1567/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1567/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έννομες συνέπειες υπάρχουν όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1567 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1567/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ιωαννίδου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2527/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 752/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του Π.Κ., υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικά:
α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι (μόνο) υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α’ και 263Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
γ’ του Π.Κ.. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Π.Κ., γι’ αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, το οποίον έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη για ό,τι βεβαιώνεται στο περιεχόμενό του και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.
Έννομες συνέπειες υπάρχουν όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως.
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.
Το βεβαιούμενο περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδές, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είτε δηλαδή το αναφερόμενο (βεβαιούμενο) στο έγγραφο δεν είναι αληθινό, είτε δεν αναφέρεται σε αυτό αληθινό περιστατικό που έπρεπε να αναφερθεί. Ως περιστατικό νοείται το γεγονός που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, και μπορεί να αποδειχθεί και δεν αρκεί στο έγγραφο απλώς να εκφέρονται αξιολογικές κρίσεις ή γνώμες ή εκτιμήσεις ή νομικοί συλλογισμοί ή ισχυρισμοί, έστω και αν αυτοί έχουν έννομες συνέπειες.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό κ.λ.π.
και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξεως αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο διότι κατά το άρθρο 48 του Π.Κ. το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω ελλείψεως δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, πράγμα που δεν συμβαίνει επί του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού όπως προαναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτησή του υποκειμενικά αρκεί και ενδεχόμενος δόλος του δράστη.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η ύπαρξη του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η με γνώση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τέτοια όμως πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνει ο νόμος στο έγκλημα του πλημμελήματος της ψευδούς βεβαιώσεως που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 242 παρ. 1 του Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος ως προς τη γνώση ότι τα βεβαιωθέντα είναι ψευδή.
Περαιτέρω, για την κατά τα ανωτέρω πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κ.λ.π., με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κ.λ.π..
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ, Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα οποία καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2527/2015 αποφάσεώς του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως ως προς την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά λέξη, τα εξής: "Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, Γ.
Ζ., ο οποίος είναι αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, κατά το χρονικό διάστημα από 20-2-2008 έως 6-6-2011, υπηρετώντας ως στρατιωτικός ιατρός, με την ειδικότητα του ειδικού παθολόγου (βιοπαθολόγου - μικροβιολόγου) και το βαθμό του Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών (ΝΝΑ), διατηρών δε παράλληλα με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και ιδιωτικό ιατρείο (μικροβιολογικό) στο Ίλιον Αττικής επί της οδού ..., διατηρούσε στενή συνεργασία με την Κ.
Μ., η οποία ήταν και κουμπάρα του, και είχε την ειδικότητα της παιδιάτρου, είχε δε την περίοδο εκείνη συμβληθεί με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ώστε να παράσχει τις ιατρικές της υπηρεσίες σε ασφαλισμένους, μέλη του Πολεμικού Ναυτικού, καθώς και σε μέλη των οικογενειών αυτών. Στα πλαίσια δε της ως άνω συνεργασίας τους ο ως άνω κατηγορούμενος, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις έπεισε την εν λόγω συνάδελφό του ιατρό να προχωρήσει στην έκδοση ιατρικών εντολών από τα βιβλιάρια υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένων ασθενών, μελών οικογενειών υπηρετούντων στο Πολεμικό Ναυτικό, και συγκεκριμένα των ασφαλισμένων Ά.
Ν., Μ. και Κ. Π., προκειμένου αυτοί να υποβληθούν σε εργαστηριακές μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό δήθεν αλλεργικών αντισωμάτων, που δεν ήταν αναγκαίες και σε αριθμό πολύ μεγαλύτερο του επιτρεπομένου, αρκετές των οποίων, ωστόσο, ουδέποτε διενεργήθηκαν, ενώ όσες εξ αυτών διενεργήθηκαν, έλαβαν χώρα στο ιδιωτικό ιατρείο του κατηγορουμένου, με σκοπό να αποκτήσει αυτός (κατ/νος), εκ των μη αναγκαίων εξετάσεων, τις οποίες διενήργησε ή και από μικροβιολογικές εξετάσεις που ουδέποτε διενεργήθηκαν, παράνομο περιουσιακό όφελος εκ της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, εγκείμενο στην καταβολή του αντιτίμου των ιατρικών εξετάσεων από το Ελληνικό Δημόσιο προς αυτόν, παρακινώντας δηλαδή την ως άνω Κ.
