1567/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1567/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 132/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 60/9-9-2008 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής, πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 43/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Full text
Απόφαση 1567 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1567/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μαλέσκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Απριλίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 43/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιουλίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 27 Αυγούστου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 57/21.7.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 43/10.2.2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 57/21-10-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 43/10-2-2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 187/26-4-2007 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση διατροφής της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος πρώην συζύγου της.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 132/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 60/9-9-2008 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής, πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 43/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, " Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο στις 1-9-1974 στους ... και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν τρία τέκνα, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1975, 1976 και 1986 αντίστοιχα, ενώ ο εναγόμενος είχε από τον πρώτο γάμο του άλλα δύο τέκνα, τον Γ.
και την Ε. που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1970 και 1972 αντίστοιχα. Ο παραπάνω γάμος λύθηκε αμετάκλητα με διαζύγιο το έτος 2005, ύστερα από αγωγή διαζυγίου που είχε εγερθεί μετά το έτος 1999, οπότε είχε διακοπεί η έγγαμη συμβίωση τους από αποκλειστική υπαιτιότητα του εκκαλούντος, όπως έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την 44/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Με την 826/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας εφέσεως δυνάμει της 131/2007 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, έγινε δεκτή εν μέρει η στηριζόμενη στα άρθρα 1442, 1443 Α.Κ. από 21-2-2005 αγωγή της ενάγουσας (εφεσίβλητης) κατά του εναγομένου (εκκαλούντος), και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στην πρώτη, ως διατροφή της, για την επόμενη διετία από την επίδοση της πιο πάνω αγωγής, το ποσό των 400 ευρώ το μήνα με το νόμιμο τόκο του.
Με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα κατά την έκδοση του διαζυγίου (οπότε και ήταν 54 ετών) λόγω της ηλικίας της και την κατάσταση της υγείας της (πάσχει από κυστεοκήλη - ορθοκήλη, απώλεια ούρων, σφηνεκτομή άμφω, καταθλιπτική συνδρομή, αυχενική δισκοπάθεια και ιδιοπαθή οστεοπόρωση, οστεοαθρίτιδα γονάτων) δεν μπορούσε να εργασθεί όπως και πριν, ώστε να εξασφαλίσει από την εργασία της τη διατροφή της.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εκκαλών, πρώην σύζυγος της ενάγουσας, ηλικίας 61 ετών έχει μισθώσει και εκμεταλλεύεται εστιατόριο με την επωνυμία "Σ..." στην πόλη της ... και κερδίζει από την άσκηση της δραστηριότητας του αυτής το ποσό των 2.500 ευρώ κατά μέσο όρο καθαρά το μήνα. Περαιτέρω ο εκκαλών είναι κύριος τριών αγροτικών ακινήτων συνολικής εκτάσεως 29 στρεμμάτων με 290 ελαιόδεντρα.
Ειδικότερα είναι κύριος: 1) ενός ελαιοκτήματος εκτάσεως 20 στρεμμάτων στη θέση "ΦΕΡΙΖΑ" της κτηματικής περιφέρειας Αγιάς του Δήμου ... που περιέχει 200 ελαιόδεντρα, 2) ενός ελαιοκτήματος εκτάσεως 5 στρεμμάτων στη θέση "ΝΙΝI ΓΡΑΒΑ" της κτηματικής περιφέρειας Ανθούσας του Δήμου ... το οποίο περιέχει 50 ελαιόδεντρα, 3) ενός ελαιοκτήματος εκτάσεως 4 στρεμμάτων στην θέση "ΤΡΙΚΟΡΦΟ" της κτηματικής περιφέρειας Ανθούσας του Δήμου ..., που περιέχει 40 ελαιόδεντρα.
Τα ελαιοκτήματα αυτά φέρεται να τα έχει μισθώσει από το έτος 1999 στον από τον πρώτο γάμο γιο του Γ. Σ., για μια δεκαετία αντί ετησίου μισθώματος 20.000 δραχμών και ήδη 58,69 ευρώ. Επίσης είναι κύριος υπογείου χώρου και ισόγειου ορόφου διώροφης οικοδομής στη θέση "Τουρκοπάζαρο" .... Το ισόγειο αποτελείται από δύο διαμερίσματα, εμβαδού 55 τ.μ.
