Legislator Case Law & Legislation
1567/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding bank's priority rights over property. Appeal rejected due to lack of legal basis for abuse of right. Court upholds lower court's rejection of claim. Bank's priority rights valid despite procedural delays. No abuse of right found in enforcement actions.

Case Number 1567/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the bank abused its right to demand the dissolution of property transfers, claiming the debt was secured, interest rates were excessive, and forced auctions were conducted at undervalued prices. The court rejected these arguments, finding no legal basis for abuse of right as the bank's priority rights were valid and the appellants failed to prove the specific intent to harm required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 1509 of the Civil Code: The right to demand dissolution of transfers is limited to cases of intent to harm creditors, and parental gifts exceeding reasonable limits do not constitute abuse of right.

Keywords

AI generated
abuse of right priority rights dissolution of transfers parental gift creditor protection Civil Code provisions intent to harm

Cited Legislation

AI generated
Articles 939, 941, 942 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 1509 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1567 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1567/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Χ1, Χ2 και Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα ο οποίος ανακάλεσε την από 22/4/2008 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαδογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/1992 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9254/1996 προδικαστική και 5394/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9235/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/4/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 24/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ.1 και 942 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ., τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους.

Η πρόθεση βλάβης του δανειστή θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση.

Περαιτέρω, η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 1687/2002, 638/2004).

Εξάλλου, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 Α.Κ. αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 Α.Κ.) (ΑΠ 1/2002).

Τέτοια δε παθητική εις ολόκληρον ενοχή υφίσταται, σύμφωνα με τις διατάξεις 847, 851 ΑΚ, και στην περίπτωση κατά την οποία με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στο δανειστή του και, επομένως, όταν καταβάλει σ' αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως, όμως, εκπληρώνει και τη δική του υποχρέωση.

Είναι, κατά συνέπεια, και ο εγγυητής, οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε απ' αυτόν προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση του δανειστή του, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ (ΑΠ 677/2003). Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, ανελέγκτως, τα εξής περιστατικά: "Με την ..... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό (που έχει το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού), η οποία, καταρτίστηκε στην Αθήνα, στις 7/5/1977, μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΙΓΝΙΔΙΩΝ ΛΥΡΑ", όπως νόμιμα εκπροσωπήθηκαν, η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση με ανοικτό λογαριασμό, ύψους 1.500.000 δρχ.

που στη συνέχεια ανήλθε, σταδιακά, στο ποσό των 477.000.000 δρχ., με είκοσι οκτώ συμβάσεις, αυξητικές της αρχικής και ταυτάριθμες με αυτή, που καταρτίστηκαν μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων κατά το χρονικό διάστημα από 11/6/1977 έως και 29/11/1988. Ταυτόχρονα, κατά την κατάρτιση τόσο της αρχικής, όσο και όλων των επόμενων αυξητικών της αρχικής συμβάσεων, ο πρώτος εναγόμενος Χ1, μαζί με τους Α και Β (που δεν είναι διάδικοι στη δίκη), εγγυήθηκαν εγγράφως προς την ενάγουσα την τήρηση όλων των όρων της πιστωτικής σύμβασης και την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της παρεχόμενης πίστωσης, πλέον των κατά τους όρους της σύμβασης τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων και εξόδων, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο με την πιστούχο εταιρεία και ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι από την ένσταση της δίζησης.

Οι ίδιοι εγγυητές αποδέχθηκαν επίσης ότι τους δεσμεύει οποιαδήποτε αναγνώριση της οφειλής που θα γίνει στο μέλλον από μέρους της πιστούχου εταιρείας. Για την εξυπηρέτηση της εν λόγω πίστωσης, της οποίας έκανε χρήση η πιστούχος, τηρήθηκαν συνολικά δεκαεπτά λογαριασμοί. Επειδή όμως, οι λογαριασμοί αυτοί εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπο, συνολικά, 504.111.974 δρχ.

στις 18/11/1991 (και ενώ αμέσως προηγουμένως η πιστούχος εταιρεία με τις από 20/10/1991 δεκαεπτά επιστολές της προς την ενάγουσα είχε αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα το χρεωστικό υπόλοιπο των ίδιων λογαριασμών της 15ης/9/1991), σε βάρος της πιστούχου, η ενάγουσα Τράπεζα, με την από 18/11/1991 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της, έκλεισε οριστικά τους παραπάνω λογαριασμούς, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, αλλά και από το νόμο (αρθρ. 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ), Ακολούθως, η ενάγουσα γνωστοποίησε το κλείσιμο των λογαριασμών και το χρεωστικό κατάλοιπο τους (έντοκο από 19/11/1991 μέχρι την εξόφληση) στην πιστούχο και στους εγγυητές με τις από 18/11/1991 σχετικές επιστολές της που τους επέδωσε στις 10/12/1991, οι οποίοι και δεν προέβαλαν αντιρρήσεις, αρνήθηκαν όμως, να πληρώσουν το χρεωστικό κατάλοιπο.

