Legislator Case Law & Legislation
1566/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague facts and unreviewable evidence assessment.

Case Number 1566/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a boundary dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence showing a grandfather opened a path for his property, but the court found this argument inadmissible. The court ruled the appeal was procedurally flawed due to vague factual allegations and constituted an unreviewable assessment of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague factual allegations is inadmissible, and challenges to the substantive court's evaluation of evidence are inadmissible as they constitute unreviewable discretion.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague factual allegations unreviewable evidence assessment boundary dispute code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1566 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1566/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέως Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Κ. Α., 2) Θ. Κ. του Ε., 3) Δ. Κ. του Γ., 4) Γ. Κ. του Λ. και 5) Ν. Α. του Ι. Ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 5 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευγενία Φωτοπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-04-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Επιδαύρου Λιμηράς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 48/2017 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 70/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση των δύο παραπάνω αποφάσεων ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 18-07-2019 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 603/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 18-07-2019 αίτηση για αναίρεση της 48/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου Λιμηράς, αναίρεσε την 70/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που δίκασε ως Εφετείο, και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 318/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-02-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ης, 2ου, 3ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 709/2023, ΑΠ 583/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση αυτής, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, απλός ομόδικος των λοιπών αναιρεσιβλήτων - δικαιούχων δουλείας οδού υπέρ αντίστοιχων αυτοτελών ιδιοκτησιών τους, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τη με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου Ι. Β., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την, στη συνέχεια αυτής, από 28-02-2023 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και την, από 28-02-2023, πράξη της Προέδρου του Γ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του τέταρτου αναιρεσίβλητου, Νικόλαο Δημητράκουλα, ο οποίος είναι, κατ' άρθρ. 143 παρ. 1, 330, 438 και 104 του ΚΠολΔ, αντίκλητος του 4ου αναιρεσίβλητου, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.

Και, τούτο, διότι ο προαναφερθείς δικηγόρος εκπροσώπησε τον 4ο αναιρεσίβλητο, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της εκκαλούμενης και προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα, από το προεισαγωγικό και κυρίως τμήμα αυτών, στο οποίο βεβαιούται ότι η δίκη διεξήχθη αντιμωλία του 4ου αναιρεσίβλητου, απλού ομοδίκου των λοιπών αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 1287/2022).

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του 4ου αναιρεσίβλητου (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

[2] Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες και τρίτοι ήδη μη διάδικοι, με την από 18-04-2016 αγωγή τους, που άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Επιδαύρου Λιμηράς, ζήτησαν, κυρίως, να αναγνωριστεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τμημάτων της περιγραφόμενης αγροτικής οδού, η οποία, από αμνημονεύτων χρόνων, χρησιμοποιείται για τη διέλευση οχημάτων και μετάβαση των κατοίκων στους εκεί αναφερόμενους Ιερούς Ναούς, και η, από το δικαίωμα προσωπικότητας αυτών, απορρέουσα χρήση επί των άνω τμημάτων αυτής, τα οποία ο αναιρεσείων - εναγόμενος κατέλαβε, στις 10-07-2015 και 15-07-2015, αυθαίρετα, να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων - εναγόμενος να απομακρύνει τα απ' αυτόν τεθέντα εμπόδια, άλλως να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διέλευσης επί των παραπάνω τμημάτων υπέρ των αντίστοιχων αναφερόμενων δεσποζόντων ακινήτων τους και σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του αναιρεσείοντος - εναγόμενου, κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, με άσκηση πράξεων οιονεί νομής διέλευσης για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και να υποχρεωθεί αυτός να άρει την προσβολή.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 48/2017 απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κύρια βάση της αγωγής και έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η επικουρική βάση αυτής. Επί της από 16-10-2017 έφεσης του ηττηθέντος - εναγόμενου, με την οποία μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση μόνο κατά την επικουρική βάση της αγωγής, εκδόθηκε η 70/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το οποίο, αφού έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο καθώς και κατά το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων κράτησε την υπόθεση δίκασε την αγωγή κατά τα ως άνω κεφάλαια, και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την προαναφερόμενη επικουρική βάση αυτής.

Επί της ασκηθείσας από 18-07-2019 αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγόντων για αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων (Ειρηνοδικείου και του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης) εκδόθηκε η 603/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση για αναίρεση της 48/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου Λιμηράς και αναίρεσε, ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, την 70/2019 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, και παρέπεμψε, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Επί της παραπάνω έφεσης, εισαχθείσας προς συζήτηση, στο παραπάνω δικαστήριο παραπομπής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμ. 318/2022 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατά της ανωτέρω εκκαλούμενης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής.