το καθένα. Από τα διαμερίσματα αυτά το ένα μέχρι τον Ιούνιο του 2008 το είχε παραχωρήσει κατά χρήση, χωρίς αντάλλαγμα στην εφεσίβλητη, που διέμενε σ' αυτό μαζί με τον γιο τους Κ. και το άλλο στη μητέρα του. Ήδη όμως με την 131/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας διατάχθηκε η αποβολή της απ' αυτό. Έτσι, εφόσον εκμισθωθεί, μπορεί να του αποφέρει εισόδημα 375 ευρώ το μήνα.
Αυτό, εκτός από τα ακίνητα, που προαναφέρθηκαν, ανήγειρε επί ενός οικοπέδου στη θέση "ΜΑΡΑΣ" που είχε αγοράσει το έτος 1990 μαζί με τον γαμβρό του Ν. Σ., αντί τιμήματος 5.000.000 δραχμών, ένα τριώροφο εξοχικό κέντρο με την επωνυμία "Π..." για το οποίο δαπάνησε πάνω από 40.000.000 δραχμές. Το μερίδιο του στο ως άνω ακίνητο μεταβίβασε κατά μήνα Δεκέμβριο του 1990 λόγω γονικής παροχής στον γιο του Ι.
Σ., ενώ διατήρησε ο ίδιος το δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης της επιχείρησης μέχρι την 1-1-2003, οπότε και έπαυσε η λειτουργία της. Ήδη η οικοδομή στην οποία λειτουργούσε το εστιατόριο και το κέντρο διασκέδασης "Π..." έχει μετατραπεί σε επιχείρηση με ενοικιαζόμενες γκαρσονιέρες και ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Δεν αποδείχθηκε αν ο γιος του Ι. Σ. αποδίδει μέρος των εσόδων από την εκμετάλλευση τους στον εναγόμενο. Διαμένει σε διαμέρισμα επί της οικοδομής στη θέση "Μαρας" περιφέρειας ..., το οποίο ανήκει στον γιο του από τον πρώτο γάμο του Ι.. Για το κατάλυμα αυτό δεν καταβάλει ενοίκιο. Άλλα εισοδήματα του εναγομένου, περιουσιακά στοιχεία ή διατροφικές υποχρεώσεις του προς τρίτα πρόσωπα δεν αποδείχθηκαν.
Αποδείχθηκε όμως ότι βαρύνεται με την εξόφληση των δόσεων δύο δανείων ήτοι του χορηγηθέντος από την Εμπορική Τράπεζα το 2004, επίσης από την Εμπορική Τράπεζα το 2006. Οι δόσεις των ανωτέρω δανείων οι οποίες ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 392,01 ευρώ, δεν αφαιρούνται από το εισόδημα του εναγομένου, αλλά απλώς η δαπάνη αυτή συνεκτιμάται ως μία επιπλέον βιοτική ανάγκη του.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο εναγόμενος πάσχει από το έτος 1982 από ιδιοπαθή κολπική μαρμαρυγή. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα είναι ηλικίας 55 ετών με επιβαρυμένη κατάσταση υγείας δοθέντος ότι πάσχει από κυστεοκήλη - ορθοκήλη, απώλεια ούρων, σφηνεκτομή άμφω, καταθλιπτική συνδρομή, αυχενική δισκοπάθεια και ιδιοπαθή οστεοπόρωση και οστεοαθρίτηδα γονάτων.
Εξαιτίας των παθήσεων αυτών κρίθηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Πρέβεζας ανάπηρη σε ποσοστό 67% (βλ. προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 32/11-1-2005 γνωμάτευση). Παρά τις ανωτέρω παθήσεις εργαζόταν μέχρι το 2005 κατά τις θερινές περιόδους ως λαντζέρισα σε διάφορα εστιατόρια της ... και κέρδιζε 220 ευρώ περίπου το μήνα.
