Supreme Court dismisses appeal against insurance liability ruling due to inadmissible procedural grounds and lack of substantive merit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final insurance liability judgment, ruling the appeal inadmissible and substantively unfounded. The appellant argued the lower court erred in applying insurance law and common sense regarding water damage, but the court found these claims lacked legal basis. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the appellant fails to demonstrate substantive grounds for overturning a final judgment, particularly when alleged errors concern factual assessment rather than legal interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1566 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1566/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3681/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2295/2018 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2018 αίτησή της.
Με την υπ' αριθμ. 145/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 145/2022 πράξη του παρόντος Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η από 25-7-2018 αίτηση αναίρεσης καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 7ης-10-2019 δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω ασθένειας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Αγγελικής Τζαβάρα.
Με την από 25-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2295/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτήν το Εφετείο απέρριψε την από 8-1-2016 έφεση της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας- ενάγουσας σε εκκαθάριση τελούσα Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία " ..." κατά της 3681/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 2-6-2011 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης- εφεσίβλητης- εναγομένης "....", με αντικείμενο την καταβολή ασφαλίσματος λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου από την εναγομένη κινδύνου καταστροφής εμπορευμάτων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 3, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 7 παρ. 3, 4 και 5 του νόμου 2496/1997, που αναφέρεται στην πραγματοποίηση του κινδύνου, για τον οποίο συνήφθη ασφαλιστική σύμβαση και στην καταβολή του ασφαλίσματος από τον ασφαλιστή, προβλέπει τα ακόλουθα: "3. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ή μείωση της ζημίας και να ακολουθεί τις οδηγίες του ασφαλιστή.
Τα έξοδα που προκύπτουν, εφόσον δικαιολογούνται από τις περιστάσεις, βαρύνουν τον ασφαλιστή, ακόμα και αν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό. Αντίθετη συμφωνία επιτρέπεται, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους. Αν το ασφάλισμα καλύπτει μέρος μόνο της ζημίας, ο ασφαλιστής υποχρεούται να αποδώσει μόνο ανάλογο μέρος των εξόδων, εκτός αν τα έξοδα δημιουργήθηκαν αποκλειστικά μετά από τις οδηγίες του ασφαλιστή. 4.
Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των διατάξεων της παρ. 3 αυτού του άρθρου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποζημίωση του ασφαλιστή. 5. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο. Κατ' άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Ως βαριά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή (ΑΠ 262/2020, 346/2016, ΑΠ 921/2009, ΑΠ 765/2009).
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, το οποίο καθόρισε το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 78/2020, 83/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015, 78/2020).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 78/2020).
Κατ` άρθρ. 559 αρ. 1β του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336§4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336§4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 232/2020).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή, ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο λόγος αυτός ανάγεται στη δομή του νομικού συλλογισμού, όταν δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας). Ιδρύεται, επίσης, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο και όταν τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ.
Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εκκαλούσα είχε ως αντικείμενο την εμπορία ενδυμάτων και υποδημάτων και για το σκοπό αυτό διατηρούσε κατάστημα επί της οδού ...
στην Αθήνα, όπου και η έδρα της. Το κατάστημα αυτό έχει εμβαδό 400 τ.μ. και εκτείνεται στο υπόγειο, που αποτελεί τον αποθηκευτικό χώρο και εκεί βρίσκεται το w.c των εργαζομένων, το ισόγειο και τον πρώτο όροφο - πατάρι, όπου βρίσκονται οι εκθεσιακοί χώροι, ενώ όλοι οι χώροι του καταστήματος επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα.
Τα εμπορεύματα στο ισόγειο και το πατάρι ήταν τοποθετημένα σε ράφια, ενώ στο υπόγειο αυτά ήταν αποθηκευμένα σε χαρτοκιβώτια στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο και η χαμηλότερη σειρά χαρτοκιβωτίων είχε τοποθετηθεί πάνω σε παλέτες. Διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας αυτής ήταν η Β. σύζυγος Ι.
Κ.. Η πιο πάνω, ως εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας, συνήψε με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφάλισης ζημίας, διάρκειας 365 ημερών, με έναρξη την 29η.1.2010 και λήξη την …1.2011, ασφαλιστικό ποσό 900.000 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό .../3.2.2010 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ασφάλιστρα, για το πιο πάνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 2.496,39 ευρώ, που καταβλήθηκε ολοσχερώς, σύμφωνα με τις με αριθμούς ...8.2.2010 και .../2010 αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων.
