραλαβή των εμπορευμάτων από την αναιρεσίβλητη και συνακόλουθα η αποδοχή εκ μέρους της, της προκύπτουσας απ’ αυτά οφειλής, λόγω μη συνδρομής της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, εφόσον δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος στην εντολή και πληρεξουσιότητα που δόθηκε στους τρίτους που παρέλαβαν τα εμπορεύματα για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, οι εν λόγω διαταγές πληρωμής καθίστανται άκυρες λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου περί πωλήσεως διατάξεις και τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, με το να μην προβεί στην ουσιαστική έρευνα της εκτέλεσης των επίδικων συμβάσεων πωλήσεων και των σχετικών με αυτές ισχυρισμών της, βάσει των οποίων εκδόθηκαν τα επίμαχα τιμολόγια για την πώληση και παραλαβή από την αγοράστρια αναιρεσίβλητη πωληθέντων προς αυτήν εμπορευμάτων και την παραλαβή των παραστατικών που συνόδευαν αυτά (τιμολόγια-δελτία αποστολής), από τα οποία αποδεικνύεται η άνω απαίτηση της, η οποία ποτέ δεν αμφισβητήθηκε από την τελευταία, αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον προϋπόθεση της έρευνας των ανωτέρω περιστατικών και των προβληθέντων από την αναιρεσείουσα ισχυρισμών αναφορικά με την απαίτηση της, είναι η νομότυπη έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών (ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας - ΑΠ 349/1995), για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου αναιρείται α) για έλλειψη αιτιολογίας, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1140/2005), β) για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε (ΑΠ 1505/2001) και γ) για αντιφατικές αιτιολογίες, όταν εξαιτίας της αντιφατικότητας αυτών δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασης του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1289/2005, 164/1994).

Συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, για την εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου να αναφέρονται σ’ αυτόν, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, όλες οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου και περαιτέρω, αντίστοιχα, 1) ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, δηλαδή ποιο στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και 2) ποιες είναι οι ως αντιφατικές, φερόμενες παραδοχές του δικαστηρίου, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με την παραπομπή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 1011/2005, 651/2002, 1353/2001). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει τον λόγο της εφέσεως της, κατά τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο επεδίκασε εις βάρος της, μετά την απόρριψη των ανακοπών της, για δικαστικά έξοδα, το υπερβολικό ποσό των 49.650 ευρώ, αντί του τοιούτου των 7.000 ευρώ, στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον "αφενός μεν περιέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έκανε δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε από το αιτιολογικό της δεν προέκυψαν τα περιστατικά που είναι αναγκαία στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που φέρεται ότι εφαρμόσθηκε, περαιτέρω δε διότι περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που στερούν την αναγκαία βάση, καθότι εξαιτίας της ελλιπούς αλλά και αντιφατικής έκθεσης περιστατικών που είναι αναγκαία από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης που φέρεται ότι εφαρμόζεται, κατέστη εν τέλει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της σχετικής υπαγωγής".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και γι’ αυτό απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και οι κρίσιμες σχετικές αιτιολογίες (ουσιαστικές παραδοχές) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, αλλά και διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο λείπει για την επάρκεια τους, καθώς επίσης δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη αυτών προκύπτει.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Οκτωβρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1942/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