Ήδη, με την από 13-02-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - εναγόμενου ζητείται η αναίρεση της παραπάνω προσβαλλόμενης απόφασης. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 17-01-2023 επίδοση της προσβαλλόμενης στον αναιρεσείοντα μέχρι την κατάθεση της αίτησης στη Γραμματεία του Εφετείου στις 15-02-2023, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού, όταν το ακίνητο στερείται την αναγκαία οδό, που να εξυπηρετεί την κανονική και σύμφωνη με τον προορισμό του εκμετάλλευση, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, κρινόμενο αντικειμενικά με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης (ΑΠ 527/2020, ΑΠ 399/2011).

Η πραγματική δουλεία μπορεί να συσταθεί σε ολόκληρο το ακίνητο ή σε διακεκριμένο μέρος του, όχι όμως σε ιδανικό του μέρος, η άσκηση, επίσης, του δικαιώματος αυτού μπορεί να εντοπισθεί σε ορισμένο τμήμα ή θέση του ακινήτου (ΑΠ 1113/2023, ΑΠ 282/2019). Το δικαίωμα αυτό μπορεί να συσταθεί 1) με δικαιοπραξία εν ζωή, 2) με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) και 3) με δικαιοπραξία αιτία θανάτου, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως δηλαδή με διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης παραχωρεί δικαίωμα πραγματικής δουλείας πάνω σε δικό του ακίνητο και υπέρ άλλου ακινήτου (ΑΠ 1113/2023, ΑΠ 282/2019).

Από τις αυτές παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση που μεταξύ του περίκλειστου ή του εξομοιούμενου με αυτό και του κοινόχρηστου δρόμου παρεμβάλλονται περισσότερα από ένα ακίνητα, τότε, για να εκπληρώνεται ο προαναφερόμενος σκοπός, (με την παροχή της αναγκαίας διόδου από το περίκλειστο έως τον κοινόχρηστο δρόμο), πρέπει ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου να έχει εξασφαλίσει από τα λοιπά μεσολαβούντα ακίνητα το δικαίωμα διέλευσης με νόμιμο τρόπο έστω και με τη μορφή περιορισμένης προσωπικής δουλείας (ΑΠ 1453/2010).

Ως προς την κτήση με έκτακτη χρησικτησία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).

Ειδικότερα, η πραγματική δουλεία οδού συνιστάται και με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με τη διέλευση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου από το δουλεύον ακίνητο επί μία 20ετία με διάνοια δικαιούχου και, συγκεκριμένα, με άσκηση σωματικής εξουσίας επί του ακινήτου, κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενό του, και με διάνοια άσκησης του δικαιώματος της δουλείας αυτής, και όχι από οικειότητα ή κατά παράκληση, εφαρμοζόμενου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 1113/2023, ΑΠ 339/2022, ΑΠ 796/2021).

Σ' αυτήν όπως και σε όλες τις δουλείες, έχει εφαρμογή ο αναγκαστικού δικαίου ρυθμιστικός κανόνας του εδ. α του ως άνω άρθρου 1124, κατά τον οποίο το δικαίωμα της δουλείας εκτείνεται μόνο έως την εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, το μέγεθος της οποίας κρίνεται αντικειμενικώς, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της σύστασής του, επί κτήσης δε της δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, ως χρόνος σύστασης νοείται ο χρόνος έναρξης της οιονεί νομής, με διάνοια δικαιούχου (ΑΠ 1384/2014).

Κατά το άρθρο 1125 ΑΚ, στο δικαίωμα της δουλείας περιλαμβάνεται κάθε πράξη του δικαιούχου που είναι αναγκαία για την άσκησή της. Οφείλει όμως αυτός να ασκεί το δικαίωμά του με κάθε δυνατή φειδώ ως προς τα συμφέροντα του κυρίου του δουλεύοντος. Με την ανωτέρω διάταξη στην άσκηση της δουλείας καθιερώνονται οι αρχές της ανάγκης και της φειδούς.

Με το εδ. α καταγράφονται οι εξουσίες του δουλειούχου που συνίστανται στην επιχείρηση κάθε πράξης αναγκαίας για την εξυπηρέτηση της ανάγκης που καλύπτεται με τη δουλεία. Με το εδ β, που συνιστά εξειδίκευση του 281 ΑΚ, με φειδώ άσκηση είναι η αποφυγή άσκησης του δικαιώματος της δουλείας κατά τρόπο που θα βλάπτει, χωρίς ανάγκη, το συμφέρον του κυρίου του δουλεύοντος (ΑΠ 1625/2011).