Με τη σύμβαση ασφάλισης η εναγόμενη εταιρία ανέλαβε την κάλυψη των ασφαλιστικών κινδύνων, που αναφέρονται στο πιο πάνω ασφαλιστήριο, μεταξύ των οποίων : α) η διάρρηξη ή υπερχείλιση δεξαμενών ή / και σωληνώσεων κεντρικής θέρμανσης, ψύξης, ύδρευσης, αποχέτευσης, sprinklers, με προβλεπόμενη απαλλαγή ποσοστού 10% επί της ζημίας (άρθρο V.14 των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου), β) η κάλυψη των εξόδων άντλησης υδάτων (άρθρο Υ. 16 των πιο πάνω αναφερόμενων ειδικών όρων) και γ) η κάλυψη εξόδων κατεδάφισης ερειπίων, εκκαθάρισης και μεταφοράς υπολειμμάτων - συντριμμάτων (άρθρο V.6 των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου).
Επίσης, μεταξύ των λοιπών όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, περιλαμβάνεται και ο σχετικός με την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας, στην περίπτωση που η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του ασφαλισμένου (άρθρο 8 του ασφαλιστηρίου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις απογευματινές ώρες της 3ης Απριλίου 2010 έως τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Απριλίου 2010, οπότε το κατάστημα της ενάγουσας παρέμεινε κλειστό λόγω των αργιών του Πάσχα, επήλθε ένας από τους ασφαλιστικούς κινδύνους και συγκεκριμένα, η διαρροή νερών στο χώρο του υπογείου, λόγω διάρρηξης του εσωτερικού σωλήνα (σπιράλ) της παροχής νερού στο καζανάκι του w.c.
του υπογείου, που είχε ως αποτέλεσμα να πλημμυρίσει το υπόγειο και να καταστραφεί μεγάλο μέρος από τα εμπορεύματα, που ήταν αποθηκευμένα εκεί. Τη διαρροή του νερού διαπίστωσε η νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας, όταν το πρωί της 7ης Απριλίου άνοιξε το κατάστημα, οπότε κάλεσε κλιμάκιο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για την απάντληση των υδάτων, η οποία όμως δεν κατέστη εφικτή, λόγω της χαμηλής στάθμης των υδάτων, καθότι μέρος τους είχε απορροφηθεί από τα εμπορεύματα, κυρίως διάφορα είδη ρούχων, που βρίσκονταν μέσα σε χαρτοκιβώτια, τα οποία έπεσαν στο δάπεδο του υπογείου, επειδή υποχώρησαν από την υγρασία.
Την ίδια ημέρα (7.4.2010), η νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας ενημέρωσε τον ασφαλιστή της Ε. Γ. για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, στον οποίο δήλωσε ότι προέβη στην αντικατάσταση του σπιράλ, που ευθυνόταν για τη διαρροή του νερού και στη συνέχεια, στις 9.4.2010 προέβη σε έγγραφη αναγγελία της ζημίας προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.
Η τελευταία ανάθεσε σε πραγματογνώμονες την εξακρίβωση της αιτίας επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και την εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας και η πρώτη αυτοψία του χώρου έγινε στις 9.4.2010. Όταν οι πραγματογνώμονες επισκέφθηκαν το κατάστημα της ενάγουσας διαπίστωσαν ότι οι εκπρόσωποι αυτής δεν γνώριζαν που βρίσκεται ο γενικός διακόπτης της ύδρευσης, μάλιστα οι τελευταίοι, σε σχετική ερώτηση, απάντησαν ότι δε θεώρησαν σκόπιμο να κλείσουν την παροχή νερού κατά τις ημέρες που το κατάστημα θα παρέμενε κλειστό, παρά την παλαιότητα των υδραυλικών εγκαταστάσεων και αυτών του w.c., (το καζανάκι ήταν παλαιού τύπου, επίτοιχο και σε αρκετό ύψος πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας).
Ακόμη οι εκπρόσωποι της ενάγουσας πληροφόρησαν τους πραγματογνώμονες ότι αντικατέστησαν μόνοι τους, αμέσως μόλις διαπίστωσαν τη διαρροή, το σπιράλ από το οποίο αυτή προήλθε. Οι τελευταίοι ζήτησαν να δουν το σπιράλ αυτό και τους υποδείχθηκε ένα σπιράλ το οποίο, κατά την οπτική του εξέταση, δεν ήταν τρύπιο, σπασμένο, κομμένο ή σχισμένο, ωστόσο δεν έγινε δοκιμή με την παροχέτευση σ' αυτό νερού, ώστε να εξακριβωθεί η ύπαρξη της βλάβης που επικαλείται η ενάγουσα.
