Legislator Case Law & Legislation
1567/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding vague contentions and matters of fact evaluation.

Case Number 1567/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court distorted a private agreement by misinterpreting a debt acknowledgment, but the court found this claim inadmissible. The court ruled that the appellant's arguments lacked specific details regarding the document's content and concerned the evaluation of facts, which are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if the grounds are vague or concern the evaluation of facts rather than a diagnostic error in reading the document.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds evaluation of facts distortion of document appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1567 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1567/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από τη πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλεσα Μπακατσέλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17 Αυγούστου 2005 ομοία της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3566/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1650/2012). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 550/2012, ΑΠ 167/2012). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, γεγονός που συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας' απορρίπτει την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας, δηλαδή λόγω μη παράθεσης με πληρότητα των στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, θα πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1697/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την από 16.12.2004 αγωγή του. Συγκεκριμένα, εκθέτει στο αναιρετήριο, ότι με την πιο πάνω αγωγή του ισχυρίστηκε ότι τα όργανα της αναιρεσίβλητης παραβίασαν τις διατάξεις των χρηματιστηριακών νόμων 3632/1928, 1806/1988, 2076/1992, 2324/1995, 2533/1997, 2579/1998, 2396/1996, 2733/1999 και των άρθρων 174, 180 και 361 του ΑΚ και ενεργώντας, χωρίς την εντολή του, πίστωναν εν αγνοία του το λογαριασμό του με χρήματα της αναιρεσίβλητης και τον ζημίωσαν κατά το ποσό των 1.231.514.314 δρχ. (3.614.130 ευρώ) και ειδικότερα ότι, ύστερα από αίτηση του, η αναιρεσίβλητη άνοιξε χρηματιστηριακό κωδικό και δύο λογαριασμούς, τους οποίους θα χειριζόταν η ίδια και στους οποίους θα πιστώνονταν αντίστοιχα οι μετοχές του, ως άυλες αξίες, και τα μετρητά του χρήματα, ότι, ύστερα από τη σύμβαση αυτή, μετέφερε και κατέθεσε στην αναιρεσίβλητη κατά το διάστημα από το Μάιο 1998 έως το-Μάιο 1999 διάφορα χρηματικά ποσά, με τα οποία εκείνη αγόρασε και στη συνέχεια πούλησε μετοχές και προέκυψε προς όφελός του πιστωτικό υπόλοιπο ί.231.514.314 δρχ., ότι η τελευταία αγόρασε με εντολή και για λογαριασμό του μετοχές από τα χρήματα που κατέθεσε, αλλά και χωρίς την εντολή' του με τη μορφή παράνομων δανείων, στη συνέχεια δε ζήτησε, α)να αναγνωριστεί η απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, των γενομένων εκ μέρους της εναγομένης, παρά την απαγόρευση των άρθρων 12 παρ. 3, 15 και l7 του ν. 3632/1928, 20 του ν. 1806/1988, 98 του ν. 2533/1997, 29 του ν.2579/1998, 16 του ν. 2733/1999 και 4 του ν. 2076/1992, χρεώσεων δανείων σε βάρος του για την αγορά μετοχών, β) να αναγνωριστεί η απόλυτη ακυρότητα του προερχομένου από τα δάνεια αυτά χρεωστικού σε βάρος του υπολοίπου, ύψους 108.706.664 δρχ.

ή 319.021,76 ευρώ και του από 5.4.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ και επικουρικά του άρθρου 919 ΑΚ, το ποσό των 1.231.514.314 δρχ. (3.614.130 ευρώ), που εισέπραξε από την πώληση των μετοχών του, γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει η εναγομένη, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 293.470 ευρώ.

Ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή του δεν περιείχε τα στοιχεία του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι δήθεν δεν ανέφερε σ' αυτή πως σχηματίστηκε το χαρτοφυλάκιό του και διότι τα αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά των 443.665.800 και 794.905.635 δρχ. δεν δίνουν αθροιζόμενα τη συνολική ζημία του των 1.231.514.314 δρχ., αν επισκοπούσε ολόκληρο το δικόγραφο της αγωγής του και όχι ορισμένες μόνο σελίδες αυτής, θα διαπίστωνε ότι είχε καταχωριστεί στην αγωγή του ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο του, από το οποίο προκύπτουν όλες οι αγορές και πωλήσεις των μετοχών του και τα' κατά καιρούς πιστωτικά και χρεωστικά υπόλοιπα από τις συναλλαγές αυτές, καθώς και ποιο είναι επακριβώς το ύψος των μετοχών που αγοράστηκαν από την εναγομένη με εντολή του και ποιο χωρίς την εντολή του με παράνομα δάνεια.

Έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται σε ζήτημα ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, για το οποίο η σχετική πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της επίμαχης αγωγής, τουλάχιστον κατά τα κύρια κρίσιμα σημεία του και ποια ακριβώς από τα περιεχόμενα στην αγωγή αυτή στοιχεία δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, ούτε με σαφήνεια και πληρότητα το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και ειδικότερα των άρθρων 4 του ν. 2076/1992, 20 του ν. 1806/1988, 20 παρ. 1 του ν. 3632/1928 και 45 παρ. 2 του 1914/1990 και τις διατάξεις του άρθρου 174 ΑΚ.

Ειδικότερα, αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα στην πιο πάνω αγωγή του και ακολούθως στην έφεση του, καθώς και στις πρωτόδικες προτάσεις του, τόσο για την υποστήριξη της αγωγής του, όσο και για την απόρριψη της από 17.8.2005 αντίθετης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί ο ίδιος να της καταβάλει το ποσό των 379.633,22 ευρώ και η οποία έγινε τελικά δεκτή από ουσιαστική πλευρά, ότι το κατάλοιπο που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτός οφείλει στην αναιρεσίβλητη, προήλθε όχι μόνο από αυθαίρετο δανεισμό χρημάτων, αλλά και από παράνομες πιστώσεις του λογαριασμού που αποσκοπούσαν όχι στο δικό του όφελος, αλλά στο όφελος της αναιρεσίβλητης, η οποία σε κάθε παράνομη και χωρίς τη θέληση του συναλλαγή (αγορά και πώληση) μετοχών στο όνομα του, χρέωνε προμήθεια, ανεξαρτήτως καταγραφόμενου κέρδους ή ζημίας στο χρηματιστηριακό του λογαριασμό, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στη χρηματιστηριακή εταιρία το τίμημα αγοράς και γινόταν υπερήμερος και ότι ακόμη και αν χρηματιστηριακές αγορές γίνονταν με δάνεια της χρηματιστηριακής εταιρίας (ΑΧΕ) δεν δημιουργείται ακυρότητα των εν λόγω δανείων και του προκύπτοντος χρεωστικού υπολοίπου και ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι δεν είναι άκυρα τα δάνεια που χορήγησε στον ίδιο η ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρία, μολονότι δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα, και ότι, σε αγοραπωλησίες τοις μετρητοίς, η παράδοση του πράγματος και η πληρωμή του τιμήματος γίνονταν μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες από την κατάρτιση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, αφορά μόνο τις σχέσεις των συμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση μελών του χρηματιστηρίου αξιών και όχι τις σχέσεις μεταξύ του χρηματιστή και του πελάτη από τη σύμβαση παραγγελίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και του ΑΚ.

Και ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του/Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, περιορίζεται στο μέρος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο κρίθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη η από 17.8.2005 αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης, και δεν εκτείνεται στο μέρος της απόφασης αυτής, με το οποίο κρίθηκε απαράδεκτη η από 16.12.2004 αγωγή του αναιρεσείοντος, λόγω ποσοτικής αοριστίας, ζήτημα για το οποίο προβλήθηκε ο προηγούμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και το οποίο είναι ανεπίδεκτο αναιρετικού ελέγχου με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που, όπως προεκτέθηκε, ευρίσκει έδαφος εφαρμογής μόνο σε περίπτωση νομικής αοριστίας της αγωγής.

Όμως δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα το αποδιδόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου, ούτε οι σχετικές παραδοχές της απόφασης αυτής, δηλαδή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε παραβίαση των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αφαίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 15/2010).

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β)το δεκτό γενόμενο από την προσβαλλόμενη απόφαση περιεχόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5.4.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε η τελευταία για να αποδείξει την προβληθείσα με την από 17.8.2005 αγωγή της απαίτηση, ποσού 379.633,22 ευρώ, με το να δεχθεί ότι με το συμφωνητικό αυτό συνήφθη μεταξύ των μερών αφηρημένη αναγνώριση χρέους, δηλαδή νέα ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία της, ενώ από το εν λόγω συμφωνητικό προκύπτει ότι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, ενόψει του ότι αναφέρθηκαν ρητά στην από 27.5.1998 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την οποία αρχικώς είχαν υπογράψει.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση που προβάλλεται αναφέρεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, όπως προεκτέθηκε, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, αλλά και διότι ενέχει αοριστία, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ούτε με πληρότητα το περιεχόμενο που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έχει το έγγραφο αυτό.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να .απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.9.2011 ένδικη αίτηση για αναίρεση της απόφασης 3566/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