Ο κύριος του δουλεύοντος έχει για προστασία του την αρνητική και διεκδικητική αγωγή. [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1016 ΑΚ, εκείνος που παρακωλύεται ή διαταράσσεται στη χρήση της διόδου προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την προστασία των πραγματικών δουλειών, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Παρακώλυση της χρήσης της διόδου υπάρχει όταν ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου εμποδίζεται πλήρως να χρησιμοποιήσει τη δίοδο, ενώ διατάραξη όταν εμποδίζεται μερικώς.

Σε περίπτωση παρεμπόδισης ή διατάραξης της χρήσης της διόδου, ο δικαιούχος μπορεί να προστατευθεί αφενός ως δουλειούχος με την εμπράγματη αγωγή περί ομολογήσεως δουλείας του άρθρου 1132 ΑΚ, ήτοι να απαιτήσει από εκείνον που προσβάλλει το δικαίωμά του αυτό την αναγνώριση της δουλείας, την άρση της προσβολής αυτής και την παράλειψή της στο μέλλον, αφετέρου δε ως οιονεί νομέας της δουλείας με τις αγωγές για την προστασία της νομής.

'Ετσι, στην περίπτωση άσκησης αγωγής από το δικαιούχο πραγματικής δουλείας οδού, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία κατά του προσβολέα του πιο πάνω δικαιώματος, τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής αυτής, όταν ασκείται από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, είναι όλα εκείνα τα περιστατικά που θεμελιώνουν την έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή την άσκηση οιονεί νομής με διάνοια δουλειούχου επί 20 έτη στην επίδικη οδό, καθώς και εκείνα τα περιστατικά που συνιστούν την προσβολή (με αποβολή ή διατάραξη) του δικαιώματος από τον κύριο του δουλεύοντος ή από τρίτο πρόσωπο.

Αίτημα, δε, της εν λόγω αγωγής είναι η αναγνώριση του δικαιώματος δουλείας οδού και η άρση της προσβολής του (ΑΠ 1113/2023, ΑΠ 603/2021). Ο εναγόμενος μπορεί να αντιτάξει άρνηση της βάσης της αγωγής ή να προβάλει ενστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και ότι η δουλεία έχει αποσβεστεί κατ' άρθρο 1136 ΑΚ, όταν η άσκησή της γίνεται αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς.

Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια, όταν, δηλαδή, η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη. Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο, κατά το ίδιο μέτρο και το ίδιο ευχερώς εξυπηρετείται και από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 563/2020).

Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1701/2018), ενώ η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της αρχικής οδού μέσω δουλεύοντος ακινήτου, κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ), αποτελεί νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πιο πάνω δουλείας (ΑΠ 444/2021, ΑΠ 603/2021, ΑΠ 563/2020), γιατί υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.

Η περίπτωση δηλαδή αυτή, υφίσταται μόνο αν η άσκηση της δουλείας κατέστη πλέον μάταιη και περιττή, άνευ ετέρου (ΑΠ 444/2021, ΑΠ 299/2020, ΑΠ 930/2018). [3] Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021). [4] Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 672/2022, ΑΠ 890/2021).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 34/2021). [5] Για την πληρότητα των άνω, από τους αριθμούς 1α και 6, λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1402/2022).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το ως άνω Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την επικουρική βάση της υπό κρίσης αγωγής ζητούσαν να αναγνωριστεί το ασκούμενο δικαίωμά τους οιονεί νομής δουλείας διέλευσης επί του επιδίκου πλάτους 4 μ.

και μήκους 520 μέτρων σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του εναγόμενου στη θέση "..." και προς εξυπηρέτηση των αναφερομένων στην αγωγή ελαιοκτημάτων τους, που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ότι έχουν την κυριότητα, νομή και κατοχή τους, και συγκεκριμένα των ελαιοκτημάτων : 1) Της Ελευθερίας Γαλανού ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εις θέσεις:

α) "...", εκτάσεως 10 στρεμμάτων, συνορευομένου με Θ. Κ., κληρονόμους Δ. Π. και δασική έκταση, β) "..." εκτάσεως "14" στρεμμάτων, συνορευομένου με Θ. Κ., Δ. Λ., Θ. Κ., και Κ. Μ., και γ) "Χωράφια" εκτάσεως 10 στρεμμάτων συνορευομένου με Ι. Κ., Δ. Λ., Π. Κ. και Μ. Π. Συνολικώς εκτάσεως 34 στρεμμάτων των κτημάτων αυτών εις τα οποία φύονται 500 και πλέον παραγωγικά ελαιόδενδρα 2) Του Θ.