Μετά την άρνηση τους αυτή, η ενάγουσα υπέβαλε σχετική αίτηση (από 30/5/1992) στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδόθηκε η 13637/1992 διαταγή πληρωμής αυτού σε βάρος όλων των οφειλετών (πρωτοφειλέτριας πιστούχου και τριών συνεγγυητών), με την οποία αυτοί υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα, σε ολόκληρο ο καθένας:

α) 592.173.703 δρχ. για κεφάλαιο (απαίτηση από την παραπάνω ..... σύμβαση και τις ταυτάριθμες αυξητικές), β) 834.270 δρχ. για έξοδα, με το νόμιμο τόκο, το μεν ποσό των 592.173.703 δρχ. από 6/5/1992, το δε ποσό των 834.270 δρχ. από 31/12/1991, έως την εξόφληση, με το ανώτατο κάθε φορά επιτόκιο για τις προς τις Τράπεζες οφειλές που βρίσκονται σε καθυστέρηση, πλέον του Ειδικού Φόρου επί Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ) που αναλογεί εκάστοτε, σύμφωνα με το νόμο, επί των τόκων, καθώς και γ) 18.407.000 δρχ.

για τη δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Όλοι οι καθ' ων (πιστούχος και τρεις εγγυητές) άσκησαν κατά της αντιδίκου τους και κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής (που τους επιδόθηκε με επιταγή προς πληρωμή) την από 24/3/1993 και με αύξ. αριθμ. κατάθ. 3060/1993 ανακοπή τους, κατ' αρθρ. 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε (ως κατ' ουσίαν αβάσιμη) με την 7206/1994 απόφαση εκείνου του δικαστηρίου.

Η απορριπτική αυτή απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας - τότε καθ' ης η ανακοπή, στους ανακόπτοντες, όλους κατοίκους, τότε ..., στις 11/10/1994, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα ..... έως και ..... από 11/10/1994 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... .

Οι ανακόπτοντες (όπως, βέβαια, και η ενάγουσα Τράπεζα) δεν άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατά της παραπάνω απόφασης και, κατά συνέπεια, η προαναφερόμενη ανακοπή θεωρείται ότι έχει απορριφθεί τελεσίδικα. Υφίσταται, λοιπόν, δεδικασμένο (αρθρ. 321 επ. ΚΠολΔ) για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο επίδικης απαίτησης που αποκλείει πλέον την αμφισβήτηση, από μέρους του πρώτου εναγομένου - συνεγγυητή, της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης.

Οι εναγόμενοι, άλλωστε, δεν αμφισβητούν, ειδικά, την ύπαρξη και το ύψος της επίδικης απαίτησης. Στο μεταξύ, ο πρώτος των εναγομένων, εγγυητής της πιστούχου εταιρείας, στις 16/3/1990, με το ..... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ρέλλια που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στις συνεναγόμενες, τότε ανήλικες, κόρες του Χ2 και Χ2, ηλικίας, τότε, δεκατεσσάρων (14) ετών και δέκα (10) ετών, αντίστοιχα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν, κατά την κατάρτιση του συμβολαίου, από τον ίδιο και τη σύζυγο του Γ που ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα σ' αυτές, κατά κυριότητα, το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου που του ανήκε σε δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες - μεζονέτες, οι οποίες αποτελούνται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο με ενιαία λειτουργικότητα που βρίσκονται σε οικόπεδο στο συνοικισμό "..." του δήμου ..., στην οδό ..., Εμβαδού 769,73 τετρ.

μέτρων. Συγκεκριμένα, μεταβίβασε, για την πιο πάνω αιτία, στην κόρη του Χ3 το 1/2 εξ αδιαιρέτου εκείνης από τις προαναφερόμενες μεζονέτες που έχει εμβαδόν 292,51 τετρ. μέτρων (με στοιχ. Υ-1, 1-1 και Α-1) και στην κόρη του Χ2 το 1/2 εξ αδιαιρέτου της άλλης μεζονέτας που έχει εμβαδόν 273,07 τετρ. μέτρων (με στοιχ. Υ-2, Ι-2 και Α-2), συνολικής αγοραίας αξίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, 120.000.000 δρχ. (60.000.000 δρχ.

