Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment on debt collection order based on bank draft.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second-instance judgment regarding a debt collection order issued on a bank draft. The appellant argued that the lower court failed to properly address the lack of underlying substantive relationship and economic consideration for the debt. The court held that the appellate court correctly interpreted the relevant civil code provisions and that the appellant's claims were unsupported by the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 and Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance judgment correctly applies substantive law and provides sufficient reasoning for the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1567 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1567/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Α. θυγ. Γ. Χ., συζ. Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιουγκή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 916/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-2-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η οποία αποφάνθηκε για ανακοπή κατά διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση επιταγή. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός, υφίσταται, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν, αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν, ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και; τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).
Με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες).
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, όμως, που αναφέρεται στην εκτίμηση ή αξιολόγηση των αποδείξεων, δεν ενδιαφέρει (ΑΠ 1001/1998).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 5960/1933 ουσιώδες στοιχείο της επιταγής, με την έννοια, ότι η έλλειψή του καθιστά τον τίτλο άκυρο, είναι, μεταξύ άλλων και η χρονολογία της έκδοσής της. Ακόμη, κατά το άρθρο 13 του ιδίου νόμου, εάν επιταγή, ατελής κατά την έκδοση, συμπληρώθηκε εναντίον των γενομένων συμφωνιών, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, μόνο, εάν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή εάν, κατά την κτήση της, διέπραξε βαρύ πταίσμα.
Δηλαδή ο νόμος αναγνωρίζει τη δυνατότητα έκδοσης λευκής επιταγής, δηλαδή επιταγής που εμφανίζει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσοτέρων ουσιωδών στοιχείων, στη συμπλήρωση των οποίων εξουσιοδοτείται ο λήπτης ή ο μετά από αυτόν κομιστής με σχετική συμφωνία μεταξύ του εκδότη και του λήπτη. Αν η συμπλήρωση της λευκής επιταγής γίνει κατά τρόπο αντισυμβατικό, ο εκδότης προστατεύεται με σχετική ένσταση, την οποία μπορεί να προβάλει με λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία, τυχόν, έχει εκδοθεί με βάση τη διαταγή πληρωμής (ΑΠ 687/2008).
Στην υπό κρίση περίπτωση, από τη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, εξάγονται τα ακόλουθα: α)εκδόθηκε, αρχικά, η με αριθμό 154/2006 διαταγή πληρωμής του αρμοδίου Δικαστή του Πρωτοδικείου Πατρών για το ποσό των 37.000 ευρώ, μετά από αίτηση του Α.Τ. (αναιρεσίβλητου), κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με βάση την επιταγή που αναφέρεται σ' αυτή β)Ακολούθησε η άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, στην οποία, ως μόνος, ενεργός πλέον, λόγος αναφέρεται (κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από έτερο λόγο της ανακοπής, για το οποίο, ήδη, δεν υφίσταται σχετικό παράπονο), το ότι:
α) η πιο πάνω επιταγή, εκδόθηκε από μέρους της χωρίς ημερομηνία έκδοσης, β) ο αναιρεσίβλητος, είχε συμφωνήσει με το σύζυγό της αναιρεσείουσας και είχε καταρτισθεί, μάλιστα, το από 19.7.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό (το οποίο προσυπέγραψε και ο Γ. Τ.), ως ομόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι της Ο.Ε. που εκεί αναφέρεται, ώστε να πωληθεί στο σύζυγό της, η φήμη και η πελατεία εταιρείας, που λειτουργούσε επιχείρηση στάθμευσης αυτοκινήτων, προκειμένου να αναληφθεί η λειτουργία, από το σύζυγο της ή άλλο μέλος της οικογενείας της, αντί 74.000 ευρώ, γ) στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, παραδόθηκε η ένδικη επιταγή από το σύζυγό της αναιρεσείουσας στον ήδη αναιρεσίβλητο, χωρίς ημερομηνία έκδοσης, η οποία συμφωνήθηκε να τεθεί δέκα ημέρες μετά την παραλαβή από το σύζυγό της, της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, δ) παρά ταύτα, πριν λάβουν χώρα τα παραπάνω, ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε, αντισυμβατικά, την επιταγή, ε)η ίδια μπορεί να προτείνει τα παραπάνω, αφού έχει αναδεχθεί σωρευτικά το χρέος του συζύγου της.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε, σχετικά, τα ακόλουθα: "... τον ισχυρισμό αυτό (προσωποπαγή ένσταση), δεν μπορεί να προτείνει η εκδότρια της επίδικης επιταγής προς τον παραπάνω λήπτη διότι δεν συνδέεται μ' αυτόν με τη βασική σχέση την απορρέουσα από το με ημερ. 19.7.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο περιέχεται η συμφωνία περί της συμπληρώσεως της λευκής ως άνω επιταγής και αφορά τον οφειλέτη σύζυγο της αγοραστή και τον εκ των πωλητών Α.