Κατά την περίοδο που δεν εργαζόταν ελάμβανε από τον ΟΑΕΔ επίδομα ανεργίας, το οποίο για τη χειμερινή περίοδο 2005 - 2006 ανήλθε σε 1.810 ευρώ ετησίως ήτοι σε 150 ευρώ μηνιαίως. Ήδη από τον Απρίλιο του 2007 η ενάγουσα συνταξιοδοτήθηκε από το ΙΚΑ και λαμβάνει αναπηρική σύνταξη, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 334,03 ευρώ μηνιαίως (βλ.
σχετ. υπ' αριθμ. 7391/30-11-2007 βεβαίωση του υποκαταστήματος ΙΚΑ Πρέβεζας). Όπως προαναφέρθηκε, τις ανάγκες της στέγασης της η ενάγουσα τις κάλυπτε μέχρι τον Ιούνιο του 2008 με το διαμέρισμα, το οποίο, χωρίς αντάλλαγμα, είχε παραχωρήσει σ' αυτήν ο εναγόμενος. Ωστόσο εκτιμάται ότι με βάση την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 131/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας θα υποχρεωθεί να αποδώσει τη χρήση του στον εκκαλούντα.
Άλλα εισοδήματα, περιουσιακά στοιχεία ή διατροφικές υποχρεώσεις της προς τρίτα πρόσωπα δεν αποδείχθηκαν, ενώ επίσης δεν επιβαρύνεται με τις δαπάνες της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης γιατί καλύπτεται από τον ασφαλιστικό της φορέα. Υπό τα πραγματικά αυτά δεδομένα η ενάγουσα δικαιούται διατροφής από τον εναγόμενο κατ' άρθρο 1442 Α.Κ.
Το δικαίωμα αυτό της ενάγουσας δεν έπαυσε λόγω εκούσιας πρόκλησης της απορίας της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Και βέβαια, όπως αποδείχθηκε ο εκκαλών της είχε μεταβιβάσει την επικαρπία του πρώτου και δεύτερου ορόφου της ως άνω κείμενης στη θέση "Τουρκοπάζαρο" οικοδομής και ότι κατά το έτος 2005 αυτή μεταβίβασε στον γιο της Σ.
Σ. την επικαρπία των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών λόγω γονικής παροχής με το υπ' αριθμ. .../30-8-2005 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πάργας Δημητρίου Δούκα, που μεταγράφηκε νομίμως. Όμως η εν λόγω μεταβίβαση της επικαρπίας των ως άνω ιδιοκτησιών δεν συνιστά εκούσια πρόκληση απορίας της ενάγουσας δεδομένου ότι:
α) έγινε από λόγους ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος προς τον ψιλό κύριο γιο της με σκοπό την κάλυψη των άμεσων στεγαστικών αναγκών του, β) τα περιουσιακά αυτά στοιχεία δεν προέκυψε ότι της απέφεραν κάποιο εισόδημα και γ) η επικαρπία τους δεν αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο δυνάμενο να εκποιηθεί και να καλύψει τις ανάγκες διατροφής της.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα τις προαναφερθείσες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις ανάγκες της ενάγουσας που προσδιορίζονται από τις ως άνω συνθήκες ζωής της, η ανάλογη διατροφή αυτής (εναγούσης) η οποία, όπως προαναφέρθηκε, λόγω της κατάστασης της υγείας της δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλήρως τη διατροφή της από εισοδήματα, περιουσία ή άσκηση επαγγέλματος, ανέρχεται στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως, ποσό που δεν μπορεί να καλυφθεί πλήρως από την ως άνω σύνταξη των 334,03 ευρώ που λαμβάνει μηνιαίως, υποχρεωμένου του εναγομένου να της καταβάλει τη διαφορά ποσού 466 ευρώ.
Η άσκηση δε της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας κατ' αυτού δεν είναι καταχρηστική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Με βάση επομένως τα προεκτεθέντα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση επεδίκασε στην ενάγουσα το προαναφερθέν ποσό ως μηνιαία διατροφή, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, έστω και με εν μέρει άλλη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθ. 534 ΚΠολΔ), οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Τέλος, όπως προαναφέρθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 826/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει ως τακτική διατροφή της ενάγουσας 400 ευρώ μηνιαίως επί μια διετία από της επιδόσεως της από 21-2-2005 σχετικής αγωγής που λήγει στις 3-3-2008. Κατόπιν τούτου και ενόψει του ότι η πιο πάνω απόφαση διατηρεί την ισχύ της για το ως άνω χρονικό διάστημα, όπου ορίσθηκε μ' αυτήν, η ενάγουσα για το από την επίδοση της υπό κρίση από 26-4-2007 αγωγής (2-5-2005) μέχρι τις 3-3-2008 χρονικό διάστημα, δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει διατροφή.