Μ. με τις ως άνω ενέργειές της να τελέσει το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση. Δηλαδή ο εν λόγω κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την γνωριμία και την κοινωνική σχέση με τη συγκατηγορηθείσα ως άνω παιδίατρο Κ. Μ., με πειθώ, φορτικότητα, διαρκείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε αυτήν α) από το βιβλιάριο υγειονομικής περίθαλψης (ΒΥΠ) του ασφαλισμένου ανηλίκου Ά.
Ν., με αριθμό ... και κατά το χρονικό διάστημα από 14-04-2008 έως 13-5-2008 να συνταγογραφήσει τις εντολές για τη διενέργεια εξετάσεων με αριθ. ...14-04-2008, ...21-04-2008, ...7-5-2008 και ...13-05 2008 που αφορούσαν μικροβιολογικές εξετάσεις αίματος για θυρεοειδή και έλεγχο ανοσοσφαιρινών, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 20-04-2010 έως 08-02-2011 να συνταγογραφήσει τις εντολές με αριθ. .../20-04-2010, ...18-01-2011 και ...08-02- 2011 για τη διενέργεια εξετάσεων που αφορούσαν μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό ενενήντα οκτώ (98) αλλεργικών αντισωμάτων αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests) και β) από τα Βιβλιάρια Υγειονομικής Περίθαλψης (ΒΥΠ) υπ’ αριθ. ...
των ανήλικων ασφαλισμένων Μ. Π. και Κ. Π., να συνταγογραφήσει στο μεν υπ’ αριθ. ... ΒΥΠ της Μ. Π. και κατά το χρονικό διάστημα από 20-02-2008 έως 06-06-2011 τις εντολές με αριθμό ...20-02-2008, ...2008, ...15-3-2008, ...28-03-2008, ...2008, ...23-06-2008, ...28-06-2008 ...04-07-2008, ...16-07-2008, ...01-08-2008, ...17-8-2008, ...01-09-2008, ...30-06-2009, ...07-07-2009, ...11-08-2009, ...03-09-2009, ...10-09-2009, ...04-2010 και ...03-05-2010 στις οποίες έχουν αναγραφεί επισκέψεις στο ιατρείο ή στο σπίτι και στο αυτό χρονικό διάστημα τις εντολές για την εκτέλεση μικροβιολογικών εξετάσεων με αριθ. ...28-03-2008, ...02-04-2008, … Ιούνιο 2008, ...23-06-2008, ...04-07-2008, ...16-07-2008, ...02-08-2008, ...01-09-2008, ...31-05-2009, ...30-06-2009, ...07-07-09, ...11-08-2009, ...03-09-2009, ...28- 04-2010, ...03-05-2010, ...15-07-2010, ...24-01-2011 και ...06-06-2011 στις.
οποίες ανέγραψε τουλάχιστον οκτώ φορές εξετάσεις για θυρεοειδή, πολλές εξετάσεις ελέγχου ανοσοσφαιρινών και εκατόν εβδομήντα εννέα (179) εξετάσεις για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων-αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests) στο ίδιο δε ως άνω ΒΥΠ ανέγραφε τις υπ’ αριθ. ...29-04-2010, ...03-05-2010, ...03-05-2010, ...15-07-2010 και ...24-01-2011 εντολές για διενέργεια μικροβιολογικών εξετάσεων και δη ενενήντα πέντε (95) εξετάσεων για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων-αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests) ενώ στο υπ’ αριθ. ...
ΒΥΠ της Κ. Π. συνταγογράφησε τις εντολές με αριθ. ...11-09-2009, ...21-10-2009, ...26-11-2009, ...02-12-2009, ...14-07-2010, ...16-07-2010, ...23-01-2011 και ...06-06-2011 που αφορούσαν εκατόν σαράντα επτά (147) μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων-αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests), την εντολή με αριθ. ...11-09-2009 που αφορούσε επίσκεψη στο ιατρείο, καθώς δε, από το ίδιο ΒΥΠ τις εντολές με αριθ. ...14-07-2010, ...20-07- 2010 και ...23-01-2011 που αφορούσαν μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων - αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests).