Τ. πωλητή και λήπτη της επίδικης επιταγής. Δεν αναφέρεται αλλ' ούτε προκύπτει από το σώμα της επιταγής ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή ως αντιπρόσωπος του συζύγου της (άρθρο 11 ν. 5960/1933) ώστε οι έννομες συνέπειες από την ανάληψη υποχρεώσεως από τον τίτλο να επέλθουν στο πρόσωπο του συζύγου της ώστε να μπορεί να προβάλει την ένσταση από τη βασική σχέση που συνδέει τον αντιπροσωπευόμενο και τον καθού η ανακοπή.
Επίσης δεν αναφέρει στο δικόγραφο αλλ' ούτε προκύπτει από το προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό ότι είχε συμβληθεί και αυτή στην ως άνω συμφωνία ώστε να ευθύνεται και αυτή σωρευτικώς με τον οφειλέτη αγοραστή σύζυγο της απέναντι στο δανειστή καθού η ανακοπή για να μπορεί να προβάλει την ως άνω ένσταση.
Επομένως μη νόμιμα προβάλει ως εκδότρια της παραπάνω λευκής επιταγής την ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης αυτής προς τον κομιστή και λήπτη του ως άνω τίτλου.
Συνεπώς αυτή ευθύνεται ως εκδότρια της επιταγής που ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το αναγραφόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό (άρθρο 12 ν. 5960/1933) και η υπό κρίση ανακοπή πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμη ...".
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε για την ουσία της υπόθεσης, τον δε προβαλλόμενο (μόνον πλέον) δεύτερο λόγο ανακοπής, απέρριψε ως μη νόμιμο. Άρα, κατά τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, και τα αντίθετα προβαλλόμενα με το σχετικό μέρος των πρώτου και δεύτερου λόγου της αναίρεσης είναι απαράδεκτα.
Περαιτέρω, η ανακόπτουσα - αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσής της, κατά το μέρος που αυτοί πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων, εκθέτει: α) υπήρχε εξουσιοδότηση προς τον αναιρεσίβλητο, "λογιζόμενη", ως ενυπάρχουσα με τους προδιαληφθέντας όρους β) η εξουσιοδότηση, κατ' άρθρο 13 του Ν. 5960/1933, λογίζεται παρασχεθείσα, ως εμπεριεχόμενη στην έκδοση της "λευκής" επιταγής και θεωρούμενη, ότι δίδεται από τον εκδότη προς τον λήπτη ή τους υπόλοιπους κομιστές γ) η συμφωνία για τους όρους συμπλήρωσης της "λευκής" επιταγής, υπάγεται στο άρθρο 361 ΑΚ, δ) άρα, υπήρχε σχετικό δικαίωμα και έννομο συμφέρον της ήδη αναιρεσείουσας, για προβολή του σχετικού λόγου ανακοπής, και, συνακόλουθα, παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 5960/1933, ε) σε κάθε περίπτωση, υπήρχε στην πιο πάνω συμφωνία γνήσια σύμβαση υπέρ αυτής, ως τρίτης, η οποία έπρεπε να γίνει δεκτό, πως εμπεριέχεται στο έγγραφο της συμφωνίας αυτής και νόμιμα προτάθηκε με την ανακοπή.