το κάθε ακίνητο), κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (η αντικειμενική τους αξία προσδιορίστηκε από την αρμόδια ΔΟΥ σε 13.130.247 δρχ. και 15.247.803 δρχ., αντίστοιχα). Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε άλλα, εμφανή, περιουσιακά στοιχεία, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, εκτός από έναν αγρό, κυριότητας του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στην ..., έκτασης τεσσάρων στρεμμάτων, αξίας (του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) 6.000.000 δρχ.

κατ' εκείνον το χρόνο (άσκησης της αγωγής), μεταβίβασε τα παραπάνω ακίνητα στις ανήλικες κόρες του με το σκοπό να βλάψει την ενάγουσα δανείστρια, αποφεύγοντας την πληρωμή του επίδικου χρέους του προς αυτή. Με τις μεταβιβάσεις αυτές ο πρώτος εναγόμενος κατέστησε ανέφικτη την ικανοποίηση, έστω κατά ένα μέρος, της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον του, δεδομένου ότι γνώριζε ότι υπάρχει το επίδικο χρέος, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω, και ότι με τις απαλλοτριώσεις των περιουσιακών του αυτών στοιχείων η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας ενάγουσας με συνέπεια η τελευταία να υποστεί βλάβη.

Ο πρώτος εναγόμενος, ειδικότερα, γνώριζε, κατά το χρόνο της κατάρτισης του συμβολαίου των γονικών παροχών (16/3/1990), που είναι ο κρίσιμος χρόνος των απαλλοτριώσεων, ότι με τις επιχειρούμενες απαλλοτριώσεις καθίστατο εντελώς αφερέγγυος και δεν ήταν δυνατό πλέον να εισπραχθεί από την ενάγουσα το εν λόγω χρέος του, εξαιτίας της διαρκούς από τότε αφερεγγυότητας του.

Ο ίδιος, εξάλλου, που ήταν αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της πιστούχου εταιρείας και διευθύνων σύμβουλος αυτής, γνώριζε, κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων, λόγω της ιδιότητας του αυτής (διοικητή της εταιρείας), την παθητική, σε βάρος της πιστούχου εταιρείας του, κατάσταση από τη λειτουργία της ένδικης σύμβασης και την κίνηση των σχετικών λογαριασμών που τηρήθηκαν στα πλαίσια αυτής, όπως η παθητική αυτή κατάσταση προέκυπτε από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων των πιο πάνω λογαριασμών που εμφάνιζαν μάλιστα τότε (δηλαδή κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων στις 16/3/1990) χρεωστικό υπόλοιπο, σε βάρος της πιστούχου, ύψους 300.000.000 δρχ.

περίπου. Περαιτέρω, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε πως υπήρχε ανάγκη που να δικαιολογεί την εσπευσμένη και αιφνίδια μεταβίβαση των προπεριγραφόμενων ακινήτων του πρώτου εναγομένου στις ανήλικες κόρες του με γονική παροχή, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αφού αυτές, λόγω της μικρής ηλικίας τους, εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών τους από τους υπόχρεους γι' αυτό ανιόντες - γονείς τους (οι εναγόμενοι απλώς επικαλούνται, αόριστα, επικείμενη, τότε, μεγάλη αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων που θα είχε ως συνέπεια, αν καθυστερούσαν οι μεταβιβάσεις, να επιβαρυνθούν αυτές με μεγαλύτερες δαπάνες), ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας δεν αναιρείται, αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας Τράπεζας, ο πρώτος εναγόμενος - οφειλέτης, παράλληλα, επιδίωκε και τους σκοπούς της γονικής παροχής, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Όσα, λοιπόν, για το αντίθετο ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ισχυρίζονται, ακόμη, οι τελευταίοι ότι η περιουσία της πρωτοφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας ήταν επαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας "ΕΤΕ ΑΕ", αφού είχε στην κυριότητα της ακίνητο (οικόπεδο και εργοστάσιο με τα μηχανήματα του παραγωγής εμπορευμάτων), αξίας τουλάχιστον 4.000.000.000 δρχ., επί του οποίου είχε εγγραφεί εμπράγματη ασφάλεια, με συνέπεια να είναι προνομιακά εξασφαλισμένη η ένδικη απαίτηση και η ενάγουσα να μην υφίσταται βλάβη.

Και ο ισχυρισμός, όμως, αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ, για τη διάρρηξη των προσβαλλόμενων γονικών παροχών ως καταδολιευτικών, δεν απαιτείται να συντρέχει επιπλέον των όσων ορίζονται στην εν λόγω διάταξη και η αφερεγγυότητα των λοιπών συνοφειλετών κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης ή της άσκησης της αγωγής (ή, ακόμη, και της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), δεδομένου ότι ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο εκείνου που απαλλοτριώνει - οφειλέτη και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, δηλαδή έστω και όταν αυτοί διαθέτουν επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος δικαιούται, κατ' αρέσκεια, να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε σε ολόκληρο συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας".

Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως έκρινε ότι οι ως άνω απαλλοτριωτικές πράξεις, ως καταδολιευτικές, υπόκεινται σε διάρρηξη. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, (καθώς και κάποια άλλη ουσιαστική διάταξη), ούτε στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφήρμοσε.

Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 3 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο χωρίς να τάξει αποδείξεις εδέχθη ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις απαλλοτριωτικές πράξεις προς το σκοπό βλάβης της εναγούσης, τελών εν γνώσει ότι η υπολειπομένη περιουσία του μετά τις εν λόγω μεταβιβάσεις δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της τελευταίας.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί διεξαγωγής αποδείξεων περιέχεται σ' αυτή ως δικονομικό θέμα αποδείξεως και το ανωτέρω γνωστικό στοιχείο, καθώς και η βούληση του πρώτου εναγομένου να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεως της εναγομένης.

Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 περ. α' του ιδίου άρθρου είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα περί της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη διάρρηξη των επιμάχων δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω, ο από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί το Εφετείο, χωρίς να τάξει αποδείξεις, εδέχθη ότι η δεύτερη και η τρίτη εκ των εναγομένων εγνώριζαν τον καταδολιευτικό χαρακτήρα των άνω δικαιοπραξιών, είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές τις αποφάσεως, οι εν λόγω δικαιοπραξίες έχουν χαριστικό χαρακτήρα (γονικές παροχές), και επομένως δεν ήταν απαραίτητο στοιχείο για την διάρρηξή των ή ύπαρξη στο πρόσωπο των εν λόγω διαδίκων του προαναφερομένου γνωστικού στοιχείου.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ορισμένως στο δικαστήριο της ουσίας το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, έστω και αν αυτό λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, με λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται ορισμένως ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν τη δικαστική ομολογία, είναι απαράδεκτος.

ΙV. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. (ΑΠ 16/2006). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων, ισχυρίσθηκαν ότι καταχρηστικώς η αναιρεσίβλητη ασκεί το επίδικο διαπλαστικό δικαίωμα διαρρήξεως των άνω δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών και τούτο γιατί:

α) η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας "ΕΤΕ ΑΕ" είναι απόλυτα εξασφαλισμένη με εμπράγματη προνομιακή εξασφάλιση επί του ακινήτου της πρωτοφειλέτριας πιστούχου εταιρείας, αξίας τουλάχιστον 4.000.000.000 δρχ., β) η ενάγουσα καθυστέρησε την ικανοποίηση της απαίτησης της, προκειμένου να την αυξήσει με τους υπέρογκους τόκους υπερημερίας που δημιουργήθηκαν από το κλείσιμο των λογαριασμών και γ) επέσπευσε αναγκαστικούς πλειστηριασμούς, με εξευτελιστικές τιμές, για τμήματα του όλου οικοπέδου της πρωτοφειλέτριας πιστούχου, ενώ επρόκειτο για ενιαίο οικόπεδο, συνολικής έκτασης 18.740 τετρ.

μέτρων, που έπρεπε να μην κατακερματιστεί, ώστε να ενδιαφερθούν σοβαρές βιομηχανικές μονάδες και να επιτευχθεί πλειστηρίασμα που ν' ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του (ως ενιαίου ακινήτου). Τα περιστατικά όμως αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συγκροτούν την νομική έννοια της καταχρηστικότητος του ασκουμένου άνω δικαιώματος και επομένως το Εφετείο που, δι' επαλλήλου σκέψεώς του, απέρριψε ως μη νόμιμο τον άνω ισχυρισμό, επανυποβληθέντα ενώπιόν του δια της ασκήσεως της εφέσεως υπό των αναιρεσειόντων, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε κα την παρατεθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 281 ΑΚ), και οι περί του αντιθέτου έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Στον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει, δι επαλλήλου σκέψεως ως απαράδεκτο τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό, γιατί δεν προεβλήθη ορισμένως στον πρώτο βαθμό, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού το Εφετείο απέρριψε (ορθώς) τον άνω ισχυρισμό και ως μη νόμιμο η κρίση του δε αυτή επαρκώς στηρίζει το διατακτικό.

Με τους ίδιους ως άνω λόγους προβάλλεται, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί ο υπό της τελευταίας διατάξεως προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ως μη νομίμους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.4.2007 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 9235/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