Από τα πιο πάνω αποδείχθηκε ότι η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και ακολούθως η ζημία της ενάγουσας οφείλεται στη διαρροή των υδάτων στο υπόγειο του καταστήματος αυτής, η οποία προήλθε από το σωλήνα (σπιράλ) παροχής νερού στο καζανάκι της τουαλέτας του υπογείου, λόγω της παλαιότητας των υδραυλικών εγκαταστάσεων και των ειδών υγιεινής, που είναι εμφανής και στις φωτογραφίες που είναι συνημμένες στην από 25.10.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, σε συνδυασμό με το ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας δεν έκλεισε την παροχή νερού στο υπόγειο w.c., παρότι το κατάστημα θα παρέμενε κλειστό από τις απογευματινές ώρες της 3ης έως τις πρωινές ώρες της 7ης Απριλίου και παρότι αυτή γνώριζε, τόσο την παλαιότητα των υδραυλικών εγκαταστάσεων, όσο και το ότι στο υπόγειο ήταν αποθηκευμένο το σύνολο των εμπορευμάτων της ενάγουσας.
Η πιο πάνω συμπεριφορά της νόμιμης εκπροσώπου της ενάγουσας αποτελεί βαριά της αμέλεια ως προς την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθόσον αυτή απέκλινε από την αντίστοιχη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες των συναλλαγών, καθότι έδρασε με μεγάλη αδιαφορία και χωρίς να προβλέψει την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο θα μπορούσε να αποφύγει λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα και ειδικότερα, αν έκλεινε την παροχή του νερού για το διάστημα που το κατάστημα θα παρέμενε κλειστό, με δεδομένες τις παλαιές υδραυλικές εγκαταστάσεις και την αποθήκευση σχεδόν του συνόλου των εμπορευμάτων της στο υπόγειο." Υπό τις ανωτέρω αιτιολογίες, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε δι' εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4, 5 του άρθρου 7 νόμου 2496/1997, ούτε υπέπεσε σε οποιοδήποτε υπαγωγικό σφάλμα, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αφού έγινε δεκτό ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται σε βαριά αμέλεια που επέδειξε ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης και λήπτριας της ασφάλισης εταιρίας, γεγονός που έχει ως συνέπεια την απαλλαγή της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος κατά παραδοχή της σχετικής ένστασής της.
Το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ σε συνδυασμό και με τη γενική υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης, που προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 3 του νόμου 2496/1997 παραθέτοντας αναλυτικώς, με πλήρη αιτιολογία, όλα εκείνα τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν (την παλαιότητα των υδραυλικών εγκαταστάσεων, την πλήρη έλλειψη πρόνοιας για την ασφαλή τοποθέτηση των εμπορευμάτων σε χώρο όπου δεν θα κινδύνευαν από οποιαδήποτε διαρροή ύδατος και την έλλειψη μέτρων προληπτικών, όπως τη διακοπή της παροχής ύδατος που επιβαλλόταν λόγω της πολυήμερης διακοπής των εργασιών εντός του καταστήματος και την έλλειψη παντελούς επίβλεψης του χώρου από τον εκπρόσωπο της εταιρείας), που θεμελιώνουν την ιδιαιτέρως μεγάλη και ασυνήθιστα σοβαρή, υπό τις αποδειχθείσες ειδικές συνθήκες, εκτροπή της συμπεριφοράς του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας, που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει ένας μέσος συνετός επιχειρηματίας ασφαλισμένος.
Στην απόφαση του Εφετείου προσδιορίζονται επίσης τα μέτρα, που θα έπρεπε να ληφθούν από το εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, εάν δεν επιδείκνυε αμελή συμπεριφορά αποκλίνουσα σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από αυτή του μέσου συνετού ανθρώπου και επιχειρηματία, υπό ανάλογες συνθήκες και τα οποία θα καθιστούσαν ανέφικτη την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλαδή την διαρροή ύδατος στο υπόγειο του καταστήματος που προήλθε από τον σωλήνα παροχής νερού στο καζανάκι της τουαλέτας του υπογείου, λόγω της παλαιότητας των υδραυλικών εγκαταστάσεων και των ειδών υγιεινής.
Επομένως οι αποδιδόμενες από την αναιρεσείουσα από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες του λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος, συνιστάμενες στο ότι η προσβαλλόμενη έσφαλλε α) ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 330 εδ. β ΑΚ και άρθρ. 7 παρ. 34 και 5 του ν. 2496/1997, καθώς καθώς και β) ως προς την στην αιτιολόγηση της είναι αβάσιμες.
Με τον δεύτερο σκέλος της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με συνέπεια την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 330 β ΑΚ ισχυριζόμενη ότι "είναι σύνηθες ότι ο μέσος επιμελής άνθρωπος δεν κλείνει το γενικό διακόπτει της παροχής νερού του καταστήματός του".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι η αναιρετική πλημμέλεια που προβάλλεται αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπό το πρίσμα μάλιστα των κανόνων των συναλλαγών, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων .
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (και ως προς τους λοιπούς διαδίκους) πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της. Πρέπει, μετά ταύτα, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.7.2018 αίτηση αναίρεσης της της σε εκκαθάριση τελούσας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...."
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