Κ. ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, εις τις κατωτέρω θέσεις υπό τα γνωστά επί τόπου όρια τους: α) "...", εκτάσεως 20 στρεμμάτων, συνορευομένου με Ε. Γ., Δ. Λ., Π. Κ. και Δ. Π. β) "..." εκτάσεως "4" στρεμμάτων, συνορευομένου με Δ. Λ., Ε. Γ. και Π. Κ. γ) "..." εκτάσεως 4 στρεμμάτων, συνορευομένου με Δ. Κ., δ) "..." εκτάσεως 8 στρεμμάτων, συνορευομένου με Δ.

Λ. και Ελβετό ονόματι Ε., αγνώστου επωνύμου. Συνολικώς δε υπάρχουν εις τα πυκνοφυτεμένα αυτά ελαιοκτήματα εκτάσεως 36 στρεμμάτων 1.000 και πλέον παραγωγικά ελαιόδενδρα. 3) Του Δ. Κ. ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, εις τις κατωτέρω και υπό τα επί τόπου όρια τους θέσεις: α) "...", εκτάσεως 16.900 στρεμμάτων, συνορευομένου με Λ.

Κ. και δασική έκταση, β) "...", εκτάσεως 3.900 στρεμμάτων, συνορευομένου με δασική έκταση και Λ. Κ. γ) "..." εκτάσεως 6.100 στρεμμάτων, συνορευομένου με Θ. Κ., Κ. Μ., Ν. Α. και δασική έκταση, δ) "...", εκτάσεως 10.600 στρεμμάτων, υπό τα γνωστά όρια του, ε) "..." εκτάσεως 1 στρέμματος, υπό τα επί τόπου όρια του, στ) "...", εκτάσεως 1.200, συνορευομένου με Ν.

Κ. κλ.π. και ζ) "...", εκτάσεως 4 στρεμμάτων, συνορευομένου με Γ. Κ. και Λ. Κ.. Εις όλα τα εν λόγω ελαιοκτήματα εκτάσεως 43.700 στρεμμάτων φύονται 900 τουλάχιστον ελαιόδενδρα. 4) Του Γ. Κ. ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου, εις τις κατωτέρω θέσεις και υπό τα εις αυτές σταθερά όρια τους: α) "..." εκτάσεως 30 στρεμμάτων, συνορευομένου με Κ.

Π., Κ. Ε., Μ. Γ. και δασική έκταση, β) "..." εκτάσεως 15 στρεμμάτων συνορευομένου με Δ. Κ., Λ. Κ. και επίδικο δρόμο, γ) "..." εκτάσεως 15 στρεμμάτων, συνορευομένου με Ν. Κ., Λ. Κ., Θ. Κ., αγροτικό δρόμο και δασική έκταση, δ) "..." εκτάσεως 6 στρεμμάτων, συνορευομένου με Δ. Κ. και δρόμο, και ε) "..." εκτάσεως 13 στρεμμάτων, συνορευομένου με Λ.

Κ. και Ν. Κ. Εις όλα τα εν λόγω ελαιοπερίβολα εκτάσεως 79 στρεμμάτων φύονται 945 ελαιόδενδρα. 5) Του Ν. Α. ήδη πέμπτου αναιρεσίβλητου, εις τις κατωτέρω θέσεις και υπό τα εις αυτές σύνορα: α) "..." εκτάσεως 10.500 στρεμμάτων, συνορευομένου με Π. Α., Θ. Κ., Ε. Κ. και κληρονόμους Ι. Δ. β) "..." εκτάσεως 14.900 στρεμμάτων, συνορευομένου με Θ.

Κ., Ε. Κ. και αγροτικό δρόμο, και γ) "...", εκτάσεως 6.187 στρεμμάτων, συνορευομένου με Λ. Α., αγροτικό δρόμο και δασική έκταση, στα οποία αυτά τρία ελαιοπερίβολα συνολικής εκτάσεως 31.587 υπάρχουν 600 περίπου ελαιόδενδρα πλήρους αποδόσεως. Αποδείχθηκε ότι ως άνω ενάγοντες -καλούντες- εφεσίβλητοι διέσχιζαν με διάνοια δικαιούχου για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας προκειμένου να μεταβούν στα προαναφερόμενα ελαιοκτήματά τους το μονοπάτι που δημιουργήθηκε το 1970 με χρήματα των κατοίκων της γύρω περιοχής και διαπλατύνθηκε το 1989 ώστε να έχει πλάτος 4 μ.