Άπασες δε οι άνω εντολές, όπως προέκυψε, υπήρξαν ψευδείς, και η ως άνω ιατρός έχει καταδικασθεί με την εκκαλούμενη απόφαση, την οποία ωστόσο η ίδια δεν έχει εκκαλέσει, σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση, καθόσον τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών, όσον αφορά το πραγματικό μέρος της εξέτασης του ασθενούς - ασφαλισμένου ως και της ανάγκης να υποβληθεί αυτός στις ανωτέρω αναφερόμενες εξετάσεις, δοθέντος του ότι ουδένα εκ των ανωτέρω ασθενών εξέτασε, ούτε είχε και την επιστημονική δυνατότητα να διαγνώσει αυτή την ανάγκη ελέγχου των ανωτέρω αλλεργιογόνων, αφού η διάγνωση αυτή ξέφευγε του πεδίου της ειδικότητάς της, απαιτούσε δε ειδικές γνώσεις αλλεργιολογίας, έτι δε περαιτέρω, σε πολλές των ανωτέρω περιπτώσεων εξέδωσε τις ως άνω εντολές, χωρίς τη φυσική παρουσία των ασφαλισμένων, ή χωρίς να μεταβεί στις οικίες αυτών, σε άλλες δε περιπτώσεις προέβαινε στη συνταγογράφηση εξ αντιγραφής άλλων ιατρικών γνωματεύσεων, των οποίων την ακρίβεια ουδόλως διαπίστωνε, τέλος δε αυτή υπερέβαινε κατά πολύ τους περιορισμούς συνταγογράφησης εξετάσεων για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων, με βάση τις υπ’ αριθ. 202 και 167 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΚΕΣΥ, όπου καθοριζόταν ο μέγιστος αριθμός RAST Tests σε τριάντα (30) ανά ασθενή ετησίως, οι δε ανωτέρω εντολές, λογιζόμενες ως βεβαιώσεις καθορίζουσες δήθεν την αναγκαιότητα διενέργειας των ως άνω εξετάσεων, ηδύναντο να έχουν έννομες συνέπειες, καθόσον βάσει των εντολών αυτών διενεργούνταν ή φέρονταν ότι διενεργούνταν, άνευ αντικειμένου ιατρικές αιματολογικές εξετάσεις, εκ των οποίων ο διενεργών αυτές ιατρός ποριζόταν σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου περιουσιακό όφελος.
Περί των ανωτέρω άλλωστε, σαφές και κατηγορηματικό υπήρξε και το αναγνωσθέν υπ’ αριθμ. ......7-12-2011 έγγραφο πόρισμα έκτακτου οικονομικού ελέγχου στη ΓΕΝ/ΔΥΓ της Διεύθυνσης Οικονομικού Ελέγχου του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού. Επίσης για τον τρόπο συμμετοχής του εν λόγω κατηγορουμένου στη διάπραξη από την συγκατηγορηθείσα της ανωτέρω πράξης των ψευδών βεβαιώσεών της, με τη μορφή του ηθικού αυτουργού, υπήρξαν σαφείς και πειστικές και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Π.
Σ. και Μ. Σ., οι οποίες ανέφεραν ότι αμφότερες απευθύνθηκαν στον εν λόγω κατηγορούμενο, ο οποίος συνεργαζόταν με την παιδίατρο Κ. Μ., που ήταν κουμπάρα του, την οποία δεν γνώριζαν, ούτε τις είχε επισκεφθεί ποτέ στη οικία τους και ότι οι υπογραφές στις εντολές στο πεδίο υπογραφής του περιθαλπόμενου δεν ήταν δικές τους.
Επίσης η μία η Π. Σ. κατέθεσε ότι τα τέκνα της Μ. και Κ. Π. δεν είχαν προβλήματα αλλεργίας και ουδέποτε έκαναν RAST Tests. Επομένως, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον εν λόγω κατηγορούμενο Γ. Ζ.
πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής". Στη συνέχεια, το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση και αναγνωρίζοντάς του τις ελαφρυντικές περιστάσεις του πρότερου έντιμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α’ και ε’ του Π.Κ. του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση επί τριετία, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι : Στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2008 έως 2011, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη την οποία διέπραξε, πλέον δε συγκεκριμένα ως στρατιωτικός ιατρός, με την ειδικότητα του ειδικού βιοπαθολόγου (μικροβιολόγου), υπηρετών με το βαθμό του Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών (ΝΝΑ), διατηρών δε, παράλληλα με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και ιδιωτικό ιατρείο (μικροβιολογικό) στο Ίλιον Αττικής επί της οδού ..., με πειθώ φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, έπεισε την ιατρό παιδίατρο, Κ.
Μ., με την οποία διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις, να προβεί στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, ως αυτή αναλυτικότερα περιγράφεται ως εξής: Στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2008 έως 2011, όπως αυτό θα εξειδικευθεί αναλυτικότερα κατωτέρω, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς σε δημόσια έγγραφα περιστατικά δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες, πλέον δε συγκεκριμένα ως ιατρός με την ειδικότητα αυτή (Κ.
Μ.) της παιδιάτρου, έχοντας παράλληλα συμβληθεί με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ώστε να παράσχει τις ιατρικές της υπηρεσίες σε ασφαλισμένους μέλη του Πολεμικού Ναυτικού ως και σε μέλη των οικογενειών αυτών, συνέταξε και υπέγραψε: Από το βιβλιάριο Υγειονομικής Περίθαλψης (ΒΥΠ) του ασφαλισμένου ανήλικου Α.
Ν., με αριθμό ... και κατά το χρονικό διάστημα από 14-04-2008 έως 13-5-2008 συνταγογράφησε τις εντολές για τη διενέργεια εξετάσεων με αριθ. ...14-04-2008, ...21-04-2008, ...7-5-2008 και ...13-05 2008 που αφορούσαν μικροβιολογικές εξετάσεις αίματος για θυρεοειδή και έλεγχο ανοσοσφαιρινών, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 20-04-2010 έως 08-02-2011 συνταγογράφησε τις εντολές με αριθ. .../20-04-2010, ...18-01-2011 και ...08-02- 2011 για τη διενέργεια εξετάσεων που αφορούσαν μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό ενενήντα οκτώ (98) αλλεργικών αντισωμάτων αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests) και β) από τα Βιβλιάρια Υγειονομικής Περίθαλψης (ΒΥΠ) υπ’ αριθ. ...
των ανήλικων ασφαλισμένων Μ. Π. και Κ. Π., συνταγογράφησε στο μεν υπ’ αριθ. ... ΒΥΠ της Μ. Π. και κατά το χρονικό διάστημα από 20-02-2008 έως 06-06-2011 τις εντολές με αριθμό ...20-02-2008, ...Φεβρουάριο 2008, ...15-3-2008, ...28-03-2008, ...Απρίλιο 2008, ...23-06-2008, ...28-06-2008...04-07-2008, ...16-07-2008, ...01-08-2008, ...17-8-2008, ...01-09-2008, ...30-06-2009, ...07-07-2009, ...11-08-2009, ...03-09-2009, ...10-09-2009, ...Απρίλιο 2010 και ...03-05-2010 στις οποίες έχουν αναγραφεί επισκέψεις στο ιατρείο ή στο σπίτι και στο αυτό χρονικό διάστημα τις εντολές για την εκτέλεση μικροβιολογικών εξετάσεων με αριθ. ...28-03-2008, ...02-04-2008, 39/Ιούνιο 2008, ...23-06-2008, ...04-07-2008, ...16-07-2008, ...02-08-2008, ...01-09-2008, ...31-05-2009, ...30-06-2009, ...07-07-09, ...11-08-2009, ...03-09-2009, ...28- 04-2010, ...03-05-2010, ...15-07-2010, ...24-01-2011 και ...06-06-2011 στις.