Άρα, υπήρξε, εκτός από την παραπάνω διάταξη, και παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ. στ) επιπρόσθετα, υπήρξε σωρευτική αναδοχή χρέους από μέρους της, του χρέους του συζύγου της, την οποία, κατά λανθασμένη εκτίμηση, δεν δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάσασα, κατ' αυτό τον τρόπο, τις διατάξεις των άρθρων 477, 460 και 411 επ.
ΑΚ. Επ' αυτών, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Με τις παραπάνω εκτιμήσεις της, η αναιρεσείουσα, αναφέρεται σε εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών, σε ερμηνεία του αληθούς νοήματος της έγγραφης συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του συζύγου της, σε "υποκριπτόμενες" μεν, μη διατυπούμενες ευθέως, αλλά υπονοούμενες συμβάσεις υπέρ τρίτου και σωρευτικής αναδοχής χρέους, τις οποίες παρείδε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Όμως, κατά τα ήδη αναφερθέντα, η τελευταία, δεν έκρινε την ουσία της υπόθεσης, ούτε προέβη σε ερμηνεία εγγράφων, ώστε να είναι δυνατόν να ερευνηθούν οι σχετικές αιτιάσεις οι οποίες, οπωσδήποτε, δεν αποτελούν αντικείμενο έρευνας του Αρείου Πάγου, ως αναγόμενες σε θέματα ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ουδόλως έσφαλε το δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία των προδιαληφθεισών διατάξεων, εφ' όσον, από την επισκόπηση του δικογράφου της, ανακοπή προκύπτει: (α) ότι ουδόλως γίνεται λόγος σ' αυτή για εμπεριεχόμενη στη σχετική συμφωνία και ήδη προβαλλόμενη, εξουσιοδότηση β)ότι από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 5960/1933, δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί, η ύπαρξη της εξουσιοδότησης, ως εμπεριεχόμενη στην έκδοση "λευκής" επιταγής.
Κι' αυτό, εν όψει του ότι και η σχετική ένσταση είναι προσωποπαγής και για την αντιπροσώπευση υφίσταται η ειδική διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 5960/1933, η οποία διαλαμβάνει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όρους, μη επικαλούμενους εδώ, γ)ότι στο σχετικό λόγο της ανακοπής, γίνεται αναφορά σε "έλλειψη αιτίας" αχρεώστητη παροχή, κατ' άρθρο 904 ΑΚ, για παράβαση της διάταξης του άρθρου 374 επ.ΑΚ, για τα οποία δεν υφίσταται αναιρετικό παράπονο.
Αναφορά σε σύμβαση υπέρ τρίτου, δεν μπορεί να εκτιμηθεί, πως υπήρχε στην ανακοπή, ούτε να θεωρηθεί πως, αναγκαίως, εμπεριέχεται στο ότι η επιταγή εκδόθηκε "λευκή". Για να είναι δε ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει η αναιρεσείουσα να είχε επικαλεστεί την παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, αφού, όμως, είχε προηγούμενα θέσει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τη σχετική ιστορική βάση της ανακοπής, ώστε να έχει την ευχέρεια το δικαστήριο να κρίνει σχετικά, και, συνακόλουθα, να κριθεί, αν η κρίση του ήταν νόμιμη και ορθή ή όχι (βλ.