Επομένως, η κρινόμενη αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 2-5-2007 μέχρι 3-3-2008 και να γίνει δεκτή εν μέρει μόνον ως προς το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 3-3-2008 μέχρι της 2-5-2009". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά των κεφαλαίων αυτής που αφορούν την κατ' ουσίαν απόρριψη των ερειδομένων στις διατάξεις των άρθρων (ι) 1444 αρ.1 και (ιι) 281 ΑΚ ενστάσεών του εναντιώνεται ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1442 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του ν.1329/1983: "εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλον: 1) αν κατά την έκδοση του διαζυγίου βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει από αυτή τη διατροφή του, 2) αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι' αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, 3) αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, 4) σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση διαζυγίου, επιβάλλεται για λόγους επιείκειας".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η μεν βασική προϋπόθεση της αξιώσεως διατροφής, ήτοι "η αδυναμία εξασφαλίσεως της διατροφής, του πρώην συζύγου από τα εισοδήματα ή την περιουσία του", πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής διατροφής, η δε πρόσθετη προϋπόθεση της αδυναμίας ενάρξεως ή συνεχίσεως της ασκήσεως επαγγέλματος (1442 παρ.1 ΑΚ) ή της υπάρξεως λόγων επιείκειας για την παροχής διατροφής (1442 αρ.4 ΑΚ) πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο "εκδόσεως του διαζυγίου".
Περαιτέρω, από την ίδια αυτή διάταξη, συνδυασμένη και με το επόμενη άρθρο 1443 εδ. α' ΑΚ, όπως και αυτό ισχύει μετά το ν. 1329/1983, που ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 1487, 1493, 1494 και 1498 ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και για το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο, συνάγεται ότι η αξίωση διατροφής μετά το διαζύγιο παρέχεται μόνον όταν η διατροφή δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μείνει αβοήθητος, όταν δεν μπορεί με τα εισοδήματα, την περιουσία ή το δυνάμενο να ασκηθεί από αυτόν επάγγελμα, να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά το διαζύγιο, συνθήκες της ζωής του.
Συνεπώς, βασικές προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος διατροφής διαζευγμένου συζύγου, είναι, αφενός η ευπορία του υπόχρεου, η οποία πρέπει, κατά το άρθρο 1487, σε συνδυασμό με το άρθρο 1443 εδ. α' ΑΚ, να υπάρχει κατά το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται διατροφή και αφετέρου η απορία του δικαιούχου.
Έτσι, είναι δυνατόν, ενόψει όλων των συνθηκών ηλικίας, υγείας, ικανότητος ή δυνατότητος προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υπόχρεου, να γεννηθεί δικαίωμα διατροφής, όταν ο πρώτος, που στο πρόσωπό του συντρέχει μία των προαναφερθεισών προσθέτων προϋποθέσεων (κατά το χρόνο εκδόσεως του διαζυγίου αδυναμία ασκήσεως ή συνεχίσεως επαγγέλματος ή ύπαρξη λόγων επιείκειας), έχει περιουσία, το προϊόν όμως ρευστοποιήσεως της οποίας, μαζί με τα τυχόν υπάρχοντα περιορισμένα εισοδήματά του, δεν επαρκούν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για συνολική κάλυψη των βιοτικών αναγκών, Ενώ περαιτέρω, με βάση τη διέπουσα το θεσμό, αρχή της επιείκειας, δεν δύναται να αξιωθεί η εκποίηση μικρής εκτάσεως απρόσοδων περιουσιακών στοιχείων, οσάκις η διατήρησή τους επιβάλλεται από λόγους πρόνοιας, προς εξασφάλιση του ιδιόκτητου, τέως συζύγου, στο μέλλον για αντιμετώπισης έκτακτης οικονομικής ανάγκης.