οποίες ανέγραψε τουλάχιστον οκτώ φορές εξετάσεις για θυρεοειδή, πολλές εξετάσεις ελέγχου ανοσοσφαιρινών και εκατόν εβδομήντα εννέα (179) εξετάσεις για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων-αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests) στο ίδιο δε ως άνω ΒΥΠ ανέγραφε τις υπ’ αριθ. ...29-04-2010, ...03-05-2010, ...03-05-2010, ...15-07-2010 και ...24-01-2011 εντολές για διενέργεια μικροβιολογικών εξετάσεων και δη ενενήντα πέντε (95) εξετάσεων για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων-αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests) ενώ στο υπ’ αριθ. ...
ΒΥΠ της Κ. Π. συνταγογράφησε τις εντολές με αριθ. ...11-09-2009, ...21-10-2009, ...26-11-2009, ...02-12-2009, ...14-07-2010, ...16-07-2010, ...23-01-2011 και ...06-06-2011 που αφορούσαν εκατόν σαράντα επτά (147) μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων-αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests), την εντολή με αριθ. ...11-09-2009 που αφορούσε επίσκεψη στο ιατρείο, καθώς δε, από το ίδιο ΒΥΠ τις εντολές με αριθ. ...14-07-2010, ...20-07- 2010 και ...23-01-2011 που αφορούσαν μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων - αλλεργιογόνων μέσω ορού αίματος (RAST Tests).
Άπασες οι ανωτέρω αναφερόμενες εντολές της κατηγορουμένης λογιζόμενες ως βεβαιώσεις ως προς το ότι οι ανωτέρω ασφαλισμένοι προσήλθαν στο ιατρείο της ή η ίδια επισκέφθηκε αυτούς στην οικία τους και αφού τους εξέτασε έκρινε ότι έπρεπε να υποβληθούν στις εν λόγω εξετάσεις αίματος για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων, τυγχάνουν ψευδείς, η δε Κ.
Μ. τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτών όσον αφορά το πραγματικό μέρος της εξέτασης του ασθενούς - ασφαλισμένου ως και της ανάγκης να υποβληθεί αυτός στις ανωτέρω αναφερόμενες εξετάσεις δοθέντος του ότι ουδένα εκ των ανωτέρω ασθενών εξέτασε ούτε είχε και την επιστημονική δυνατότητα να διαγνώσει την ανάγκη ελέγχου των ανωτέρω αλλεργιογόνων αφού η διάγνωση αυτή ξέφευγε του πεδίου της ειδικότητας της, απαιτούσε δε ειδικές γνώσεις αλλεργιολογίας έτι δε περαιτέρω σε πολλές των περιπτώσεων εξέδωσε τις ως άνω εντολές χωρίς τη φυσική παρουσία των ασφαλισμένων ή χωρίς να μεταβεί στις οικίες αυτών σε άλλες δε περιπτώσεις προέβαινε στη συνταγογράφηση εξ αντιγραφής άλλων ιατρικών γνωματεύσεων των οποίων την ακρίβεια ουδόλως διαπίστωνε τέλος δε οι ανωτέρω αναφερόμενοι έλεγχοι υπερέβαιναν κατά πολύ τους περιορισμούς συνταγογράφησης εξετάσεων για τον προσδιορισμό αλλεργικών αντισωμάτων με βάση τις υπ’ αριθ. 202 και 167 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΚΕΣΥ, όπου καθοριζόταν ο μέγιστος αριθμός RAST Tests σε τριάντα (30) ανά ασθενή ετησίως, οι δε ανωτέρω βεβαιώσεις καθορίζουσες δήθεν την αναγκαιότητα διενέργειας των ως άνω εξετάσεων δύναντο να έχουν έννομες συνέπειες καθόσον βάσει των εντολών αυτών διενεργούντο ή φέρονταν ότι διενεργούντο, άνευ αντικειμένου ιατρικές αιματολογικές εξετάσεις εκ των οποίων ο διενεργών αυτές ιατρός ποριζόταν σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου περιουσιακό όφελος, ήτοι να προχωρήσει στην έκδοση ιατρικών εντολών από τα βιβλιάρια ασθενών, μελών οικογενειών υπηρετούντων στο Πολεμικό Ναυτικό προκειμένου αυτοί να υποβληθούν σε εργαστηριακές, μικροβιολογικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό δήθεν αλλεργικών αντισωμάτων, που δεν ήταν αναγκαίες και σε αριθμό πολύ μεγαλύτερο του επιτρεπομένου, άπασες οι ανωτέρω δε εξετάσεις διενεργήθηκαν στο ιατρείο του κατ/νου, με σκοπό να αποκτήσει αυτός, εκ των μη αναγκαίων εξετάσεων τις οποίες διενήργησε ή και από μικροβιολογικές εξετάσεις που ουδέποτε διενεργήθησαν, παράνομο περιουσιακό όφελος εκ της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, εγκείμενο στην καταβολή του αντιτίμου των ιατρικών εξετάσεων από το Ελληνικό Δημόσιο προς αυτόν, ήτοι αυτή να τελέσει το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, πράξη που διώκεται και τιμωρείται από τα άρθρα 98, 242 παρ. 1 ΠΚ, την οποία η Κ.