και άρθρ.562 παρ.2 ΚΠολΔ προβλ. και Ολ.ΑΠ 43/1990, ΑΠ 306/1999, ΑΠ 742/2002 ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1777/2005, ΑΠ 1616/2007). Εδώ δε, κατά τα προεκτεθέντα, η πιο πάνω προϋπόθεση, ούτε εκτίθεται πως ισχύει, ούτε προέκυψε, πως τέθηκε υπ' όψιν του δικαστηρίου. Σε αντίθετη παραδοχή, θα αρκούσε το γενικό αίτημα ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, ή αποδοχής της αγωγής, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμενοποιήσεις και αιτιολογίες και η υποβολή φακέλου εγγράφων, το δε δικαστήριο θα όφειλε να κρίνει, να αναζητήσει, να υποθέσει, να εκτιμήσει τι ακριβώς εννοεί ο διάδικος και, εν τέλει, να κρίνει, την νομιμότητα των σχετικών αιτημάτων του ερμηνεύοντας και κρίνοντας, όχι τους ισχυρισμούς του (νομικούς η πραγματικούς), αλλά έγγραφα, και πραγματικά, αποκλειστικά, στοιχεία, δ) ουδόλως, ακόμη, η πληττόμενη απόφαση ερμήνευσε λανθασμένα τις διατάξεις των άρθρων 477, 460 και 411 ΑΚ, αφού, όντως δεν υπάρχει μνεία στην ανακοπή του σχετικού ισχυρισμού, κατά τρόπο σύννομο.
Συγκεκριμένα, εκεί αναφέρεται, πως "δεν υπάρχει υποκείμενη ουσιαστική σχέση η οικονομικό αντάλλαγμα, ως προς την πληρωμή οποιουδήποτε χρέους κατά την 21.2.2006, ότε και εμφανίστηκε η επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα για πληρωμή ... και έχοντας έννομο συμφέρον προς τούτο, ως εκδότριας της επιταγής και αναδόχου (σωρευτικώς) του χρέους του συζύγου μου ...", χωρίς ειδικότερες διευκρινίσεις, για τον χρόνο και τον τρόπο της σωρευτικής αναδοχής, εν όψει του ότι για την ίδρυση σωρευτικής αναδοχής απαιτείται σύμβαση μεταξύ του νέου οφειλέτη και του δανειστή (ΑΠ 1791/2007).
Το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ήδη αναιρεσείουσα (ανακόπτουσα) "... δεν αναφέρει στο δικόγραφο, αλλ' ούτε προκύπτει από το προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι είχε συμβληθεί και αυτή και στην ως άνω συμφωνία, ώστε να ευθύνεται και αυτή σωρευτικώς με τον οφειλέτη αγοραστή σύζυγό της απέναντι στον δανειστή ..." (ήδη αναιρεσίβλητο).
Ήδη γίνεται αναφορά, στο ότι υπάρχουν τα σχετικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης σύμβασης στον πιο πάνω λόγο ανακοπής, εφ' όσον αυτή εξέδωσε την επιταγή και με την παράδοση στον, μόνο συμβληθέντα σύζυγό της, δεσμεύτηκε και η ίδια, και ο αναιρεσίβλητος, αφού έλαβε την επιταγή, συναίνεσε στην, ήδη προβαλλόμενη, αναδοχή, έστω και αν αυτή δεν συνεβλήθη, και ότι, πράγματι, υπήρξε σύμβαση μεταξύ αυτής και του συζύγου της, από την οποία, ως τρίτος, ωφελήθηκε ο αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα να υπάρχει, στην πραγματικότητα, ενοχικός δεσμός μεταξύ των ήδη διαδίκων.
Τα παραπάνω όμως, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα, δεν είναι βάσιμα, ούτε ήταν δυνατόν να εξαχθούν από τα αναφερόμενα στο σχετικό λόγο της ανακοπής, όπως αυτός παρατέθηκε προηγούμενα. Ούτε ο λόγος της ανακοπής μπορεί να αναπληρωθεί από, ήδη το πρώτον, παρατιθέμενες εκτιμήσεις, ερμηνείες και απόψεις της αναιρεσείουσας, σχετικά με τα σ' αυτόν σαφώς αναφερθέντα.
Κατά ταύτα, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και η αποδιδόμενες με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι αβάσιμες. Άρα, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.2.2010 αναίρεση της Α. θυγ. Γ. Χ. κατά της με αριθμό 916/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