και διέσχιζε το ακίνητο του εναγόμενου, ήδη αναιρεσείοντος, εμβαδού (του ακινήτου του εναγομένου) κατά τον τίτλο κτήσης 177.400 τμ, που απέκτησε από τον πατέρα του Α. Ν. Α., με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Πειραιώς Ι. Τ., το οποίο μεταγράφηκε στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μονεμβασίας στον τόμο ...

και αρ. ... και διορθώθηκε με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ι. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο 147 και αρ. 47. Αποδείχθηκε ότι [διέρχονταν] από αυτό οι ενάγοντες με μηχανοκίνητα μέσα, με ζώα καθώς και πεζή προκειμένου να επισκεφτούν τα προαναφερόμενα κτήματά τους και να τα καλλιεργήσουν ξεκινώντας από ...

και τανάπαλι επιστρέφοντας.

Συνεπώς, οι ενάγοντες για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας ασκούσαν οιονεί νομή (διόδου) επί του διαπλατυθέντος αυτού δρόμου σε βάρος του ακινήτου αυτού του εναγόμενου στην θέση "..." ορίου ... και μάλιστα συνεχώς μέχρι την 10 Ιουλίου 2015, με διάνοια δικαιούχου και, συγκεκριμένα, με άσκηση σωματικής εξουσίας επί του ακινήτου, κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενό του και με διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος της δουλείας αυτής.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η οικογένεια Α. δε συναινούσε στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος και τον Ιούλιο του 2015, χωρίς την συναίνεση των εναγόντων, κατέλαβε αρχικώς καθόλο το εκ 4 μέτρων πλάτος του τον δρόμο και σε μήκος 270 μέτρων από το σημείο απ' όπου εφάπτετο στο κτήμα του ο δρόμος που έχει προαναφερθεί ότι ξεκινούσε από τη θέση "τριαντάφυλλο" ...

κατευθυνόμενος προς τα ανατολικά και με εκσκαπτικό μηχάνημα προέβη σε διάνοιξη χάνδακος κάθετα και επί όλου του καταληφθέντος μήκους του δρόμου, άνοιξε είκοσι δύο (22) λάκκους προς φύτευση δένδρων, ενώ στην ανατολική πλευρά του καταληφθέντος τμήματος έβαλε σωρεία κλαδιών παρεμποδίζοντας έτσι από το τμήμα αυτό την διέλευση των εναγόντων.

Εν συνεχεία, ο εναγόμενος την 15.7.2015 επενέβη και σε συνεχόμενη προς ανατολάς εκτεινόμενη έκταση της διόδου σε πλάτος 4μ και μήκος 250 μ φυτεύοντας δενδρύλλια (ελιάς, μουσμουλιάς) ανοίγοντας και κάθετο χάνδακα. Έτσι, αποβλήθηκαν από την οιονεί νομή τους οι ενάγοντες καθ' όλο το πλάτος (4μ) και σε συνολικό μήκος (270 + 250) 520 μέτρων (επίδικα τμήματα) από το δυτικό όριο του ακινήτου του και προς ανατολάς εντός του ακινήτου του εναγόμενου.

Κατ' αυτόν τον τρόπο προσεβλήθησαν οι ενάγοντες στην οιονεί νομή τους διόδου και δεν μπορούσαν να ασκήσουν το ως άνω δικαίωμά τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι υπάρχει και άλλη οδός που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ενάγοντες για να προσέλθουν στα κτήματά τους προκειμένου να τα καλλιεργήσουν και ειδικότερα ότι υπήρχε άλλος κλάδος της ένδικης αγροτικής οδού, που κατασκευάστηκε αργότερα, ήτοι ο κλάδος που ξεκινούσε εκατό μέτρα πριν τον οικισμό "...", στον οποίο οι ανωτέρω ενάγοντες είχαν άμεση πρόσβαση από την επαρχιακή οδό ... (που διασχίζει ανωτέρω οικισμό), χωρίς να χρειάζεται η διέλευσή τους από το ακίνητο του εναγομένου.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες περνούσαν από τα ως άνω εδαφικά τμήματα του ακινήτου του εναγομένου για να μεταβούν στα κτήματα ιδιοκτησίας τους και είχαν αποκτήσει δικαίωμα οιονεί νομής διέλευσης κατά τα ειδικότερα ανωτέρω αναφερόμενα και η εν λόγω οδός που διέσχιζε το ακίνητο των Α. είναι συντομότερη.

Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της και αιτήματα ......". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος -εναγομένου κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως προς την επικουρική βάση αυτής, και είχαν αναγνωριστεί οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες οιονεί νομείς διέλευσης επί των ανωτέρω επίδικων εδαφικών τμημάτων σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος - εναγόμενου προς εξυπηρέτηση των ανωτέρω αναφερομένων ελαιοκτημάτων τους, είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων - εναγόμενος να άρει κάθε εμπόδιο από αυτά ώστε να είναι ακώλυτη η διέλευση των αναιρεσιβλήτων, άλλως επέτρεψε αυτό στους αναιρεσίβλητους με δαπάνες τους και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να παύσει κάθε προσβολή του παραπάνω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων στο μέλλον.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης έκρινε ότι : 1) Ότι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, όντας ήδη κύριοι των αναφερόμενων κτημάτων, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα δουλείας διέλευσης επί των αναφερόμενων παραπάνω, συνολικού μήκους 520 τ.μ. (250 + 270) και πλάτους 4 μ., επίδικων τμημάτων του ακινήτου, συνολικής έκτασης 177.400 τ.μ., που ανήκει την κυριότητα του αναιρεσείοντος - εναγόμενου, με άσκηση επί της διαπλατυθείσας, με χρήματα των ιδιωτών και συντήρηση από το οικείο δήμο, από το έτος 1989, διόδου, πράξεων οιονεί νομής διέλευσης, μόνο έως την εξυπηρετούμενη ανάγκη των δεσποζόντων, πρόσφορου και αναγκαίου για την κατά προορισμό εκμετάλλευση των αντίστοιχων δεσποζόντων ακινήτων, διερχόμενοι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες από τα επίδικα τμήματα με μηχανοκίνητα μέσα, με ζώα καθώς και πεζή, για να μεταβεί καθένας στα αντίστοιχα προαναφερόμενα κτήματά του και να καλλιεργήσει αυτά ξεκινώντας από ...

και τανάπαλι επιστρέφοντας, σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος στην θέση "..." ορίου ..., και μάλιστα συνεχώς μέχρι την 10 Ιουλίου 2015, με διάνοια δικαιούχου και, συγκεκριμένα, με άσκηση σωματικής εξουσίας επί των τμημάτων του ακινήτου του αναιρεσείοντος κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενό του και με διάνοια άσκησης του δικαιώματος της δουλείας αυτής. 2) Ότι, τον Ιούλιο του 2015, ο αναιρεσείων, χωρίς την συναίνεση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, κατέλαβε τα επίδικα τμήματα :

α) σε μήκος 270 μ. σε όλο το πλάτος (4 μ.) [με διάνοιξη χάνδακος κάθετα και επί όλου του καταληφθέντος μήκους του δρόμου, με διάνοιξη είκοσι δύο (22) λάκκων προς φύτευση δένδρων, και με θέση στην ανατολική πλευρά του καταληφθέντος τμήματος σωρεία κλαδιών] και β) (στις 15-07-2015) σε μήκος 250 μ. σε όλο το πλάτος (4 μ.) [με φύτευση δενδρυλλίων (ελιάς, μουσμουλιάς) με διάνοιξη και κάθετου χάνδακα] και, παρεμποδίζοντας έτσι από τα τμήματα αυτά την διέλευση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, απέβαλε τους τελευταίους από την οιονεί νομή τους επί συνολικού μήκους (270 + 250) 520 μέτρων (επίδικα τμήματα) από το δυτικό όριο του ακινήτου του και προς ανατολάς εντός του ακινήτου του αναιρεσείοντος, προσβάλλοντας τους αναιρεσίβλητους, εν όλω, στην άσκηση του δικαιώματος οιονεί νομής διόδου. 3) Ότι υπάρχει και άλλος κλάδος της αγροτικής οδού, κατασκευασθείς αργότερα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι αναιρεσίβλητοι για να προσέλθουν στα κτήματά τους προκειμένου να τα καλλιεργήσουν, που ξεκινούσε εκατό μέτρα πριν τον οικισμό "...", στον οποίο οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες έχουν άμεση πρόσβαση από την επαρχιακή οδό ... (που διασχίζει τον ανωτέρω οικισμό), χωρίς να χρειάζεται η διέλευσή τους από τα ανωτέρω τμήματα του ακινήτου του αναιρεσείοντος, από τον οποίο, όμως, τα δεσπόζοντα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων δεν εξυπηρετούνται κατά τον ίδιο τρόπο και το ίδιο ευχερώς, όπως από τα επίδικα τμήματα, επί των οποίων απέκτησαν, με έκτακτη χρησικτησία, οιονεί νομή δουλεία διεύλευσης, από τα οποία έχουν συντομότερη πρόσβαση, εμπεριέχοντας ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος δουλείας οδού δεν κατέστη περιττή, μάταιη. [2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία δικαιώματος δουλείας οδού επί των επίδικων τμημάτων ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος υπέρ των αναφερομένων αντίστοιχων ακινήτων αυτών, στερούμενων άλλης (επαρκούς) διέλευσης για να προσέλθουν οι αναιρεσίβλητοι στα κτήματά τους προκειμένου να τα καλλιεργήσουν, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1045, 974, 1124, 1125 ΑΚ, άρθρ. 17 παρ. 1 του Σ.

και άρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε καθώς και (και σε κάθε περίπτωση) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόσβεσης του ανωτέρω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων για πραγματικούς λόγους δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1136 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε.

Τούτο δε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με αποτέλεσμα να πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσης του εμπράγματος δικαιώματος δουλείας διέλευσης με έκτακτη χρησικτησία, από τα επίδικα τμήματα και (σε κάθε περίπτωση) μη απόσβεσης του δικαιώματος αυτού, το οποίο κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση κτήθηκε με εικοσαετή, από το έτος 1989, αδιάλειπτη άσκηση από τους αναιρεσίβλητους των προσιδιαζόντων πράξεων οιονεί νομής δουλείας, μέχρι την εξυπηρετούμενη ανάγκη των δεσποζόντων ακινήτων, για την κατά τον προορισμό εκμετάλλευση αυτών, ενώ η καλή πίστη των αναιρεσιβλήτων ή/και η έλλειψη συναίνεσης του αναιρεσείοντος (και των δικαιοπαρόχων του) δεν αποτελεί προϋπόθεση κτήσης του επίδικου δικαιώματος με έκτακτη χρησικτησία, η δε τελευταία (έλλειψη συναίνεσης) δεν αποτελεί διακοπτική πράξη της έκτακτης χρησικτησίας, και, συνεπώς, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής και μη εφαρμογής των παραπάνω αντίστοιχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, ενώ δεν είναι αναγκαία η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλων στοιχείων, για τον προσδιορισμό της κτήσης, με τον παραπάνω πρωτότυπο τρόπο, από τους αναιρεσίβλητους του δικαιώματος δουλείας διέλευσης και (σε κάθε περίπτωση) της μη απόσβεσης του ανωτέρω δικαιώματος.

Επομένως, οι από τον αρ. 1α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Και ταύτα ανεξαρτήτως της αοριστίας των παραπάνω λόγων αναίρεσης ως προς την απόσβεση της δουλείας διόδου, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, όπως προτάθηκαν με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος - εναγόμενου και επανέφερε, με σχετικό λόγο έφεσης, ως εκκαλών, ο ηττηθείς εναγόμενος.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων [όπως της έκθεσης φωτοερμηνείας Γ. Λ., ...-1988 και ...-1995 εγγράφων του Δασαρχείου Μολλάων (με το πρώτο να αφορά την έγκριση αγροτικού δρόμου μέσα σε δημόσια δασική έκταση, το δεύτερο απάντηση του Δασαρχείου στον αναιρεσείοντα), του, από Φεβρουάριο 1995, τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Π.

Α., της ...-2012 αίτησης του αναιρεσείοντος προς το Δήμο Μονεμβασιάς, της από 28-06-2013 αίτησης του αναιρεσείοντος προς τον Δήμαρχο, της κοινοποίησης στις 08-04-2015 εξώδικης δήλωσης του αναιρεσείοντος, της απορριφθείσας, με την 65/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου Λιμήρας, από 09-07-2015 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσιβλήτων, της, στα με αριθμ. 65/2015 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου Λιμηράς, εμπεριεχόμενης ένορκης κατάθεσης των μαρτύρων Γ.