Μ. και τέλεσε". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση, που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση, περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, των αποδείξεων που το θεμελιώνουν και των συλλογισμών με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 46 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και τα μέσα τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση και οι λοιπές περιστάσεις τελέσεώς της, ποιά ήταν τα ψευδή περιστατικά που βεβαιώθηκαν και ποιά ήταν σε αντίθεση μ’ αυτά τα αληθή περιστατικά (αν και δεν απαιτείται), δεν χρειαζόταν δε να αιτιολογείται ειδικώς ο δόλος του αναιρεσείοντος να προκαλέσει στην παιδίατρο Κ.
Μ. την απόφαση να τελέσει την ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση, αφού ο δόλος του ενυπάρχει στην από μέρους του τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 46 παρ. 1 του Π.Κ., αλλά και περί ελλείψεως νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσειόντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως.
Η κατά τα προαναφερθέντα επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή τους ισχυρισμούς εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή της μείωσης της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στην απόρριψη τους.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ., ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. θεωρείται, μεταξύ άλλων, (περ.δ) το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες τις πράξης του. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του.
Η ειλικρινής μετάνοια προϋποθέτει έμπρακτη έκδηλη συμπεριφορά εκούσια και αυθόρμητη, η οποία υπερβαίνει την προηγηθείσα παράνομη ενέργεια ή τουλάχιστον εξισορροπεί τις δύο αντιτιθέμενες τάσεις (εγκληματική και αγαθοποιό), οι οποίες εμφανίσθηκαν σε δύο διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Κατά τούτο η ειλικρινής μετάνοια συνιστά μια ουσιαστική ενδιάθετη βούληση, προδήλως ενσωματωμένη με άμεση υλοποίηση μιας διάφορης συμπεριφοράς, η οποία κατατείνει σε θετικό αποτέλεσμα, παρέχοντας τη δυνατότητα στο δικαστή να κρίνει το ελεύθερο της συνειδήσεως και το αυθόρμητο της ψυχικής μεταβολής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, διά του συνηγόρου του, προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας, επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή της, επί λέξει, τα εξής: "έχω επιδείξει μετάνοια και επιδίωξα να άρω τις συνέπειες της πράξης, απόδειξη τούτου είναι η επιστροφή της αμοιβής μου μετά του νομίμου τόκου στη Υπηρεσία δυνάμει του με αριθμ. ...
γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του Τ.Π.Α.". Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχθηκε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του και της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.
δ’ Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθόσον η μετάνοια πρέπει να είναι ειλικρινής και έμπρακτη, δηλαδή να συνδυάζεται με περιστατικά που καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινώς και όχι προσχηματικώς να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του ...".
Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι η μετάνοια του αναιρεσείοντος δεν είναι ειλικρινής αλλά προσχηματική, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, δεν περιέχει αντιφάσεις ή ασάφειες ή ελλείψεις που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
δ’ του Π.Κ. και ήταν επαρκής για τη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
δ’ του Π.Κ., καθώς και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ’ του Π.Κ. λόγω ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την άνω εκτεθείσα έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως της τελευταίας αυτής διατάξεως, ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2015 αίτηση του Γ. Ζ. του Χ. για αναίρεση της 2527/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών η ...26-6-2015 έκθεση αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