Το εν λόγω δικαίωμα διατροφής αποκλείεται ή περιορίζεται κατά την διάταξη του άρθρου 1444 εδ. 1 ΑΚ αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια ή αν ο δικαιούχος είναι υπαίτιος του διαζυγίου του ή προκάλεσε εκούσια την απορία του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική όταν, η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση δεν δικαιολογείται και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει εις αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα συναίσθημα αδικίας.
Κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό κατά την έννοια της λέξεως "πράγμα" του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, που υπάγεται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, προτεινόμενος από τον εκκαλούντα μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή εκείνο των προσθέτων λόγων.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαίωμα που έχει κριθεί ήδη με τελεσίδικη απόφαση δεν επιτρέπεται να εξεταστεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων, είτε ως κύριο αντικείμενο, είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος. Περαιτέρω, ορίζεται στο άρθρο 330 του ίδιου Κώδικα ότι "Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι καταλαμβάνονται από το ουσιαστικό δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις που προτάθηκαν, άσχετα από τη νομική τους θεμελίωση, δηλαδή οι του δικονομικού δικαίου, οι καταχρηστικές και οι γνήσιες αυθύπαρκτες (αυτές δηλαδή που δεν στηρίζονται σε άλλο δικαίωμα), καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσίδικα τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι ενστάσεις αυτές έχουν το χαρακτήρα καταχρηστικών ενστάσεων.
Τέτοιες είναι οι ενστάσεις που στηρίζονται σε γεγονότα, τα οποία δεν θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση αυτοτελούς αγωγής, αλλά διακωλύουν τη γέννηση του δικαιώματος που ασκήθηκε στη δίκη ή το καταργούν και επομένως χρησιμεύουν μόνο για την απόκρουσή του.
Έτσι, οι καταχρηστικές αυτές ενστάσεις χάνονται για πάντα και δεν είναι πλέον δυνατή η πρότασή τους (των γεγονότων που τις απαρτίζουν) σε μεταγενέστερη δίκη, αφού η τυχόν παραδοχή τους οδηγεί σε αναίρεση των με την τελεσίδικη απόφαση κριθέντων και ανατροπή του δεδικασμένου που απορρέει απ' αυτήν. Ο αποκλεισμός δε αυτός των καταχρηστικών ενστάσεων επέρχεται άσχετα από το αν το δικαίωμα, στο οποίο αυτές στηρίζονται, θα μπορούσε να ασκηθεί και με αγωγή.
Αντίθετα, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο μία ένσταση που δεν προτάθηκε ή προτάθηκε και απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους και το δικαίωμα που στηρίζεται σ' αυτή, εφόσον η ένσταση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη προς την απαγγελθείσα με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση έννομη συνέπεια και προς το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή, ήτοι όταν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να αποτελέσει την ιστορική βάση ιδιαίτερης, αυτοτελούς αγωγής, διαφορετικής από εκείνη που κρίθηκε τελεσίδικα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή αγωγής θεμελιούμενης στο άρθρο 1442 ΑΚ, δημιουργείται δεδικασμένο για το ερειδόμενο στην αυτή ιστορική και νομική βάση δικαίωμα διατροφής και δεν επιτρέπεται επανεξέταση κατά το φερόμενο προς διάγνωσή του μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει το εν λόγω δικαίωμα και των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν προϋπόθεση αυτού.
Από το εν λόγω δεδικασμένο καλύπτονται και οι ερειδόμενες στα άρθρα 1444 εδ.1, 281 ΑΚ ενστάσεις, ως αυτοτελείς, καταχρηστικές και ανατρεπτικές, οι οποίες, αν και υφίσταντο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, δεν προτάθηκαν ή προβλήθηκαν απαραδέκτως. Κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων προέβαλε πρωτοδίκως τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 1444 εδ.1 και 281ΑΚ ενστάσεις, ερειδόμενες αμφότερες, κατά το μεταβιβασθέν με την έφεσή του κεφάλαιο της τελευταίας, μετά την απόρριψή τους από τη πρωτοβάθμια απόφαση, στην διατύπωση του ισχυρισμού της εκούσιας προκλήσεως από την αναιρεσίβλητη απορίας της.
Κατά τις αντίστοιχου περιεχομένου παραδοχές της "Το δικαίωμα αυτό της ενάγουσας δεν έπαυσε λόγω εκούσιας πρόκλησης της απορίας της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Και βέβαια, όπως αποδείχθηκε ο εκκαλών της είχε μεταβιβάσει την επικαρπία του πρώτου και δεύτερου ορόφου της ως άνω κείμενης στη θέση "Τουρκοπάζαρο" οικοδομής και ότι κατά το έτος 2005 αυτή μεταβίβασε στο γιό της Σ.
Σ. την επικαρπία των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών λόγω γονικής παροχής με το υπ' αριθμ. .../30-8-2005 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πράγας Δημητρίου Δούκα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Όμως η εν λόγω μεταβίβαση της επικαρπίας των ως άνω ιδιοκτησιών δεν συνιστά εκούσια πρόκληση απορίας της ενάγουσας δεδομένου ότι (α) έγινε από λόγους ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος προς τον ψιλό κύριο γιό της με σκοπό την κάλυψη των άμεσων στεγαστικών αναγκών του, (β) τα περιουσιακά αυτά στοιχεία δεν προέκυψε ότι της απέφεραν κάποιο εισόδημα και (γ) η επικαρπία της δεν αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο δυνάμενο να εκποιηθεί και να καλύψει τις ανάγκες διατροφής της", καταλήγοντας στη συνέχεια, σε συνέπεια με την περί πραγμάτων κρίση της αυτή, "Η άσκηση δε της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας κατ' αυτού δεν είναι καταχρηστική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος".
Οι αιτιολογίες αυτές, αξιολογούμενες αναφορικά με την δικαιολόγηση της μεταβιβάσεως της επικαρπίας των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών αιτία γονικής παροχής, ελέγχονται για την ανεπάρκειά τους, εφόσον δεν προσδιορίζονται το ιδιαίτερο καθήκον της αναιρεσίβλητης και οι στεγαστικές ανάγκες του υιού της, σε συνδυασμό προς την παράλληλη αντιφατική παραδοχή της ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία δεν προέκυψε ότι μπορούσαν να αποφέρουν εισόδημα, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη, με το β' σκέλος του πρώτου λόγου και το γ' σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 659 άρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της σε πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 1444 εδ.1 και 281 ΑΚ.
Παράλληλα όμως δέχθηκε ότι επί προηγούμενης αγωγής της αναιρεσίβλητης, απευθυνομένης κατά του αναιρεσείοντος και ερειδόμενης ομοίως στο άρθρο 1442 ΑΚ, εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της για το μέχρι 3-3-2008 χρονικό διάστημα, η 826/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η κατά της οποίας έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την 131/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Στο απορρέον από την εν λόγω τελεσίδικη πρωτοβάθμια απόφαση δεδικασμένο στήριξε η προσβαλλόμενη απόφαση την κρίση της για το κατά το άρθρο 1442 περ.1 ΑΚ δικαίωμα διατροφής της αναιρεσίβλητης. Από το εν λόγω όμως δεδικασμένο καλύπτονται, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, και οι υφιστάμενες κατά τον χρόνο συζητήσεως της προηγούμενης αγωγής (22-6-2006) ενστάσεις από τα άρθρα 1444 εδ.1 και 281 ΑΚ, οι οποίες δεν προτάθηκαν, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβολή τους να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη (πρ.βλ.
Ολ.ΑΠ 8/1993), λόγο για τον οποίο και έπρεπε να απορριφθούν, ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με εσφαλμένες αιτιολογίες, χωρίς να δικαιολογείται αντικατάστασή τους, εφόσον δεν δημιουργείται διάφορο, βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα, εξ αυτών δεδικασμένο (ΚΠολΔ 578).
Με την έννοια αυτή αλυσιτελής αξιολογείται, ελλείψει του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 68,73), η έρευνα και των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1, 8, 10 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσβάλλονται τα αυτά κεφάλαια της αποφάσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 57/21-7-2010 αίτηση για αναίρεση της 43/10-2-2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