Π. και Δ. Κ.), τα οποία αν εκτιμούσε ορθά θα ήταν διάφορο το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο ουσίας, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1486/2023, ΑΠ 1418/2023). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος :

α. ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν δέχθηκε ότι η χρήση των επίδικων τμημάτων ως οδού διέλευσης είναι περιττή, μάταιη διότι αν και διαλαμβάνεται ότι υπάρχει και άλλος κλάδος της ένδικης αγροτικής οδού, κατασκευασθείς αργότερα, άμεσης πρόσβασης από την επαρχιακή οδό ... (που διασχίζει τον ανωτέρω οικισμό), δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η απόσταση του άλλου δρόμου ούτε η απόσταση μέσω της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 1125 ΑΚ οι πράξεις εξυπηρέτησης των δεσποζόντων ακινήτων πρέπει να ασκούνται με μεγάλη φειδώ και να μην συνιστούν επαχθή περιορισμό της κυριότητας του δουλεύοντος ακινήτου, και β.

ότι με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την κτήση δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας, διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η οικογένεια Α. δεν συναινούσε στην άσκηση του επίδικου δικαιώματος, και η οιονεί νομή προϋποθέτει συμφωνία μεταξύ των ιδιοκτητών δουλεύοντος και δεσπόζοντος ακινήτου, στη συνέχεια διαλαμβάνεται ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν το επίδικο δικαίωμα οιονεί νομής, με έκτακτη χρησικτησία.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες : 1) διότι οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, ανεξαρτήτως της αοριστίας της με στοιχείο -α- αιτίασης κατά το μέρος που αναφέρεται σε απόσβεση της δουλείας, επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος - εναγόμενου περί απόσβεσης της δουλείας, όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και επαναφέρθηκε, με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, 2) διότι οι λοιπές αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση των αντίθετων απόψεών του προς το αποδεικτικό πόρισμα σύστασης της δουλείας οδού με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 732/2021).

Επιπλέον, η με στοιχείο -β- αιτίαση είναι και αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και δη στην κτήση του δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας οδού με δικαιοπραξία, ήτοι συμβ/φική πράξη νομίμως μεταγεγραμμένη, και όχι στην κτήση του επίδικου δικαιώματος με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή. [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1043/2023, ΑΠ 696/2023).

Δεν αποτελούν πράγματα ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 241/2023, ΑΠ 1841/2022) ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 241/2023, ΑΠ 1287/2022).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1011/2023, ΑΠ 1134/2023, ΑΠ 1148/2022).

Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1119/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον από τον αρ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) για την απόσβεση του επίδικου δικαιώματος, που πρότεινε, με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης, και προέκυπτε, απ' όλα τα αποδεικτικά μέσα, και, μάλιστα, από τις από Ιούλιο 2013 και Δεκέμβριο 2014, Ιούλιο 2015, 24-08-2016 τεχνικές εκθέσεις του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Λ., ότι το μονοπάτι άνοιξε ο παππούς του αναιρεσείοντος για την εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας του και μόνο, ότι στην αεροφωτογραφία του έτους 1945 απεικονίζεται δρόμος διερχόμενος από το νότιο όριο της ιδιοκτησίας και όχι δια μέσου αυτής, ότι οι αναιρεσίβλητοι εκμεταλλευόμενοι την απουσία του αναιρεσείοντος το έτος 1989 επιχείρησαν να ανοίξουν δρόμο δια μέσου της ιδιοκτησίας του, προκειμένου να σμικρύνουν την απόσταση μετάβασης στις ιδιοκτησίες τους, και ότι έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στις ιδιοκτησίες τους χωρίς βλάβη της ιδιοκτησίας αυτού.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αποτελεί επιχείρημα του αναιρεσείοντος που αντλείται από την εκτίμηση των επικαλούμενων αποδείξεων και συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτόν αποδεικτικού πορίσματος, και αιτιολογημένη άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών για την κτήση του ένδικου δικαιώματος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Ο παραπάνω λόγος κατά το μέρος των περιστατικών που αποτελούν στοιχεία της ένστασης απόσβεσης του επίδικου δικαιώματος για λόγους πραγματικούς είναι απαράδεκτος : 1) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά της ένστασης, όπως προτάθηκαν, με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε ο αναιρεσείων, με σχετικό λόγο έφεσης, 2) διότι υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1499/2023, ΑΠ 1477/2023).

Σε κάθε περίπτωση, από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό απόσβεσης του επίδικου δικαιώματος και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των 1ης, 2ου, 3ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183, 191 παρ. 2, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό, ενώ δεν ορίζονται δικαστικά έξοδα υπέρ του 4ου αναιρεσιβλήτου, λόγω της ερημοδικίας του και της έλλειψης σχετικού αιτήματος αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-02-2023 αίτηση του Ν. Α. του Α., για αναίρεση της με αριθμ. 318/2022 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της 1ης, 2ου, 3ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπροεδρος του Αρείου Πάγου